Σημείωση: Σύντομα θα μπει εδώ ένα κείμενο στα Ελληνικά, ως σύντομη εισαγωγή στη θεωρία, που το δημοσίευσε και το περιοδικό "Αρχαιολογία και Τέχνες", (μαζί με το παράδειγμα ερμηνείας ονείρου "Η Θλιμμένη Μικρούλα"), όπως εμφανίζονται αυτά και στα Αγγλικά, στη διεύθυνση: http://users.forthnet.gr/pel/ati. :
ΕΚΤΕΝΕΣ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
ΧΩΡΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ
"Η Θλιμμένη μικρούλα"
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ
Μία μαρτυρία
Για τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία
του παρόντος ονείρου «Η θλιμμένη μικρούλα»
Πάει πολύς καιρός που έχω υπόψη μου την Xωροσυναισθηματική Eρμηνευτική Mέθοδο των ονείρων του κ. Σάκη Tότλη, γνωστού συγγραφέα και προσωπικού μου φίλου, την οποία έχει αναπτύξει σε δύο βιβλία, που έχει εκδώσει μέχρι σήμερα (Χωροσυναίσθημα - μια ιδέα, Έδεσσα 1992 και «12 Όνειρα - 12 χωροσυναισθηματικές ερμηνείες», Εκδόσεις Δελφίνι, Aθήνα 1997). Η μέθοδος αυτή έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον μου τον τελευταίο καιρό και με έχει απασχολήσει αρκετά. Τους τελευταίους δύο μήνες μάλιστα (Ιούνιο και Ιούλιο του 1998) και εξαιτίας του ονείρου ενός φίλου μου, τον οποίο και σύστησα στον κ. Τότλη, ασχολήθηκα ουσιαστικότερα. Δηλαδή έκανα τον ακροατή σε δυο συναντήσεις.
Εγώ, με αρκετή δυσκολία αρχικά είναι η αλήθεια, δέχτηκα την επιστημονικότητα της πρότασης του φίλου κ. Σ. Tότλη για τα όνειρα, όταν με τον καιρό κάμφθηκε ο έντονος αρχικός μου σκεπτικισμός, κυρίως επειδή στην θεωρητική του άποψη αποφεύγει τις αυθαίρετες συμβολικές ερμηνείες και επιμένει σε ότι αφορά τα σταθερά μέρη του ονείρου, όπως είναι ο χώρος ή καλύτερα η χωροταξία του ονείρου, αλλά και τα συνωδά συναισθήματα. Για την Xωροσυναισθηματική Eρμηνεία των ονείρων, ο χώρος και το συναίσθημα είναι δύο σταθεροί παράμετροι που συνιστούν τον κοινό παρονομαστή των ονείρων, ενώ η ερμηνεία των συμβόλων χρησιμεύει στο βαθμό που γίνεται άμεσα αποδεκτή από τον O/Y (Ονειρευόμενο/Υποκείμενο).
Περί του συγκεκριμένου ονείρου και της επεξεργασίας του δεν θα πω τίποτα, επειδή έγινε καταγραφή και εξαντλητική εκτίμηση της χωρο-συναισθηματικής του ερμηνείας από τον κ. Σ. Τότλη, με βάση την θεωρητική πρόταση του για τα όνειρα και την ανάλογη μέθοδο που εφαρμόζει. Θα καταθέσω μόνο τη δική μου προσωπική μαρτυρία.
Στην πρώτη συνάντηση του κ. Σ. Τότλη με τον συγκεκριμένο άνθρωπο (ο οποίος στο παρόν κείμενο ονομάζεται "Αντώνης"), στις 26.6.98, δεν ήμουν παρών, αν και μου αφηγήθηκαν και οι δύο ξεχωριστά τις εμπειρίες τους από αυτή τη συνάντηση. Στις επόμενες δύο συναντήσεις ήμασταν οι τρεις, δηλαδή ο κ. Σ. Τότλης, ο "Αντώνης" και εγώ.
Εμένα περισσότερο με ενδιέφερε να παρακολουθήσω πως εφαρμόζει ο κ. Τότλης τη μέθοδό του. Πράγματι, όπως το περίμενα, αλλά και το επιθυμούσα, άφηνε τον "Αντώνη" να ομιλεί συνεχώς, παρότι πολλές φορές αυτός ξέφευγε από το θέμα, που ήταν το όνειρο, και συχνά δεν απαντούσε με ακρίβεια στις ερωτήσεις. Έτσι χρειάστηκε αρκετός χρόνος για την αναγκαία «ανάκριση». Λέω ανάκριση, γιατί κατά την μεθοδολογία του κ. Σ. Tότλη, ο «ανακριτής» έχει κατά νου ορισμένες χωροσυναισθηματικές εκδοχές, τις οποίες με στοχοκίνητο τρόπο προσπαθεί να επιβεβαιώσει ή να απορρίψει, πάντοτε ανάλογα με την κατάφαση ή την άρνηση του "Αντώνη", η οποία ναι μεν δεν έχει απόλυτη αποδεικτική αξία, αλλά αποτελεί ισχυρή ένδειξη, (που γίνεται ακόμα ισχυρότερη με αυτή τη συγκεκριμένη ερμηνευτική προσέγγιση, επειδή μπορεί και διασταυρώνεται πολλαπλά μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας).
Έτσι, ο κ. Σ. Τότλης με πολύ υπομονή έθετε τις ερωτήσεις του, αρχικά σχετικές με το χώρο και τα συναισθήματα στο Όνειρο, και όταν ανακάλυπτε κάποια χωροσυναισθηματικά ενδιαφέρουσα αντιστοιχία μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, τη διατύπωνε φωναχτά και ρωτούσε τον "Αντώνη" να εκφέρει τη γνώμη του, δηλαδή εάν συμφωνεί ή όχι.
Έτσι, σιγά-σιγά, αλλά με μεγάλη ακρίβεια και συνέπεια προς τις μεθοδολογικές απαιτήσεις, αλλά και επιστημονική εντιμότητα ξεμπλέχτηκε το χωρο-συναισθηματικό «κουβάρι» αυτού του συγκεκριμένου ονείρου, μπροστά στα μάτια και τα αυτιά μου και βεβαιώθηκα ακόμα περισσότερο ότι η πρόταση του φίλου κ. Σάκη Tότλη για τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία των ονείρων διαθέτει επιστημονικό κύρος και το κυριότερο, μπορεί να εμπλουτιστεί προς την πλευρά των ονειρικών συμβόλων, όχι όμως κατά την φροϋδική αντίληψη.
Τέλος, πρέπει να πω συμπληρωματικά ότι έγραψα την παρούσα εξιστόρηση σαν φιλική υποστήριξη προς τον κ. Σάκη Tότλη, αλλά βεβαίως πρώτα επειδή δέχομαι την επιστημονικότητα της πρότασής του, όπως ήδη ανέφερα.
Νίκος Αγγελίδης
Νευρολόγος - Ψυχίατρος
Έδεσσα 30.7.98
«Η ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΜΙΚPΟΥΛΑ»
Το παρόν όνειρο είναι ερμηνευμένο σύμφωνα με την Χωροσυναισθηματική Ερμηνεία των ονείρων, μια μέθοδο που ο συγγραφέας του παρόντος έχει αναπτύξει σε δύο εκδόσεις «Χωροσυναίσθημα - μια ιδέα», Έδεσσα 1992, και «12 Όνειρα, 12 Χωροσυναισθηματικές ερμηνείες», Εκδόσεις ΔΕΛΦΙΝΙ, Αθήνα καλοκαίρι 1997.
Σήμερα, Σάββατο 26.6.98, στη μία το μεσημέρι, με πήρε τηλέφωνο ο Νίκος Αγγελίδης, φίλος, ψυχίατρος με τον οποίο τελευταία συζητάω συχνά την χωροσυναισθηματική ερμηνεία των ονείρων, και μου είπε ότι κάποιος καλός πελάτης του (ο «Αντώνης»), τού είχε αφηγηθεί ένα πολύ ενδιαφέρον όνειρο.
Μου έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου του, τον πήρα αμέσως και κλείσαμε ραντεβού για τις έξι το απόγευμα στο γραφείο μου, όπου ήρθε, μαζί με κάποιον φίλο του, τον οποίο ήθελε να είναι παρών συνεχώς, και μου αφηγήθηκε το όνειρο που ακολουθεί. Κατέγραψα το όνειρο αμέσως και του το έδωσα να το διαβάσει στις επόμενες δύο φορές που ξανασυναντηθήκαμε. Το διάβασε πολύ προσεκτικά και διόρθωσε μόνος ορισμένα σημεία, μέχρι που έμεινε απόλυτα ευχαριστημένος ότι το κείμενο αποδίδει ακριβώς το όνειρό του, όπως το είχε δει.
«Ήμουν σε κάποιο χωριό χωρίς να βλέπω σπίτια γύρω και μου είχε γίνει τσιμπούρι κάποιος, που μου μιλούσε συνεχώς και σαν να ήθελε να με πείσει για κάτι. Ήταν λίγο ενοχλητικός, αλλά δεν ήθελα και να τον προσβάλω άμεσα και του απαντούσα μεσοβέζικα: «ναι, θα δούμε…, έχεις δίκιο…, μάλλον έχεις δίκιο…», αλλά και χωρίς να μπορώ να απαλλαγώ από αυτόν.
Στη συνέχεια, ένα κοριτσάκι εμφανίστηκε βαδίζοντας με κατεβασμένο το κεφάλι από αριστερά προς τα δεξιά μου. Κάποιος μού είπε ότι ήταν έντεκα χρόνων και μάλιστα μου το έλεγε κάπως συνθηματικά. Έλεγε ότι ήταν ετών «ένα και ένα» (1+1), εννοώντας δύο άσους και άρα 11.
Το κοριτσάκι ήταν όμορφο, λεπτό, ελκυστικότατο, γύρω στα 11 χρόνων, αλλά στενοχωρημένο, πικραμένο. Το κοριτσάκι ήταν κόρη κάποιου πολύ μεγάλου αθλητή σαν τον «Κ» στο χωριό μου. Για πρώτη φορά είχε πάρει μέρος σε αγώνες, (μάλλον άλμα σε ύψος ή σε μήκος) και είχε αποτύχει οικτρά, γιατί τα έχασε.
Ο χώρος ήταν κατοικημένος, αλλά δεν έβλεπα σπίτια. Ήταν αμμώδης με άμμο ποταμίσια. Ήταν η ώρα για να φύγω, οπότε την ακολούθησα συμπτωματικά από μια απόσταση γύρω στα 150 μέτρα. Την ακολούθησα και από φόβο μήπως κάνει τίποτα κακό στον εαυτό του, από την στενοχώρια. Ήταν σούρουπο. Υπήρχαν δύο δρόμοι για το χωριό, αλλά αυτή πήρε τον δεξιά. Αρχικά προς μια επικίνδυνη αμμώδη περιοχή, αλλά ευτυχώς έστριψε αριστερά.
Ξαφνικά σε κάποιο σημείο της διαδρομής με αμμώδη ανηφοριά, ένιωσα ότι ήταν σούρουπο. Ξαφνικά βρέθηκα στο εσωτερικό ενός σπιτιού χωρίς φώτα στον ίδιο χώρο, την ίδια ώρα. Ήταν μισοσκόταδο. Κάπου μέσα στο σπίτι ήταν και το κοριτσάκι. Ξαφνιάστηκα, γιατί αντιλήφθηκα και κάποιον στα αριστερά μου. Στράφηκα και είδα ξανά τον ίδιο πολυλογά, που στην αρχή με είχε ενοχλήσει λίγο με την πάρλα του. Σκέφτηκα μήπως με παρεξηγήσει, που είχα πάρει το κορίτσι από πίσω. Με κοίταξε, αλλά στο βλέμμα του δεν διέκρινα ψόγο. Ήταν ένα ήρεμο βλέμμα παραδοχής της καλής μου πρόθεσης. Στράφηκα προς το μέρος του.
- Πως είπαμε ότι σε λένε; Τον ρώτησα.
- Αχιλλέα, μου λέει.
Ο Αχιλλέας, που ήταν γέρος με άσπρα μαλλιά, μού είπε ότι ήταν Άγιος στην προηγούμενη ζωή του. Ήταν πολύ θρησκόληπτος και είχε αυτοευνουχιστεί, για να είναι εντελώς καθαρός στην πίστη του και στην ψυχή του. Είχε φτάσει τελικά στην αγιότητα. Αλλά το παράπονό του ήταν ότι η Παναγία που βρήκε, ήταν ερωτικά ξύλινη. Η σχέση τους ήταν μόνο οπτικοακουστική. Άχαρη σχέση, που δεν τον ικανοποιούσε καθόλου, παρόλο που αυτό ακριβώς επιζητούσε και το είχε πετύχει. Ήταν άχαρο κάπως, που έπρεπε να παριστάνει τον εβδομηντάρη μαζί της συνεχώς. Άγιος ήταν και θα μπορούσε να πάρει όποια ηλικία ήθελε, αλλά μαζί της έπρεπε να είναι 70 χρόνων.
- Αντώνη, καλά κάνεις εσύ που δεν πιάνεις τα άκρα, μου είπε, αλλά ακολουθείς τη μέση οδό.
Πραγματικά και γενικά για μένα υπάρχει η μέση χρυσή λύση ανάμεσα στην αμεριμνησία και τον έρωτα. Εκεί ξύπνησα».
(Η συσσώρευση των πρώτων δεδομένων)
Σιγά σιγά και μετά από τέσσερις συναντήσεις συσσωρεύτηκαν όλα τα πραγματικά δεδομένα, για μια καλή χωροσυναισθηματική αναγωγή του ονείρου, γιατί ο «Αντώνης» μού ήταν άγνωστος και στην αρχή είχε κάποια καχυποψία και κάποια διστακτικότητα να απαντήσει στις απλές στην ουσία ερωτήσεις μου. Πάντως, παρά την απροθυμία του να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις, γενικά ήταν ειλικρινής, και όταν δεχόταν να απαντήσει, έλεγε την αλήθεια. Ήταν ευγενικός, ομιλητικός και συγκαταβατικός άνθρωπος.
Τα σίγουρα δεδομένα, που προέκυψαν πολύ γρήγορα από τις συζητήσεις μου με τον «Αντώνη», είναι:
α. Το όνειρο το είδε την περασμένη μέρα το μεσημέρι. (Παρασκευή 25.6.98), όταν είχε κοιμηθεί στις 2.30 περίπου, «με πολύ ανήσυχο προΰπνιο», όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος.
β. Πριν από το όνειρο μόλις είχε σχολάσει από το γραφείο του, (δουλεύει στη Νομαρχία), όπου λίγη ώρα πριν σχολάσει, κατά τις 2 παρά τέταρτο περίπου, του είχε συμβεί το εξής περιστατικό, που μου το αφηγήθηκε αμέσως, στην πρώτη μου ερώτηση, «αν γνωρίζει καμιά όμορφη μικρούλα», (περίπου όπως αυτή που είχε βγει στο όνειρο):
Εκεί σε ένα διπλανό γραφείο είναι μια όμορφη νεαρή, (την οποία θα λέμε εδώ «Τασούλα»), η οποία του αρέσει πολύ, αλλά με την οποία έχει σημαντική ηλικιακή διαφορά, αυτός είναι 47 χρόνων και αυτή 25. Περνώντας κάποια στιγμή από το γραφείο της μπήκε μέσα και της είπε γλυκά, χαριτολογώντας, φλερτάροντας:
- Ωραία είστε εδώ. Δεν με παίρνετε και μένα εδώ μέσα, ρε Τασούλα;
Σε αυτό του είχε απαντήσει ξαφνικά μια αυστηρή ηλικιωμένη συνάδελφος, που βρισκόταν σε ένα άλλο γραφείο πίσω από την πλάτη του «Αντώνη». (Σχεδιάγραμμα).
- Είσαι καλά, ρε Αντώνη;
Ήταν μια μικρή, αλλά καυτή χυλόπιτα, που τον πείραξε πολύ, τα έχασε προς στιγμή, και τον έβαλε να διαπληκτίζεται εσωτερικά με τον εαυτό του, αν είχε κάνει καλά που το είχε πει αυτό. Ο ίδιος, αυτό που έπαθε το λέει «μετεωρισμό». «Έφυγα, λέει, αναλογιζόμενος πόσο ρεζίλι είχα γίνει άραγε;».
Αυτό ήταν το περιστατικό που μου αφηγήθηκε αμέσως με την πρώτη ερώτηση που του έκανα, αν υπάρχει κάποια μικρούλα, που να τον ενδιαφέρει και να είχε συμβεί κάτι μαζί της εκείνη την ίδια μέρα, πριν πέσει να κοιμηθεί.
γ. Εκείνη τη μέρα στο γραφείο είχε τα κέφια του και μιλούσε πολύ κι αστειευόταν όλη την ώρα και είχε διαισθανθεί ότι ίσως είχε ενοχλήσει και λίγο η πολυλογία του αυτή τους άλλους (5) συναδέλφους που είχε στο γραφείο.
δ. Εκείνη τη μέρα η νεαρή Τασούλα είχε περάσει μπροστά από το γραφείο του, από αριστερά προς τα δεξιά, όπως επέστρεφε για το γραφείο της από το φωτοτυπείο του ορόφου, όπου είχε βγάλει κάτι φωτοτυπίες, κάτι που και γενικά κάνει αρκετά συχνά.
Σ.σ. Αυτό στην αρχή δεν ήθελε να το πει. Π.χ., όταν τον ρωτούσα αν είχε περάσει εκείνη τη μέρα μπροστά από το γραφείο του, μου έλεγε «τι σε νοιάζει αυτό;». Κάποτε όμως το παραδέχτηκε κατηγορηματικά. «Ναι, είχε περάσει εκείνη τη μέρα σίγουρα, όπως περνάει αρκετά συχνά, κάθε μέρα».
ε. Το φωτοτυπείο είναι δίπλα στο ασανσέρ και στις σκάλες, αλλά η μικρούλα αυτή συνήθως πηγαίνει και φεύγει από το γραφείο της από άλλες σκάλες.
Σ.σ. Υπάρχουν δηλαδή δύο διαδρομές που πηγαίνουν στο γραφείο της, όπως δύο ήταν οι δρόμοι στο όνειρο που μπορούσες να πας «στο χωριό». Αυτή ήταν μια λεπτομέρεια που μαγνήτισε κάπως τον «Αντώνη». Ήταν η πρώτη ερώτηση που φάνηκε να του προκαλεί κάποια εντύπωση και να τη δέχεται ως κάποια ενδιαφέρουσα και σωστή αναλογία μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας.
ζ. Η Τασούλα, τη μέρα πριν το όνειρο, φορούσε ένα στενό λευκό παντελόνι, για πρώτη φορά στο γραφείο της, που ήταν πολύ καλά σιδερωμένο, και το οποίο ήταν πολύ όμορφο, θηλυκό και προκλητικό, ιδίως στον πισινό της, που ήταν όμορφος με το κολλητό λευκό παντελόνι και το ήξερε αυτή και φαινόταν ευχαριστημένη μάλιστα να τον προβάλει. Αν και είναι πολύ ανασφαλής γενικά και όλοι στο γραφείο τής έχουν πάρει τον αέρα. «Είναι πιτσιρίκα και άβγαλτη», όπως λέει ο «Αντώνης». «Τα χάνει».
Αυτός είχε σκεφτεί ότι αυτό το παντελόνι, αν και παντελόνι (ανδρικό ένδυμα) δεν είχε τίποτα αρσενικό πάνω του.
η. Η Τασούλα του δίνει γενικά την εντύπωση ότι είναι από καλό σπίτι. Είναι ευγενής, μιλάει στον πληθυντικό, είναι εξευγενισμένη κτλ. (Όπως και η μικρούλα του ονείρου «ήταν η κόρη του Κ.,», ενός παλιού διάσημου άσου, που στα μάτια του μικρού τότε «Αντώνη» φάνταζε ως πολύ σπουδαίος vip).
Ειδικά το λευκό παντελόνι τού ενίσχυσε την εντύπωση της ανωτερότητας, γιατί, όπως είπε, θύμιζε κάτι καλοσιδερωμένα παντελόνια που φορούσαν στις ταινίες του ‘60 κάτι πλουσιοκόριτσα, που εντυπωσίαζαν πολύ τότε τα άβγαλτα χωριατόπουλα, όπως ήταν ο «Αντώνης».
θ. Για τον γέρο-Αχιλλέα του ονείρου δεν βγάλαμε σχεδόν τίποτα στην αρχή. Οι μόνοι γέροι που αναφέρθηκαν ήταν ένας κάπως ηλικιωμένος συνάδελφος στο γραφείο (Κώστας Κ.), ο παππούς του, τον οποίο υπεραγαπούσε, ένας Αχιλλέας που πουλούσε γλειφιτζούρια στο χωριό του παλιά. Και βεβαίως ο Αχιλλέας των Μυρμιδόνων, ο αρχαίος.
Σ.σ. Ο ίδιος είπε ότι την περασμένη μέρα είχε κάτσει και είχε κρατήσει κάποιες σημειώσεις γι’ αυτό το όνειρο, σαν ημερολόγιο, όπου είχε αναφερθεί εκτενώς και στον αρχαίο Αχιλλέα, που γενικά τον έχει μες στην σκέψη του ως «πρωταθλητή σε όλα» και ιδιαίτερα ως «ερωτικό πρωταθλητή».
Τελικά και πολύ αργότερα, μετά την τέταρτη συζήτηση, βγήκε ο αντίστοιχος «Αχιλλέας» του αρχικού συμβάντος, ένας συνάδελφος του «Αντώνη», όπως θα δούμε παρακάτω.
ι. Για την άμμο, που ήταν από κάποιο ποτάμι, δεν βγήκαν και πολλά πράγματα στην αρχή. Μετά από πολλά, είπε τελικά, ότι άμμο στη ζωή του έχει δει στο ποτάμι του χωριού του και περισσότερη σε κάποια παλιά κοίτη ποταμού στον Προφήτη Ηλία, ένα άλλο χωριό, που είχε σχέση και με τον παππού του. Περνούσε από κει συχνά με τον παππού του, τότε που ήταν πολύ μικρός. Πολύ ευτυχισμένες μέρες θυμάται.
Αργότερα, στην τρίτη συνάντησή μας, βγήκε πεντακάθαρα και μια τρίτη περιοχή με ποταμίσια άμμο, από την περιοχή Γαβλαγάνη ανάμεσα στο χωριό του και τη Σκύδρα, την οποία θυμάται καθαρά ότι την είχε δει και στο όνειρο. Κι εκεί υπάρχει ένα αμμώδες χωράφι ενός άλλου παππού του, από τον οποίο έχει επίσης πολύ καλές αναμνήσεις.
Γενικά έχει την βρεγμένη ποταμίσια άμμο για «καθαρή ηδονή», όπως λέει ο ίδιος, αντίθετα με την θαλασσινή άμμο, που έχει αλάτι. Όπως βγήκε από τις αρκετές συζητήσεις μαζί του, σκούρα βρεγμένη ποταμίσια άμμος, μισοσκόταδο και ηδονή είναι έννοιες συναφείς γι’ αυτόν.
(Αρχική συσχέτιση και αξιολόγηση των δεδομένων)
Μετά τις τρεις ακόμα συναντήσεις που έγιναν στο γραφείο μου (η δεύτερη, Δευτέρα 29.6.98, στις 21.00, μαζί με τον φίλο κ. Ν. Αγγελίδη), ο «Αντώνης» είπε αρκετά περισσότερα, έτσι άρχισε να σχηματίζεται κάποια βατή και συγκεκριμένη χωροσυναισθηματική ερμηνεία, η οποία ολοκληρώθηκε με την τέταρτη επίσκεψή του, όπου ήμασταν πάλι οι τρεις με τον Ν. Αγγελίδη στο γραφείο μου, και μια πέμπτη λίγο αργότερα (Σάββατο 11.7.98).
1. Το όνειρο
Το όνειρο είναι πολύ συγκεκριμένο, με πολλές και σαφείς λεπτομέρειες, όπως τις διόρθωσε ο ίδιος και δεν χρειάζεται να προστεθεί ή να αφαιρεθεί κάτι.
2. Αρχικό συμβάν
Ως αρχικό συμβάν μπορούμε να πάρουμε αυτό που του συνέβη λίγη ώρα πριν κοιμηθεί με την όμορφη νεαρή Τασούλα, στο γραφείο του. Τα πραγματικά δεδομένα του είναι πολύ συγκεκριμένα και οι ομοιότητες μεταξύ αυτού του συμβάντος και του ονείρου είναι φανερές. Σε γενικές γραμμές:
α. Στο όνειρο είναι με κάποιον, όταν περνάει από αριστερά προς τα δεξιά αυτό το πολύ όμορφο κοριτσάκι, πολύ στενοχωρημένο και φεύγει ακολουθώντας τον έναν από τους δύο δρόμους που πάνε για το χωριό.
β. Στο αρχικό συμβάν είναι με άλλους πέντε συναδέλφους στο γραφείο του και δουλεύει και συζητάει μαζί τους (ή με κάποιον από αυτούς), όταν περνάει από τον στενόμακρο διάδρομο η Τασούλα από αριστερά προς τα δεξιά και πάει προς το γραφείο της. Λίγο αργότερα την ίδια μέρα συμβαίνει στο γραφείο της και το περιστατικό που τον προσγείωσε ανώμαλα.
Προσοχή, αυτή η δεύτερη επαφή μαζί της εκείνη την ίδια μέρα είναι πολύ σημαντική και είναι ένα δεύτερο συμβάν, που μπορούμε να το πούμε Β’ φάση του αρχικού συμβάντος. Δηλαδή, «Α φάση» είναι όταν περνάει η Τασούλα από το γραφείο του και Β’ φάση, όταν (λίγο αργότερα) πηγαίνει αυτός στο δικό της.
Με άλλα λόγια, η πορεία της Τασούλας ανήκει στην Α’ φάση και η πορεία του «Αντώνη» στη Β’ φάση.
Χαρακτηριστικό είναι ότι στην «Α φάση», αυτή είναι το ενεργό αντικείμενο, αφού αυτή περνάει και αυτός απλώς την βλέπει για λίγο (αναγκαστικά, όπως περνάει από το άνοιγμα της πόρτας). Ενώ στη Β’ φάση ενεργός είναι ο ίδιος, αφού σηκώνεται από τη θέση του και πηγαίνει ως το γραφείο της. Σε αυτή τη Β’ φάση συνέβησαν όλα τα έντονα συναισθήματα και οι σημαντικές εξάρσεις που βγήκαν στο όνειρο. Η Β’ φάση είναι η κορύφωση του αρχικού συμβάντος, με την προσβολή που του έγινε από την αυστηρή ηλικιωμένη συνάδελφο. «Είσαι καλά, ρε Αντώνη;».
Οι συσχετίσεις και η ταύτιση των δύο συμβάντων είναι κάτι που το δέχεται έμμεσα και ο ίδιος, αφού αυτό ήταν το πρώτο συμβάν που ανέφερε αμέσως ο ίδιος, όταν τον ρώτησα αν υπάρχει καμιά «μικρούλα» στη ζωή του, που εκείνη τη μέρα να έπαιξε κάποιο ρόλο στη ζωή του. Επίσης από την αρχή δεν έφερε αντίρρηση σε όλες τις αμφισυνδέσεις ονείρου και αρχικού συμβάντος που έκανα εγώ. Σε όλες απάντησε καθαρά αργά ή γρήγορα, σαν να δέχεται ότι, ναι, αυτό το όνειρο έχει σχέση άμεση με αυτό το συγκεκριμένο συμβάν, κάτι που στηρίζεται και από πολλά ισχυρά σημεία:
α. Υπάρχει στο χώρο της δουλειάς του η Τασούλα, με μεγάλη διαφορά ηλικίας από αυτόν, η οποία τον ενδιαφέρει πολύ.
β. Το γεγονός ότι η Τασούλα στο γραφείο πέρασε μπροστά από το γραφείο του εκείνη τη μέρα (και περνάει πολύ συχνά κάθε μέρα), ταιριάζει πολύ με το γεγονός ότι η 11χρονη πιτσιρίκα στο όνειρο είχε περάσει έτσι ακριβώς από μπροστά του και μάλιστα από αριστερά προς τα δεξιά.
- Η λεπτομέρεια του ονείρου, που αυτός ακολούθησε την 11χρονη «αργότερα» και με την πρόφαση ότι «προς τα εκεί ήταν ο δρόμος του», συνάδει με το γεγονός ότι και στο αρχικό συμβάν (στη Β’ φάση), αυτός «αργότερα» πήγε στο γραφείο της Τασούλας (την «ακολούθησε» δηλαδή) και πάλι με κάποια πρόφαση (όπως και στο όνειρο), ότι πήγε στον συνάδελφο του διπλανού γραφείου.
γ. Η Τασούλα είναι όμορφη, πολιτισμένη, εξευγενισμένη, όπως και η πιτσιρίκα του ονείρου.
δ. Υπάρχουν δύο διαδρομές προς τα εκεί που πήγαινε η πρωταγωνίστρια και στο αρχικό συμβάν και στο όνειρο.
- Ειδικά αυτό το σημείο θα διευκρινιστεί ακόμα καλύτερα παρακάτω, μετά τον σχολιασμό και κάποιου πρόσφατου πρότερου συμβάντος.
ε. Η Τασούλα στο γραφείο είχε βάλει για πρώτη φορά λευκό παντελόνι στο γραφείο, όπως για πρώτη φορά η 11χρονη πιτσιρίκα στο όνειρο «είχε πάρει μέρος σε αγώνες, αλλά είχε αποτύχει».
ζ. Η γεωγραφία των δύο χώρων ταιριάζει απόλυτα, όπως φαίνεται στα αναλυτικά σχεδιαγράμματα, αλλά θέλω να σχολιάσω και μία πολύ σημαντική λεπτομέρεια εδώ. Στη Β’ φάση ο χώρος στο διάδρομο έξω από το γραφείο της Τασούλας είναι πολύ σκοτεινός. Είναι ένα μήκος του διαδρόμου, που δεν φωτίζεται ούτε από το φως του ήλιου, ούτε απο τεχνητό φωτισμό και επικρατεί μισοσκόταδο. Ακριβώς όπως και στο όνειρο σε κείνη την αναλογία του χώρου, ήταν «σε έναν εσωτερικό σκοτεινό χώρο, χωρίς φως», και μάλιστα η πιτσιρίκα ήταν και αυτή «κάπου εκεί μέσα». Στην πραγματικότητα ήταν στο διπλανό γραφείο, γιατί, όπως ο «Αντώνης» στεκόταν στην πόρτα της, στεκόταν στον σκοτεινό διάδρομο και έβλεπε προς το αριστερό γραφείο.
η. Σε ό,τι αφορά το συναίσθημα υπάρχει μια διόρθωση από το αρχικό συμβάν στο όνειρο:
- Στην πραγματικότητα και αυτός και η Τασούλα, εκείνη τη μέρα πριν το όνειρο, ήταν «στα πάνω τους». Αυτός είχε κέφια και μιλούσε πολύ και αστειευόταν, αλλά και αυτή είχε το άσπρο παντελόνι και αισθανόταν ωραία που όλοι την κοίταζαν.
- Στο όνειρο όμως η 11χρονη είναι καθαρά απογοητευμένη που απέτυχε σε κάτι, σε σημείο που αυτός στο όνειρο να φοβάται μήπως κάνει κακό στον εαυτό της. Βγαίνει εδώ μια γενικότερη ανασφάλειά της (που είναι νεαρή, άβγαλτη και όλοι της έχουν πάρει τον αέρα) και όχι η συγκεκριμένη καλή ψυχολογική της κατάσταση εκείνη τη μέρα.
Και αυτή τη διόρθωση στο συναίσθημα, που είναι στην ουσία η κεντρική επιδίωξη του ονείρου, θα τη σχολιάσουμε εκτενώς και καλύτερα παρακάτω, μετά τον σχολιασμό και του πρόσφατου πρότερου συμβάντος.
3. Πρόσφατο πρότερο συμβάν
Τη δεύτερη φορά που συναντηθήκαμε στο γραφείο μου, ο ίδιος, χωρίς πίεση, ανέφερε λεπτομερειακά ένα συμβάν ακόμα, που εμπλέκεται μια νεαρή, και μάλιστα ακόμα πιο μικρό, 14 περίπου χρονών ("αν και έδειχνε σίγουρα πάνω από 17", όπως διευκρίνισε ο Αντώνης), και πολύ πρόσφατα, μόλις την περασμένη μέρα από τότε που είδε το όνειρο (Πέμπτη 24.6.98). Αυτό το συμβάν ήταν ένα πολύ πρόσφατο πρότερο συμβάν, που υπήρχε στο νου του σαν υπόλοιπο από την περασμένη μέρα στη μνήμη και το θυμικό του ως διέγερση, πριν συμβεί το αρχικό συμβάν στο γραφείο και φυσικά πριν το όνειρο.
Το συμβάν: Την περασμένη μέρα το μεσημέρι, λοιπόν, ο «Αντώνης» κάθεται μαζί με 4 άλλους συγγενείς του, στην αυλή ενός μηχανουργείου στο χωριό του, (σ.σ. πίσω από το μηχανουργείο είναι το σπίτι του), δίπλα στο δρόμο, και συζητάνε, όταν περνάει από το δρόμο, από αριστερά προς τα δεξιά, αυτό το μικρό κοριτσάκι 14 περίπου χρονών και σταματάει και χαιρετάει θαρεττά μια συνομήλική της ανηψούλα του, που είναι μαζί του.
«Ήταν ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι», λέει ο ίδιος, «πολύ καλοντυμένο. Από το μυαλό μου περνάει η σκέψη “κοίτα πως τα ντύνει η μάνα τους!” Μια σκέψη θαυμαστική για το πολύ ωραίο της ντύσιμο.»
Μετά τον χαιρετισμό, το κοριτσάκι συνεχίζει για το σπίτι της, προς τα δεξιά, προς της γενική κατεύθυνση που πήγαινε και προτού σταματήσει, κι αυτός το ακολουθεί για λίγο με το μάτι του. Ο ίδιος αναφέρει ότι μόλις απομακρύνθηκε το κοριτσάκι, αυτός γύρισε προς τα αριστερά του και ρώτησε την ανιψούλα του κάτι γι’ αυτήν.
- Ποιο είναι αυτό το κοριτσάκι;
Σε λίγο σηκώθηκε και ο «Αντώνης» να πάει στο σπίτι του, που είναι πίσω από το μηχανουργείο. Χωροστατικά, στην αρχή η πορεία του είναι προς τα δεξιά (προς τη γενική κατεύθυνση που έφυγε το κοριτσάκι), και μετά ξαναστρίβει δεξιά προς το σπίτι του, όπως και εκείνη αναγκαστικά θα έπρεπε να στρίψει δεξιά αργότερα, για να πάει στο σπίτι της.
Προσοχή σε μια πολύ σημαντική «λεπτομέρεια»: Στην πραγματικότητα έχουμε και εδώ στο πρότερο συμβάν δυο χωροσυναισθηματικές φάσεις, όπως είχαμε και στο αρχικό. Έχουμε και εδώ λοιπόν την Α’ φάση, όταν περνάει το κοριτσάκι από μπροστά του, και λίγο αργότερα έχουμε τη Β’ φάση, όταν σηκώνεται κι αυτός (ο «Αντώνης») να πάει στο σπίτι του. Ακριβώς όπως και στο αρχικό συμβάν στο γραφείο, πρώτα (στην Α’ φάση) περνάει η νεαρή Τασούλα και μετά (στη Β’ φάση) σηκώνεται αυτός και πάει στο γραφείο της.
Αρμολόγηση των τριών συμβάντων
(ονειρικού, αρχικού και πρότερου)
Το πολύ πρόσφατο αυτό πρότερο συμβάν στο χωριό του, χωροσυναισθηματικά ταιριάζει πολύ και με το ονειρικό συμβάν και με το αρχικό συμβάν στο γραφείο του, και μάλιστα, σύμφωνα με βασική πρόταση της χωροσυναισθηματικής ερμηνείας, το όνειρο έχει δανειστεί ακριβώς την εικόνα του πρότερου συμβάντος, αφού στο όνειρο δεν εμφανίζεται η νεαρή του γραφείου, αλλά η καλοντυμένη μικρούλα από το χωριό του, η 14χρονη.
Βλέπουμε λοιπόν, ότι και στα τρία συμβάντα, ονειρικό, αρχικό και πρότερο, είναι καθισμένος κάπου με κάποιον ή κάποιους και περνάει, από τα αριστερά προς τα δεξιά πάντα, ένα όμορφο και καλοντυμένο κοριτσάκι (ή Τασούλα). Αξιοσημείωτο είναι ότι και στα τρία συμβάντα είναι παρών και κάποιος υπερήλικας. Στο όνειρο είναι ο γερο-Αχιλλέας. Στο αρχικό συμβάν, στο γραφείο, είναι κάποιος Κώστας Κ. (και 4 άλλοι συνάδελφοι), και στο πρότερο συμβάν, ο ίδιος αναφέρει ένα θείο του (μαζί με 3 άλλους).
Η διαφορά είναι ότι στο όνειρο έχει γίνει αφαίρεση των περιττών και έχει μείνει μόνο ένας: ο Άγιος γερο-Αχιλλέας, που ενδιαφέρει το όνειρο.
Προσοχή! Το δραματουργικό ενδιαφέρον του ονείρου γι’ αυτή τη Β’ φάση είναι επειδή εκεί και τότε συμβαίνει ο συναισθηματικός μετεωρισμός του «Αντώνη», που του αφήνει στο θυμικό ένα σημαντικό μετέωρο συναίσθημα, που αυτό πρέπει να διευθετηθεί στο όνειρο.
Σύμφωνα με τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου το όνειρο έχει ως εναρκτήριο ψυχικό φορτίο κάποιο μετέωρο συναίσθημα, που φορτίζει (ενοχλητικά) το θυμικό του «Αντώνη» την ώρα που αυτός πέφτει να κοιμηθεί.
Στην περίπτωση αυτή, το πραγματικό μετέωρο συναίσθημα ξεκίνησε ως ευφορική διέγερση, που ένιωθε στο γραφείο, ΑΛΛΑ κόπηκε απότομα από το αρνητικό σχόλιο της αυστηρής ηλικιωμένης συναδέλφου στο γραφείο της όμορφης Τασούλας: «Είσαι καλά, ρε Αντώνη;»
Αυτό έκοψε απότομα τον «Αντώνη», που «τα έχασε» λίγο ή πολύ, και πάντως έμεινε μετέωρο «κάποιο φορτίο μέσα του» και σε εκκρεμότητα ως εκείνο το ίδιο μεσημέρι, που κοιμήθηκε μετά το γραφείο και είδε αυτό το όνειρο, που τακτοποίησε αυτές τις συγκεκριμένες εκκρεμότητες.
Δηλαδή, το μετέωρο συναίσθημα που φορτίζει το θυμικό του, όταν πέφτει για ύπνο το μεσημέρι (και βλέπει το όνειρο), είναι αυτό που του έμεινε «μετέωρο», από το αρχικό συμβάν στο γραφείο, που είχε συμβεί λίγες ώρες πριν κοιμηθεί. Και μάλιστα από την συναισθηματική κορύφωση της Β’ φάσης του αρχικού συμβάντος.
Προσοχή: Μια σύμπτωση εδώ στη λεκτική περιγραφή του πράγματος είναι ότι και ο ίδιος λέει ότι έπαθε «μετεωρισμό». Ακριβώς. Όπως και αν το εννοεί αυτός, στην κυριολεξία του λόγου, και στην ουσία, αυτό ακριβώς έπαθε.
Σύμφωνα με την χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου είναι μια καθαρή περίπτωση, όπου στο αρχικό συμβάν συμβαίνει «κάτι», που αφήνει μετέωρο κάποιο συναίσθημα να φορτίζει το θυμικό, το οποίο πυροδοτεί το όνειρο, που συμβαίνει αμέσως μετά το αρχικό συμβάν.
Η μοιραία σύμπτωση
Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι αυτό το συγκεκριμένο αρχικό συμβάν με τη νεαρή Τασούλα στο γραφείο είναι πολύ όμοιο, ως χωροσυναισθηματική κατάσταση, με αυτό το πολύ πρόσφατο πρότερο συμβάν, που του συνέβη μόλις την περασμένη μέρα το μεσημέρι και στο οποίο εμπλέκεται πάλι κάποιο μικρό κοριτσάκι και κάποιες σκέψεις, που έκανε γι’αυτό και που τον φόρτιζε σε κάποιο βαθμό πριν το αρχικό συμβάν στο γραφείο και πριν το όνειρο.
Δηλαδή, από το πρωί εκείνης της μέρας το θυμικό του είναι φορτισμένο από το μετέωρο συναίσθημα, που του προκάλεσε το συμβάν της περασμένης μέρας (Πέμπτη) με το ωραίο 14χρονο κοριτσάκι που πέρασε «προκλητικό» από μπροστά του. («Σαν ωραία 17άρα ήταν», λέει ο ίδιος). Γι’ αυτό είναι σε κάποια «διέγερση» από το πρωί και πολύ ομιλητικός στο γραφείο του όλη εκείνη τη μέρα (Παρασκευή).
Ώσπου, κάποτε, μέσα στην ήδη αυξημένη διέγερσή του, περνάει από το γραφείο του, (από αριστερά προς τα δεξιά πάλι!), και η ωραία νεαρή Τασούλα με το άσπρο παντελόνι και τον διεγείρει ακόμα περισσότερο.
Προσοχή! Αυτή η εικόνα είναι χωροσυναισθηματικά ΟΜΟΙΑ με την άλλη, τη χτεσινή που τον φόρτισε αρχικά και έτσι τον διεγείρει και αυτή ακόμα περισσότερο, τόσο, που σε λίγο σηκώνεται από τη θέση του και πάει στο γραφείο της, για να εισπράξει το τελικό καυστικό σχόλιο της ηλικιωμένης συναδέλφου (Είσαι καλά, ρε Αντώνη;), να μείνουν ξανά μετέωρα και παροξυμένα όλα και έτσι να πάει αμέσως για ύπνο, όπου είδε και το όνειρο.
Γι’ αυτό, όταν τελικά πέφτει για ύπνο το μεσημέρι, τον φορτίζουν οι φορτίσεις από το αρχικό συμβάν (με τη Τασούλα, που συνέβη πριν λίγη ώρα στο γραφείο του), αλλά και από εκείνο το χτεσινό συμβάν (με την 14χρονη), ως συνώνυμο το ένα του άλλου, με προστιθέμενες ποιότητες και δυναμικά. Η τελική φόρτιση του αρχικού συμβάντος (στο γραφείο) προστέθηκε στην ήδη υπαρκτή διέγερσή του εκείνης της μέρας, που είχε μείνει ως υπόλοιπο από το χθεσινό συμβάν (στο μηχανουργείο).
Με άλλα λόγια, στην εγρήγορση της επόμενης μέρας βρήκε μια κάπως μεγαλύτερη «νεαρή», για να γειώσει τις «ανεπίτρεπτες» φορτίσεις από την 14χρονη πιτσιρίκα της προηγούμενης μέρας. Επειδή όμως, και αυτή ήταν υπερβολικά νεαρή, η απόπειρα έληξε άδοξα και όλα έμειναν ξανά μετέωρα, μέχρι εκείνο το ίδιο μεσημέρι, που όλα γίνονται ένα όνειρο, ισχυρό συνώνυμο και των δύο, όπου εμφανίζεται μια ακόμα πιο μικρή, μια 11χρονη. Με το όνειρο τελειώνει αυτός ο φορτισμένος κύκλος.
4. Παλιότερο πρότερο συμβάν
Ο ίδιος θυμήθηκε αυτή τη φορά και ένα ακόμα συμβάν, που είχε ζήσει κάπως παλιότερα. Ορισμένα χρόνια πριν βρισκόταν σε ένα άλλο χωριό της Αριδαίας, όπου φλέρταρε στο γραφείο του πάλι, με κάποια νεαρούλα και πολύ όμορφη συνάδελφο πάλι. Αυτός ήταν τότε 42 χρόνων και εκείνη πάλι γύρω στα 25, δηλαδή, με μια σημαντική διαφορά ηλικίας και πάλι.
Και μάλιστα επειδή ο ίδιος είναι συμπαθής και ελκυστικός, το φλερτ αυτό είχε προχωρήσει αρκετά πολύ, σε σημείο που η νεαρή τότε του είχε προτείνει ξαφνικά να βγούνε ραντεβού, αλλά αυτός, που δεν πίστευε ότι το πράγμα θα είχε προχωρήσει τόσο πολύ, ξαφνιάστηκε και «τα έχασε». Ξαναείχε πάθει κάποιο σοβαρό «μετεωρισμό» και τότε, δηλαδή.
Τελικά, και αυτό το παλιό πρότερο συμβάν ταιριάζει τόσο πολύ με όλα τα συμβάντα που έχουμε αναφέρει, που δε χρειάζεται νομίζω να το αναλύσουμε καθόλου.
Εξάλλου το ανέφερε αυτός ο ίδιος ο «Αντώνης», ως Χωροσυναισθηματικό συνώνυμο, τόσο του ονείρου, όσο και του αρχικού συμβάντος στο γραφείο του, αλλά και του πρότερου συμβάντος με την 14χρονη πιτσιρίκα στο χωριό του (μπροστά στο μηχανουργείο). Γι’αυτό το αναφέρω κι εγώ εδώ, για να υπογραμμιστεί και μια μικρή ή μεγάλη εμμονή του στις ανήλικες (με συνακόλουθες ενοχές και μετεωρήσεις). Ο ίδιος είναι ανύπαντρος και μεσόκοπος σήμερα.
Η προφάνεια ορισμένων πραγμάτων βγάζει μάτι.
ΤΕΛΙΚΗ ΧΩΡΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ
Εδώ θα προσπαθήσουμε μια τελική, ακόμα πιο αναλυτική συσχέτιση και αρμολόγηση των διαφόρων συμβάντων σημείο προς σημείο.
Ερμηνευτικό σημείο εκκίνησης είναι το όνειρο, το οποίο θα συγκρίνουμε με το αρχικό και το πρότερο συμβάν. Ακολουθώντας λοιπόν τη συγκεκριμένη δομή στη δράση του ονείρου σημείο προς σημείο, αναλύουμε και αξιολογούμε μία μία τις διακριτές καταστάσεις του, ως συγκεκριμένες ονειρικές ενότητες.
1. Πρώτη ονειρική ενότητα
«Στην αρχή του ονείρου είναι κάπου με κάποιον, που προσπαθεί να τον πείσει για κάτι, και του είναι λίγο ενοχλητικός, αλλά ο ίδιος ο «Αντώνης» του απαντάει συγκαταβατικά, αλλά αόριστα, «ναι…, ίσως…, θα δουμε…» κτλ. Όταν περνάει από μπροστά του ένα 14χρονο κοριτσάκι».
Ακριβώς η ίδια κατάσταση υπάρχει (πραγματικά ή δυνητικά) ως εναρκτήρια κατάσταση και (α) στο αρχικό συμβάν και (β) στο πρόσφατο πρότερο συμβάν, γιατί:
α. Στο αρχικό συμβάν
Επειδή στο αρχικό συμβάν είναι καθισμένος στο γραφείο του με πέντε άλλους συναδέλφους, μπορούμε να υποθέσουμε ότι στο αρχικό συμβάν (στο γραφείο) πραγματικά υπάρχει ένας συνάδελφος, που προσπαθεί να τον πείσει για κάτι (αλλά αυτός τηρεί συγκαταβατική στάση), την ώρα που περνάει από έξω η νεαρή Τασούλα, ακριβώς όπως στο όνειρο υπάρχει κάποιος που προσπαθεί να τον πείσει για κάτι (αλλά αυτός κρατάει συγκαταβατική στάση), όταν περνάει η 11χρονη πιτσιρίκα.
Στην πραγματικότητα ο ίδιος ο «Αντώνης» λέει ότι στα δεξιά του στο γραφείο κάθεται ένας ηλικιωμένος συνάδελφος (ο πιο ηλικιωμένος όλων εκεί μέσα, γύρω στα 65. Παππούς. Ο Κώστας Κ.). Όπως ο ίδιος επίσης λέει, ότι γενικά έχουν καλή σχέση οι δυο τους, ότι μιλάει πολύ με αυτόν ειδικά τον συνάδελφο, ο οποίος είναι σεβάσμια παρουσία, με αρκετά ισχυρή και ανταγωνιστική προσωπικότητα και μεγάλο πειραχτήρι.
Όταν περνάει η Τασούλα έξω από το γραφείο, λοιπόν, ο «Αντώνης» προσέχει μήπως αυτός ο γηραλέος συνάδελφος τον πήρε χαμπάρι τι κοίταζε και γιατί, και αρχίσει το δούλεμα.
β. Στο πρόσφατο πρότερο συμβάν.
Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για το πρότερο συμβάν (στο μηχανουργείο του χωριού του), όπου βρίσκεται την περασμένη μέρα καθισμένος με άλλους 4 συγγενείς του, και συζητούν και ίσως κάποιος προσπαθεί να τον πείσει για κάτι, και του έχει γίνει και λίγο φόρτωμα, όταν περνάει από το δρόμο η όμορφη 14 χρονη πιτσιρίκα.
Δηλαδή, αυτή η συγκεκριμένη εναρκτήρια κατάσταση του ονείρου, όπου κάποιος προσπαθεί να τον πείσει για κάτι και αυτός απλώς συγκατανεύει, είναι κάτι που συνέβη πραγματικά στο αρχικό συμβάν ή στο πρότερο συμβάν ή και στα δύο. Και στο γραφείο του και στο μηχανουργείο του χωριού υπάρχει ένας συγκεκριμένος «κάποιος», που του γίνεται ταγάρι εκείνη τη συγκεκριμένη ώρα, που περνάει η 14 χρονη πιτσιρίκα στο πρότερο συμβάν (μπροστά από το μηχανουργείο) και η Τασούλα στο αρχικό συμβάν (μπροστά από το γραφείο του).
Αυτό αιτιολογείται επαρκώς από το γεγονός ότι γενικά, ο ίδιος στην πραγματικότητα είναι πολύ συγκαταβατικός και ελάχιστα εριστικός, που σημαίνει ότι συχνά, απλώς ακούει τι του λένε οι άλλοι, όπως συνέβη στο όνειρο. (Ο ίδιος λέει ότι λειτουργεί σαν παιδάκι, αφού, «είμαι παρών σε μια συντροφιά, αλλά συμμετέχω ελάχιστα ενεργά. Σαν παιδάκι». Δικά του λόγια).
Επίσης είναι πολύ ομιλητικός, όταν ο άλλος τον ακούει και δεν είναι έντονα ανταγωνιστικός. Επίσης ο ίδιος λέει ότι («Συχνά πετάω ένα καλαμπούρι, για να ανάψει η κουβέντα, και μετά κάθομαι και ακούω»).
Από τη δική μου εμπειρία κατάλαβα ότι ο «Αντώνης» έχει άποψη και γνώμη (αν και καμιά φορά ιδιόμορφη), και είναι λαλίστατος, αλλά όταν ο άλλος γίνεται επίμονος, απλώς συμμαζεύεται και συγκατανεύει αόριστα. Ακριβώς η χωροσυναισθηματική κατάσταση που βγήκε στην αρχή του ονείρου.
Τελικά, η γενική ατμόσφαιρα στην αρχή του ονείρου είναι παρόμοια και με τη γενική ατμόσφαιρα στο γραφείο εκείνο το πρωί ή/και στο μηχανουργείο την περασμένη μέρα. Αυτή είναι η γενική ατμόσφαιρα στα σίγουρα.
Ο ίδιος το δέχεται αυτό και θυμήθηκε μάλιστα ότι στο όνειρο μάλλον προσπαθούσε να τον πείσει κάποιος να παντρευτεί, όπως πολύ συχνά στο παρελθόν αυτοί οι ίδιοι συγγενείς του, που ήταν εκεί την Παρασκευή, είχαν προσπαθήσει κατά κόρο να τον πείσουν για το ίδιο πράγμα.
Εδώ μπορούμε να σημειώσουμε επίσης, ότι αυστηρά χωρικά και τις δύο φορές που περνάει η πιτσιρίκα είναι καθισμένος με 4-5 άλλους και μάλιστα ανάμεσα από ένα νέο και ένα γέρο (και στο γραφείο και στο μηχανουργείο). Και μάλιστα και τις δύο φορές αριστερά του είναι ο νέος και δεξιά του ο γέρος, τον οποίο φοβάται μήπως τον παρεξηγήσει, και τον δουλέψει, που κοιτάει την πιτσιρίκα.
Στο γραφείο, δηλαδή, δεξιά του κάθεται ο πιο ηλικιωμένος συνάδελφος Κώστας Κ., ενώ στο μηχανουργείο ο Θείος του (ο πιο ηλικιωμένος όλων εκεί).
2. Δεύτερη ενότητα του ονείρου.
«Στη συνέχεια του ονείρου και μετά την εμφάνιση της 11χρονης πιτσιρίκας, βλέπουμε ότι η αφήγηση επικεντρώνεται στην εξωτερική εμφάνιση του κοριτσιού, αλλά και στην ψυχολογική κατάσταση του κοριτσιού, που είναι διαμετρικά αντίθετες. Η εμφάνισή του είναι άψογη, αλλά η ψυχολογική του κατάσταση χάλια, επειδή απέτυχε στους αγώνες (άλμα σε μήκος ή ύψος ίσως), που είχε δώσει για πρώτη φορά στη ζωή της. Δίνεται με ακρίβεια και η αιτία της αποτυχίας, που ήρθε επειδή το κοριτσάκι «τα έχασε».
α. Η εμφάνιση
Καταρχήν η άψογη εμφάνιση του κοριτσιού, εκτός από το όνειρο, υπάρχει και στο αρχικό συμβάν (στο γραφείο) και στο πρότερο συμβάν (στο μηχανουργείο).
- Στο αρχικό συμβάν η Τασούλα στο γραφείο ήταν ντυμένη (για πρώτη φορά!) με ένα πολύ όμορφο λευκό παντελόνι, που την έκανε να μοιάζει σαν τις πλούσιες στις ταινίες του ‘60. Ακριβώς όπως και το 11χρονο κοριτσάκι του ονείρου ήταν «σαν την κόρη του Κων.», ενός ΒΙΠ, για τα δεδομένα του χωριού.
- Στο πρότερο συμβάν, το 14χρονο κοριτσάκι που πέρασε μπροστά από το μηχανουργείο ήταν άψογα ντυμένο, σε σημείο που ο «Αντώνης» το θαύμασε («Κοίτα πως τα ντύνει η μάνα τους», σκέφτηκε).
Έτσι, τελικά, σε ό,τι αφορά την εμφάνιση (και την κυριολεξία της εικόνας), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και οι τρεις πρωταγωνίστριες (στο όνειρο, στο αρχικό και στο πρότερο συμβάν) είναι όλες πολύ καλοντυμένες.
Η καίρια διαφορά μεταξύ όλων αυτών των συμβάντων εντοπίζεται στο συναίσθημα.
α. Στο όνειρο το 11χρονο κοριτσάκι είναι θλιμμένο, σε βαθμό που ο «Αντώνης» φοβάται μήπως κάνει κακό στον εαυτό του.
β. Στο γραφείο (αρχικό συμβάν) η Τασούλα είναι εκείνη τη μέρα στα πάνω της. Φοράει το λευκό παντελόνι και περνάει μπροστά από το γραφείο του «Αντώνη» με αέρα και με την αυταρέσκεια της ωραίας γυναίκας, που ξέρει ότι την παρακολουθούν αδηφάγα μάτια.
(«Ήταν ωραία με κείνο το παντελόνι, που έκανε ιδιαίτερα ωραίο τον πισινό της και το ήξερε και το ευχαριστιόταν», λέει ο «Αντώνης»).
γ. Αλλά και στο μηχανουργείο (πρότερο συμβάν), το 14χρονο κοριτσάκι, εκτός από καλοντυμένο, είχε μεγάλη άνεση και αέρα. («Μου έκανε εντύπωση, λέει ο «Αντώνης», το πόσο θαρρετά χαιρέτησε. Με αέρα μεγάλου κοριτσιού»).
Σ.σ. Ο ίδιος παραλείπει εδώ να μας πει αν έκανε καμία σκέψη και για τον πισινό αυτού του μικρού κοριτσιού. Αν έγινε κάτι τέτοιο, είναι μια ανομολόγητη σκέψη, που εύλογα παρασιωπείται.
Εγώ απλώς θα ήθελα να σημειώσω το ακριβές σημείο, που το κοριτσάκι στο πρότερο συμβάν χαιρετάει την ανιψούλα του «Αντώνη», όπως μου έβαλε αυτό το ακριβές σημείο στο σχεδιάγραμμα αυτός ο ίδιος ο «Αντώνης».
Το κοριτσάκι μόλις έχει προσπεράσει ακριβώς το ύψος του «Αντώνη», οποίος έτσι το κοιτάει πλέον «από πίσω».
- Περισσότερο εμφανής είναι αυτή η γωνία στο αρχικό συμβάν, όπου το γραφείο του «Αντώνη» βλέπει προς την πόρτα, και τον διάδρομο, όταν η Τασούλα έχει περάσει καθαρά προς τα δεξιά, και φαίνεται αναγκαστικά «από πίσω».
Προσοχή! Στα σχεδιαγράμματα φαίνονται καθαρά όλες αυτές οι γωνίες, από τις οποίες ο «Αντώνης» έβλεπε τις διάφορες πρωταγωνίστριες. Εξάλλου το στηρίζουν και τα σχόλιά του για τον υπέροχο πισινό της Τασούλας με το άσπρο παντελόνι στο γραφείο, που το έβλεπε «από πίσω» μόνο όταν αυτή περνούσε από αριστερά προς τα δεξιά. Όταν περνούσε αντίθετα, την έβλεπε «από μπροστά» αναγκαστικά. (Σχεδιάγραμμα).
Τελικά, μετά από όλα αυτά καταλαβαίνουμε ότι έχουμε καθαρά δυο πρωταγωνίστριες «στα πάνω τους» (Τασούλα στο γραφείο και 14χρονη στο μηχανουργείο), αλλά στο όνειρο έχουμε μια 11χρονη πιτσιρίκα πολύ στενοχωρημένη. Αυτή δεν είναι μια απλή διαφορά στο συναίσθημα. Είναι το ακριβώς αντίθετο.
Είναι φανερό ότι το όνειρο διόρθωσε επίτηδες το συναίσθημα, από ευχάριστο σε δυσάρεστο, για να επανακάμψει στο τέλος του ονείρου ο ονειρευόμενος (που κι αυτός ήταν διεγερμένος ευχάριστα εκείνη τη μέρα) στην τελική χρυσή μέση θυμική κατάσταση, στη νηφαλιότητα, ανάμεσα στην ευχάριστη, (αλλά επικίνδυνη) διέγερση και την κατάθλιψη. Ο φόβος για την επικίνδυνη ευχαρίστηση οδηγεί το όνειρο.
Αυτή τη διόρθωση του συναισθήματος θα τη σχολιάσουμε εκτενέστερα αμέσως παρακάτω.
3. Τρίτη ενότητα του ονείρου
«Στη συνέχεια του ονείρου, ο «Αντώνης» ακολουθεί το 11χρονο κοριτσάκι από απόσταση, αλλά ξαφνικά συναντάει πάλι τον ίδιο πολυλογά, και μάλιστα η προσοχή του εστιάζεται στο βλέμμα του, που προς στιγμή φοβάται ότι θα είναι επικριτικό, αλλά όχι, είναι βλέμμα ανυποψίαστο και ήρεμης αποδοχής».
- Ποιος τον κοίταξε με αυτό το βλέμμα στο αρχικό ή/και στο πρότερο συμβάν;
Η τρίτη αυτή ενότητα του ονείρου, λοιπόν, είναι πολύ σημαντική, γιατί αφορά την κρίσιμη Β’ φάση του αρχικού συμβάντος, όπου ο «Αντώνης» πάει στο γραφείο της Τασούλας, και κυρίως αφορά την κορύφωση του συνολικού γεγονότος.
Βλέπουμε λοιπόν ότι σε αυτή την χωροχρονική στιγμή ο «Αντώνης» βρίσκεται έξω από το γραφείο της Τασούλας, ακουμπάει στην κάσα της πόρτας, όπως λέει ο ίδιος, σε ένα σημείο που, αν στρίψει το κεφάλι του δεξιά, βλέπει το γραφείο της Τασούλας και την Τασούλα, και αν στρίψει το κεφάλι του ελαφρώς αριστερά (όπως το είχε στρίψει και στο όνειρο), βλέπει το διπλανό γραφείο και έναν συνάδελφο που είναι σε κείνο το αριστερό γραφείο.
Ο συνάδελφος αυτός είναι κοντά στα 60. Με άσπρα περιποιημένα μαλλιά, ευγενικός, ήρεμος, πολιτισμένος, ωραίος, ψηλός και γλυκομίλητος.
Προσοχή! Ο «Αντώνης» πηγαίνει αρκετά συχνά στο γραφείο του, και ιδίως έξω από την πόρτα του (γιατί φυσικά ακριβώς δίπλα είναι το γραφείο της ωραίας Τασούλας), όπως σταμάτησε πρώτα στο περβάζι της πόρτας τους και κείνο το μεσημέρι και αντάλλαξε μαζί τους λίγα τυπικά λόγια.
Προσοχή! Την ώρα που μιλάει εντελώς συμβατικά και με αυτόν τον συνάδελφο (επειδή πήγε εκεί όχι γι’ αυτόν βεβαίως, αλλά για την ωραία Τασούλα στο διπλανό γραφείο), είναι ακουμπισμένος στην κάσα της πόρτας ακριβώς ανάμεσα από τα δύο γραφεία, όπως είπε ο ίδιος.
Προσοχή! Η συμβατική κουβέντα που κάνει και με αυτόν τον συνάδελφο είναι όμοια με τις κουβέντες που κάνει και στο γραφείο του, προηγουμένως, αλλά και στο πρότερο συμβάν στο μηχανουργείο. Είναι όλες συμβατικές συζητήσεις χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον γι’ αυτόν, και λίγο ενοχλητικές. Γι’ αυτό είναι όλες χωροσυναισθηματικά συνώνυμα και ανακαλούνται στο προσκήνιο του ονείρου όλες μαζί.
Τότε, λοιπόν, σε κάποιο σημείο της συμβατικής συζήτησης με αυτόν τον συνάδελφο στο αριστερό γραφείο, στρέφεται και προς το δεξιό γραφείο και λέει το χαριτωμένο στην όμορφη Τασούλα: «Ωραία είστε εδώ, δεν με παίρνετε και μένα, ρε Τασούλα;». Τότε ακριβώς όμως ακούγεται σαν ξαφνικός κεραυνός κάπου από πίσω του, από ένα άλλο γραφείο, απέναντι στο διάδρομο, το αυστηρό σχόλιο της ηλικιωμένης συναδέλφου: «Είσαι καλά, ρε Αντώνη;». Ήταν ένας πραγματικός ξαφνικός κεραυνός.
Τι έκανε τότε ο «Αντώνης»; Μετά το πρώτο ολιγόστιγμο σοκ, (όπου «τα έχασε» για λίγο) αποστρέφει το βλέμμα και το κεφάλι από την Τασούλα και στρέφει το κεφάλι προς τα αριστερά, προς το αριστερό γραφείο και κοιτάζει τον ηλικιωμένο συνάδελφο εκεί μέσα, για να δει πως την έχει πάρει αυτή την προσβολή. Αλλά μόλις βλέπει, από το ήρεμο ύφος και το καθαρό βλέμμα του ηλικιωμένου συναδέλφου, ότι δεν έχει παρεξηγήσει τίποτα, του απευθύνει το λόγο.
Ο λόγος αυτός όμως, ως κάποια σημαντική ενέργεια στον εαυτό του, μπορούμε να πούμε ότι αφορά την τέταρη και τελευταία ενότητα του ονείρου.
4. Τέταρτη ενότητα του ονείρου
«Στη συνέχεια του ονείρου βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο, αλλά με άλλη αντίληψη του χώρου, που ξαφνικά γίνεται εσωτερικός, σκοτεινός χώρος, και αμέσως μετά το βλέμμα, ο «Αντώνης» ρωτάει τον άλλον:
- Πως είπαμε ότι σε λένε;
Για να πάρει ως απάντηση όχι μόνο το όνομά του (Αχιλλέας), αλλά μια ολόκληρη διάλεξη και εξιστόρηση της ζωής του και των παθημάτων του, που κλείνει με την τελική παραδοχή του «Αντώνη»: «Καλά κάνεις εσύ, που προτιμάς τη μέση οδό».
Όπως στο όνειρο, έτσι και στο αρχικό συμβάν βρισκόμαστε στον ίδιο χώρο, ακριβώς μετά το καυστικό σχόλιο της ηλικιωμένης συναδέλφου, αλλά παρατηρούμε ότι αυτό το σχόλιο δεν εμφανίζεται πουθενά στο όνειρο. Καταπληκτικό, έ; Το όνειρο έχει καταπιεί εντελώς την προσβολή και εμφανίζει μόνο την βουλητική ανταπόκριση του «Αντώνη» προς τον... Αχιλλέα και την απάντηση του Αχιλλέα.
«Ξαφνικά», λέει στην αφήγηση του ονείρου, (πως έτσι «ξαφνικά» και γιατί, δε μας λέει), βλέπει τον άλλον αριστερά του και του απευθύνει βουλητικά το λόγο. Η βούληση της καυστικής ηλικιωμένης συναδέλφου και το καυστικό της σχόλιο απουσιάζουν από το όνειρο, αλλά υπάρχει εμφατικά η δική του, που απευθύνει το λόγο στον εξευγενισμένο και ασπρομάλλη ηλικιωμένο συνάδελφο.
Φοβερά συμφεροντολογική διευθέτηση, όπου ο «αρνητικός άλλος» δεν υπάρχει και υπάρχει μόνο το «εγώ». Όπου το φοβερό σχόλιο του «κακού άλλου» εξαφανίζεται και παραμένει μόνο η βουλητική ανταπόκριση του εγώ, υπάρχει μόνο η ερώτηση που έκανε ο «Αντώνης» στον «καλό» συνάδελφο του διπλανού γραφείου. Όπως υπάρχει και η «καλή» καταφατική απάντηση εκείνου προς τον «Αντώνη».
Παρατηρούμε επίσης, ότι τώρα, για πρώτη φορά στην αφήγηση του ονείρου, γίνεται αναφορά στο σκοτεινό (εσωτερικό!) περιβάλλοντα χώρο και ότι η πιτσιρίκα βρίσκεται «κάπου εκεί μέσα».
Δηλαδή, στο όνειρο συμβαίνει αυτό ακριβώς που συνέβη και στο αρχικό συμβάν, εκείνη τη στιγμή, που μετά την προσβολή, ο «Αντώνης» προσγειώνεται στην πραγματικότητα και βλέπει ξαφνικά γύρω του και βλέπει το μισοσκόταδο γύρω του, έχει συναίσθηση πλέον του εσωτερικού χώρου, και την «πιτσιρίκα» στο «άλλο γραφείο πλέον», («κάπου εκεί μέσα»), αφού αυτός έχει αποστρέψει το ενδιαφέρον και το βλέμμα του από εκείνη και κοιτάει πλέον στο διάδρομο γύρω του και μετά στο αριστερό γραφείο, τον ηλικιωμένο και ευγενικό συνάδελφο, που μέχρι εκείνη τη στιγμή απλώς τον ενοχλούσε με την άσχετη κουβέντα του.
Προσοχή, μέχρι εκείνη τη στιγμή τον άκουγε συμβατικά (γιατί είχε τη Τασούλα στο νου του). Τώρα η συζήτηση μαζί του δεν είναι καθόλου μα καθόλου συμβατική. Τώρα «στρέφεται» προς αυτόν και «ανοίγεται» σε αυτόν και του αρχίζει κουβέντα επειγόντως σαν σανίδα σωτηρίας, για να ξεφύγει από την πολύ αδέξια κατάσταση που έχει προκύψει σε βάρος του.
(Όπως στο όνειρο ρωτάει τον γέρο Αχιλλέα «Πως είπαμε ότι σε λένε;», εκείνη ακριβώς τη χωροχρονική στιγμή).
Προσοχή! Στην εξιστόρηση του ονείρου ο «Αντώνης» χρησιμοποιεί το ρήμα στο πρώτο πρόσωπο πληθυντικό ξαφνικά «Πως είπαμε ότι σε λένε;», εννοώντας «πως είπαμε ΕΜΕΙΣ!», βάζοντας βουλητικά έτσι αμέσως ΚΑΙ τον εαυτό του στην κουβέντα, για πρώτη φορά, ξαφνικά και επειγόντως, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή τον ενοχλούσε αυτή η κουβέντα, όπως είπε ο ίδιος.
Τότε, ο εξευγενισμένος ηλικιωμένος συνάδελφος στο αριστερό γραφείο (όπως και ο Αχιλλέας στο όνειρο), αρχίζει να του εξιστορεί αυτό που του έλεγε πριν, αλλά ο «Αντώνης» του απαντούσε συμβατικά και αφηρημένα, «ναι…, ίσως…, θα δούμε…» κτλ. Τώρα όμως ο «Αντώνης» δεν είναι καθόλου, μα καθόλου αφηρημένος. Είναι τέλεια «ανοιχτός» και δεκτικός σε όσα του λέει, ακριβώς όπως και στο όνειρο είναι ανοιχτός σε όλα όσα του λέει ο Αχιλλέας, που κάθεται και τα ακούει με κάθε λεπτομέρεια.
Οι χωροσυναισθηματικές αντιστοιχίες Αχιλλέα και αυτού του συγκεκριμένου συναδέλφου είναι τέλειες σε όλα. Από την επιτόπια έρευνα που έκανα είδα ότι ο συνάδελφος αυτός στο αριστερό γραφείο είναι ένας γνωστός μου ηλικιωμένος (καθαρά πάνω από πενήντα πέντε), ψηλός, ευθυτενής, και για να μη λέω πολλά, ακριβώς εξευγενισμένος σαν Άγιος ή/και σαν αρχαίος επικός ήρωας. Ιδίως ως εικόνα, με την ευθυτενή κορμοστασιά του, την ηρεμία του και τα περιποιημένα λευκά μαλλιά του.
Ο ίδιος ο «Αντώνης» λέει ότι σε μια συγκεκριμένη σημαντική συνομιλία του με αυτόν τον συνάδελφο στο διπλανό γραφείο, του είπε ότι του θυμίζει τον «Μαγδαληνή» από τους Άθλιους του Ουγκώ.
Σ.σ. Ο Μαγδαληνής, όπως είναι γνωστό, ήταν ο εξευγενισμένος «Άγιος» Επίσκοπος, που στην αρχή προστατεύει τον Γιάννη Αγιάννη, ο οποίος θαυμάζει τόσο τον «Άγιο» επίσκοπο Μαγδαληνή, που όταν στο τέλος κι αυτός (ο Γιάννης Αγιάννης) γίνεται πλούσιος και ευυπόληπτος πολίτης και Δήμαρχος, παίρνει το όνομα Μαγδαληνής.
Προσοχή σε μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια εδώ: ο ίδιος ο «Αντώνης» λέει πως όταν του είπε ότι του θυμίζει τον Μαγδαληνή από τους Άθλιους του Ουγκώ, αυτός «με κοίταξε με ένα άδειο βλέμμα, γιατί δεν ήξερε και δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο Μαγδαληνής, ούτε ο Ουγκώ, ούτε οι Άθλιοι. Του εξήγησα, αλλά πάλι δεν καταλάβαινε. Παρά την φοβερή εμφάνισή του, και τα πολλά άλλα προσόντα του, είναι άσχετος από κουλτούρα ο άνθρωπος».
Δηλαδή, αυτό ήταν ένα όνομα, που έφερε τον «Αντώνη» σε μια στιγμή υπεροχής απέναντι στον κατά τα άλλα υπέροχο συνάδελφο. Γι’ αυτό, συχνά, όταν περνάει από το γραφείο του, κάνει ακριβώς αυτό το αστείο:
«Πως είπαμε ότι σε λένε;...»
Είναι μια ατάκα που βγαίνει και στο όνειρο, με ακριβώς τα ίδια χωροσυναισθηματικά δεδομένα.
«Πως είπαμε ότι σε λένε;...»
Προσοχή! Η απάντηση «Αχιλλέας» και όχι «Μαγδαληνής», ανήκει στις άλλες εξαιρετικές ιδιότητες του συναδέλφου, που εκτός από Μαγδαληνής, είναι και «Αχιλλέας», ιδίως στον ερωτικό πρωταθλητισμό. Είναι επιστήμονας, παντρεμένος, όμορφος και πρωταθλητής του σεξ, αφού «έχει πολλές κατακτήσεις» (όπως λέει ο ίδιος ο «Αντώνης»), και τα καταφέρνει δηλαδή ακριβώς εκεί που δεν τα έχει καταφέρει ο «Αντώνης», που είναι μεσόκοπος (με έντονα γκριζαρισμένα μαλλιά κι αυτός) και ανύπαντρος και χωρίς πολλές ερωτικές επιτυχίες, παρά την πολύ καλή εμφάνισή του και την κουλτούρα του.
..................................
Κατακλείδα
Περιττό, όμως, να συνεχίσουμε τη συσσώρευση άπειρων στην ουσία λεπτομερειών. Μετά από όλα αυτά, μπορούμε απλά να βάλουμε στην κανονική τους σειρά τα γεγονότα, όπως ακριβώς αυτά συνέβησαν στον Αντώνη, (πρώτα το "πρότερο συμβάν" - με την όμορφη 14χρονη μικρούλα στο χωριό του, μετά το "αρχικό συμβάν"- με την Τασούλα στο γραφείο, και μετά το "όνειρο") και όχι όπως εγώ τα εκμαίευσα από αυτόν (πρώτα το όνειρο και μετά όλα τα άλλα), όπως και τα παρουσίασα μέχρι εδώ.
Την Πέμπτη το μεσημέρι, στις 24.6.98, ο «Αντώνης», καθόταν σε μια αυλή και είχε εμπλακεί σε μια βαρετή συζήτηση με κάποιους συγγενείς του, όταν πέρασε από μπροστά του (από αριστερά προς τα δεξιά) μια ωραία και καλοντυμένη μικρούλα περίπου 14 ετών, Α’ φάση). Αλλά τα (σχετικά ένοχα) συναισθήματά του έμειναν μετέωρα, από τις αντίθετες στάσεις των παραβρισκόμενων συγγενών του (γιατί αυτός είναι ανύπαντρος, 47 χρόνων).
Λίγη ώρα αργότερα (σε μια Β΄ φάση) αυτός σηκώνεται και πάει στο σπίτι του, ακολουθώντας περίπου την ίδια κατεύθυνση που είχε ακολουθήσει και η ωραία και καλοντυμένη μικρούλα.
Β. Αρχικό Συμβάν
Στην πραγματικότητα πάντα, την επόμενη μέρα (Παρασκευή 25.6.98, το μεσημεράκι) είναι καθισμένος στο γραφείο του και έχει εμπλακεί σε μια βαρετή συζήτηση με τους συναδέλφους, όταν περνάει από την ανοιχτή πόρτα μια ωραία νεαρή (25 χρόνων) με κολλητό άσπρο παντελόνι (Α’ φάση).
Αυτός την γλυκοκοιτάζει από καιρό, αλλά προσπαθεί να κρύψει (κρατάει μετέωρα) τα ηλικιακά αταίριαστα αισθήματά του από τους συναδέλφους του γραφείου (για να μη γίνει ρεζίλι).
Λίγο αργότερα (Β’ φάση) εκείνη τη μέρα σηκώνεται και πάει στο γραφείο της μικρής. Στέκεται έξω από την πόρτα της και αφού πρώτα ανταλλάσσει λίγες αδιάφορες κουβέντες με έναν ηλικιωμένο συνάδελφο στο διπλανό γραφείο (αριστερά), στρέφεται δεξιά και πετάει ένα «πειρακτικό» σχόλιο στην μικρή. Τότε όμως, ξαφνικά και αναπάντεχα, ακούγεται από πίσω του μια καυστική απάντηση από κάποια ηλικιωμένη και αυστηρή συνάδελφο. Ο «Αντώνης» τα χάνει για λίγο, αλλά μετά, σαν να μη συνέβη τίποτα, γυρίζει προς τα αριστερά και συνεχίζει την κουβέντα με τον ηλικιωμένο συνάδελφο στο αριστερό γραφείο, που δεν κατάλαβε και δεν παρεξήγησε τίποτα (τον κοίταζε με αθώο βλέμμα).
Γ. Το όνειρο
Λίγο αργότερα, (Παρασκευή 25.6.98, μεσημέρι) πάει στο σπίτι του φορτισμένος με όλα αυτά, κοιμάται και βλέπει το όνειρο με την 11χρονη μικρούλαι και τον άγιο γέρο-Αχιλλέα:
Είναι κάπου σε εξωτερικό χώρο, και έχει εμπλακεί με κάποιον σε κάποια αδιάφορη και ενοχλητική κουβέντα, όταν περνάει από μπροστά του, από αριστερά προς τα δεξιά μια πολύ καλοντυμένη και όμορφη, αλλά θλιμμένη 11χρονη μικρούλα (Α’ φάση ονείρου).
Λίγο αργότερα, (Β’ φάση ονείρου) την ακολουθεί από πίσω. Όμως, ξαφνικά (!?), γίνεται σκοτάδι γύρω του, γυρίζει αριστερά του και βλέπει τον ίδιο γέρο-άγιο πολυλογά, ο οποίος όμως έχει καθαρό βλέμμα και δεν τον παρεξηγεί που ακολούθησε το κοριτσάκι. Ακολουθεί ο συγκεκριμένος διάλογος με αυτόν τον γέρο-άγιο, που καταλήγει σε έναν πολύ συγκεκριμένο έπαινο για την γενικά άριστη επιλογή σεξουαλικής στάσης και συμπεριφοράς στη ζωή του Αντώνη. Είναι μια τέλεια συναισθηματική τακτοποίηση και είναι απόλυτα χαρακτηριστικό ότι το όνειρο τελειώνει και ο Αντώνης ξυπνάει, αμέσως μετά από αυτόν τον έπαινο, σαν το όνειρο να ολοκλήρωσε τον σκοπό του.
Με τον τρόπο που έχω συντάξει και παρουσιάζω τελικά τα παραπάνω δεδομένα, (με τη χωροχρονική σειρά που συνέβησαν πραγματικά στον «Αντώνη»), οι σημαντικές σχέσεις μεταξύ όλων αυτών των συμβάντων είναι ολοφάνερες στον καθένα με την πρώτη ματιά, όμως δεν ήταν τόσο φανερά από την αρχή. Όλα αυτά δεν τα γνώριζε τακτοποιημένα έτσι ακριβώς ούτε ο ίδιος ο «Αντώνης», ούτε εγώ, φυσικά, που τον έβλεπα πρώτη φορά στη ζωή μου. Και εγώ και αυτός είχαμε ένα όνειρο αρχικά και από εκείνο το όνειρο προέκυψαν σιγά σιγά, όλα τα υπόλοιπα δεδομένα με τέλεια λογική συνέπεια μεταξύ τους.
<<<<<<<<<<<<<<<