Σύντομη εισαγωγή στην παρούσα καταχώρηση:

Το «ΧΩΡΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ - μια ιδέα», είναι το πρώτο βιβλίο που έγραψα για την Χωρο-(χρονο)-συναισθηματική θεωρία και μέθοδο για την ερμηνεία των ονείρων. Αν και στο πρόλογο του βιβλίου απευθύνομαι στους αναγνώστες, έγραψα αυτό το βιβλίο περισσότερο για να καταλάβω αυτή τη θεωρία εγώ ο ίδιος και όχι (ακόμα), για να τη δώσω να την καταλάβουν και οι άλλοι. Αυτή η απόπειρα επικοινωνίας, θα γινόταν αργότερα, με τα βιβλία που ακολούθησαν, («12 Όνειρα», εκδόσεις Δελφίνι και ιδίως με το «Ένα Όνειρο και επτά Δικηγόροι», εκδόσεις Πατάκης).
Σήμερα, εκ των υστέρων, καταλαβαίνω ότι στα δέκα επτά χρόνια που παλεύω με αυτές τις ιδέες, έπρεπε να κερδίσω πολλά και δύσκολα στοιχήματα:

Πρώτα-πρώτα, πάλεψα πολύ για να καταλάβω αυτές τις ιδέες εγώ ο ίδιος.

Μετά κουράστηκα πολύ για να τις καταγράψω με ένα συγκροτημένο, αναλυτικό και περιεκτικό τρόπο.

Μετά, έπρεπε να προσπαθήσω να γράψω και κάποια κείμενα, για να δώσω και στους άλλους να καταλάβουν.

Αργότερα, όταν αποφάσισα να δώσω μια σειρά διαλέξεων σε όλη την Ελλάδα με το ίδιο θέμα, έπρεπε να καταφέρω και μια οπικοακουστική παρουσίαση (με power point), που να είναι απλή, διαυγής και κατανοητή από τους άλλους, κάτι εξαιρετικά δύσκολο να το καταφέρεις με μια διάλεξη, που δίνεται σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα και ιδίως πάνω σε ένα θέμα στρυφνό και εξειδικευμένο, όπως είναι μια θεωρία και μια μέθοδος ερμηνείας των ονείρων. Όμως, είχα πια αρχίσει να καταλαβαίνω σε βάθος και με καθαρότητα αυτές τις ιδέες και όλα ήταν πιο εύκολα.

Εννοείται, φυσικά, ότι ακόμα δεν είμαι ικανοποιημένος πως έχω γράψει ένα βιβλίο, που να εξηγεί αυτές τις ιδέες απλά, καθαρά και πλήρως κατανοητά, κάτι που καταφέρνω με αρκετή επιτυχία με τη οπτικοακουστική διάλεξή μου. Γι' αυτό έχω κάνει ήδη μια προσπάθεια, (όχι και τόσο ικανοποιητική μέχρι τώρα), να αποδώσω σε βιβλίο τη διάλεξή μου, όπως είναι, με τις εικόνες και τα λόγια που λέω. Σύντομα σκοπεύω να βελτιώσω αυτό το βιβλίο, μόλις μου δοθεί η ευκαιρία. Υγεία να έχουμε.

Πάντως, το πρώτο μου βιβλίο, το «ΧΩΡΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ – μια ιδέα», (που ακολουθεί στη συνέχεια), σίγουρα δεν είναι πρότυπο οικονομίας, σαφήνειας και νοηματικής καθαρότητας. Ως πρώτο βιβλίο, αναπόφευκτα θα γινόταν θολό που και που και αρκετά ψυχαναγκαστικό σε ορισμένα σημεία και κουραστικό για τον αναγνώστη. Το καταθέτω εδώ, περισσότερο για λόγους (ιστορικής) καταγραφής, παρά για λόγους επικοινωνίας.

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ

Έστω και καθυστερημένα, μετά από δέκα πέντε χρόνια, θα ήθελα να ευχαριστήσω εδώ τον γραφίστα και φίλο Θωμά Γκινούδη, για τη άπειρη υπομονή που είχε δείξει στην στοιχειοθεσία και τη σελιδοποίηση αυτού του βιβλίου. Ο Θωμάς ήταν γραφίστας και είχε από τότε το "fotonio", το πρώτο γραφείο του, στην πλατεία Ναυαρίνου, στη Θεσσαλονίκη.

Για το εξώφυλλο, του είχα πάει εγώ τον πίνακα του Νταλί "Παζάρι με αόρατο μπούστο του Βολτέρου" και όλα τα άλλα στοιχεία με πολύ συγκεκριμένες ιδέες για το που και πως θα μπει το καθένα, αλλά αυτός είχε πει την τελευταία λέξη στη σύνθεσή τους. Το μαύρο φόντο του εξώφυλλου ήταν δική του ιδέα και είναι κυρίαχη στην όλη σύνθεση.

Στον Θωμά με είχε συστήσει ο πολύ καλός κοινός φίλος, ο Ιταλός Arnaldo Troyiani, που είχε και αυτός τότε το καλλιτεχνικό του φωτογραφείο offset κάπου προς την αρχή της οδού Εθνικής Αμύνης, το "De Novo", που θα πει "Από την Αρχή", με το οποίο ο Arnaldo είχε κάνει μια απόπειρα να ξαναρχίσει τη ζωή του πραγματικά "από την αρχή".

Και ο Θωμάς, ως γραφίστας, και ο Arnaldo, ως φωτογράφος offset, συνεργάζονταν με το τυπογραφείο του Θανάση Αλτιντζή, σε ένα υπόγειο επί της οδού "Εθνικής Αμύνης" κι αυτό, (κανα δυο τετράγωνα πιο πάνω από το "De Novo" του Arnaldo), όπου τύπωσα τελικά το «ΧΩΡΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ - μια ιδέα» σε μερικές δεκάδες αντίτυπα.

Τον Arnaldo, έναν σπάνιο φίλο, δεν μπορώ να τον ευχαριστήσω πια, γιατί πριν λίγα χρόνια μας άφησε για πάντα και ήταν ακόμα πολύ νέος τότε. Ας είναι αυτό το κείμενο ένα μικρό ξόδι για τη μεγάλη ψυχή του.

.....................................................

 

Πρόλογος του συγγραφέα

Η παρούσα έκδοση δεν έχει σκοπό ούτε να τέρψει, ούτε να πείσει, αλλά να καταγράψει μια ιδέα και να την κάνει προσιτή στους αναγνώστες, όπως ανοιχτές σε όλους πρέπει να είναι πάντα όλες οι ιδέες.
Στα κείμενα αυτά περιγράφεται μια συγκεκριμένη ερμηνεία του ονείρου που την ονομάζω «χωροσυναισθηματική», η οποία βασίζεται σε ορισμένα φαινόμενα που παρατήρησα κοινά, στο όνειρο και στην εγρήγορση. Διατυπώνονται επίσης και ορισμένες υποθέσεις, ότι αυτά τα φαινόμενα οφείλονται σε συγκεκριμένες αλληλοεπιδράσεις του περιβάλλοντος χώρου και της ψυχής.
Δεν πρόκειται ακριβώς για τη διατύπωση μιας νέας «θεωρίας», ως ένα τελικό επιστημονικό προϊόν, αλλά για μία μάλλον ωμή καταγραφή της πάλης μου με αυτή την ιδέα, που έγινε με όποιο μέσον κατανόησης και λεκτικής περιγραφής είχα στα χέρια μου. Αυτό που βγήκε τελικά, είναι κάτι σαν εσωτερικό χρονικό με λογοτεχνικά και θεωρητικά μέρη.
- Όσον αφορά τα λογοτεχνικά μέρη, ελπίζω να μη διακρίνεται ενοχλητικά η σκόπιμα μικρή σημασία που έδωσα στη λογοτεχνική απόδοσή τους. Αντιστάθηκα στις παρορμήσεις μου για παρεμβάσεις που θα βελτίωναν την αισθητική τους, από φόβο μήπως χαλάσω αθέλητα την ευαίσθητη αλήθεια της καταγραφής, που με ενδιέφερε να είναι πιστή απόδοση της πραγματικότητας, μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, όπως ακριβώς αυτή συνέβη σε μένα που ήμουν ο υποκειμενικός παρατηρητής.
- Όσον αφορά τα θεωρητικά μέρη, ελπίζω μόνο να είναι επαρκείς οι λεπτομερείς διευκρινήσεις, που δίνω ξεχωριστά, για κάθε νέο όρο που εισάγω, όπως και για κάθε γνωστό όρο που χρησιμοποιώ διαφορετικά από ότι αυτός εννοείται ή/και χρησιμοποιείται συνήθως: αρχικό συμβάν, αίσθημα, απώθηση κτλ.

                                                    σ.τ./Έδεσσα/12.4.92

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

Η ΧΩΡΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

 

 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

ΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ
(Ο πατέρας του ονείρου) 
Τα όνειρα σαν υποκειμενικά δράματα που είναι, γεννιούνται από την ένταση ανάμεσα στο υποκείμενο και στα αντικείμενα. Ως αντικείμενα εδώ λαμβάνονται οι εκφάνσεις εκείνες της περιβάλλουσας πραγματικότητας με τις οποίες έρχεται σε συναλλαγή το υποκείμενο, στη διάρκεια ενός ολοκληρωμένου δράματος το οποίο έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο και κάποια συγκεκριμένα όρια στο χώρο και στο χρόνο (κάπου και κάποτε αρχίζει, κάπου και κάποτε τελειώνει).
Αυτό το δραματικό συμβάν, που λαμβάνει χώρα στην εγρήγορση, συνήθως στη διάρκεια της ημέρας, το ονομάζω «αρχικό συμβάν» για να μπορώ να το αντιδιαστέλλω με την επαναδραματοποίησή του στη διάρκεια του ύπνου, δηλαδή με το όνειρο.
Όνειρο μπορεί να γίνει κάθε δυναμική συναλλαγή του υποκειμένου με τα αντικείμενα της περιβάλλουσας πραγματικότητας, στη διάρκεια της εγρήγορσης, που θα έχει κάποια ξεχωριστή σημασία γι’ αυτό το ίδιο το υποκείμενο και θα πληρεί ορισμένους όρους για την ψυχή του.
Το αρχικό συμβάν, όπως όλα τα συμβάντα, μπορεί να διαρκέσει όσο ένα βλέμμα ή όσο μια ζωή.

 

        
ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΟ ΟΝΕΙΡΟ
«Η φιλονικία»

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Βρισκόμουν σε μια πάροδο της οδού Σαρανταπόρου, σε κάποιο σημείο (Α), και μιλούσα πολύ έντονα με τη γυναίκα μου. Φιλονικήσαμε για λίγο και μετά βαδίσαμε κάποια απόσταση μαζί. Φτάσαμε στην οδό Σαρανταπόρου (από την πάροδο που ήμασταν), στρίψαμε αριστερά (1) και την ακολουθήσαμε προς τα πάνω ως το τέρμα της. Εκεί στρίψαμε πάλι αριστερά (2), αλλά από την οδό Αναλήψεως που βρίσκεται κανονικά εκεί, βρεθήκαμε στην οδό Καραμήτσου, που υπάρχει πάλι στην Έδεσσα, αλλά σε άλλη συνοικία. Βαδίσαμε, λοιπόν, την Καραμήτσου πλέον ως το πραγματικό τέρμα της (Ω), που είναι η οδός Αγγελή Γάτσου κι εκεί ξύπνησα.

Ο εντοπισμός του χώρου

Εκείνο τον καιρό έγραφα αυτό το βιβλίο και το πήρα πολύ πεισματικά να ερμηνεύσω οπωσδήποτε το όνειρο, με βάση την «Χωροσυναισθηματική ερμηνεία» που ανέπτυσσα σ’ αυτό, βάζοντας την αξιοπιστία της σε αμφισβήτηση, στη δική μου κρίση πρώτ’ απ’ όλα. Έκανα μάλιστα στα σοβαρά και την εξής υπερβολική σκέψη: «Αν δεν ερμηνεύσω αυτό το όνειρο, που το θυμάμαι τόσο καθαρά, θα πάω να σκίσω τα γραπτά μου!»
Παιδεύτηκα λίγο στο νοηματικό περιεχόμενο της φιλονικίας μας και στα συναισθήματα που διέρρεαν το όνειρο, αλλά δεν μπόρεσα να βρω τίποτα. Μετά σκέφτηκα λίγο τα δεδομένα του ονειρικού χώρου, ώσπου βρήκα τις σωστές λογικές σχέσεις.
Η Σαρανταπόρου στο τέρμα της είναι τυφλή (στην πραγματικότητα), τελειώνει σε «Τ» με την οδό Αναλήψεως που την κόβει κάθετα και δε συνεχίζεται (η Σαρανταπόρου) παραπέρα, κάτι που δε συμβαίνει με άλλους, παράλληλους προς αυτήν δρόμους. Αμέσως συνειδητοποίησα ότι και η Καραμήτσου είναι τυφλή. Τελειώνει και αυτή σε «Τ» με την Αγγελή Γάτσου που την κόβει κάθετα. Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι η πορεία που είχαμε διαγράψει με τη γυναίκα μου στο όνειρο σχημάτιζε ένα «Π» με διαφορετικά μήκη πλευρών. Αμέσως εντόπισα το αρχικό συμβάν,  γιατί και σ’ αυτό είχα διαγράψει με τη γυναίκα μου ακριβώς μια ίδια πορεία: ένα «Π» με διαφορετικά μήκη πλευρών και ακριβώς τον ίδιο προσανατολισμό!

ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ

Αυτές τις σκέψεις τις έκανα εντελώς ξύπνιος, 2 η ώρα τη νύχτα, σε ένα τροχόσπιτο, στη Τρανή Αμμούδα, κάπου ανάμεσα από τον Άγιο Νικόλαο και τα Πυργαδίκια της Χαλκιδικής. Εκεί, μόλις, είχα δει και το όνειρο.
Το ίδιο εκείνο απόγευμα είχαμε βγει με τη γυναίκα μου από το τροχόσπιτο και είχαμε κατεβεί στην παραλία, όπως φαίνεται καθαρά στο σχεδιάγραμμα στην επόμενη σελίδα. Από κει είχαμε στρίψει δεξιά, είχαμε βαδίσει για λίγο παράλληλα με τη θάλασσα και είχαμε φτάσει ως κάποιο σημείο (Α). (Σ.σ. εκεί είχαμε δει ανθρώπους σε κάποια απόσταση, κάτι που βγήκε και στο όνειρο).
Μετά (αφού είπε κάτι που με πρόσβαλε εκεί) κάναμε μεταβολή επί τόπου (Α) και γυρίσαμε πίσω, ξανά παράλληλα προς τη θάλασσα. Στο ύψος του τροχόσπιτου κάναμε στροφή 90 μοιρών αριστερά (1), φτάσαμε στο τροχόσπιτο, μέσα στο τροχόσπιτο στρίψαμε πάλι αριστερά (2), κάναμε δύο βήματα και ξαπλώσαμε στο κρεβάτι, στο τέρμα της διαδρομής (Ω). Η πορεία που είχαμε διαγράψει ήταν το ίδιο ακανόνιστο «Π», ακριβώς όπως και στο όνειρο.

Με άλλα λόγια, το όνειρο είχε διαλέξει τους δρόμους Σαρανταπόρου/ Αναλήψεως και Καραμήτσου/Αγγελή Γάτσου για να αναπαραστήσει το αρχικό συμβάν, γιατί οι δρόμοι αυτοί έχουν τα εξής κοινά χαρακτηριστικά με τη διαδρομή του αρχικού συμβάντος:
1. Η Σαρανταπόρου κάνει «Τ» με την οδό Αναλήψεως (όπως στο αρχικό συμβάν το τμήμα της διαδρομής από τη θάλασσα προς το τροχόσπιτο σχημάτιζε «Τ» με το ίδιο το τροχόσπιτο) και
2. Η Αγγελή Γάτσου κάνει «Τ» με την οδό Καραμήτσου (όπως και η διαδρομή των δύο βημάτων μέσα στο τροχόσπιτο σχημάτιζε «Τ» με το κρεβάτι του).  

ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ
Τελικά, το όνειρο ήταν πολύ σχολαστικό στην αναπαράσταση του χώρου, αλλά μεγάλος ψεύτης σε ό,τι αφορούσε το περιεχόμενο του λόγου και των εικόνων, γιατί στην πραγματικότητα ο περίπατός μας αυτός είχε γίνει στη θάλασσα κι όχι στη Σαρανταπόρου, με όλες τις αντίστοιχες εικόνες. Αλλά και αυτά που είπαμε με τη γυναίκα μου στη διαδρομή του αρχικού συμβάντος στη θάλασσα, είχαν μικρή νοηματική σχέση με αυτά που είπαμε μέσα στο όνειρο.
- Εκτός από τα δεδομένα του χώρου, όμοια ήταν και η οξύτητα του συναισθήματος, τόσο στο αρχικό συμβάν, όσο και στο όνειρο. Στο μεν αρχικό συμβάν, πηγή της (ανέκφραστης) οξύτητας ήταν ένα κάποιο αιχμηρό σχόλιο που είχε κάνει η γυναίκα μου, το οποίο (στο αρχικό συμβάν) αντιπαρήλθα με ένα χαμόγελο, αν και με είχε πειράξει πολύ.
Σημείωση: Στην ουσία το είχα απωθήσει, γιατί η ευτυχής εικόνα του αγαπημένου ζευγαριού, αυτή που θα δίναμε στον ανυποψίαστο παρατηρητή, (προς τα έξω), ήταν σε κατάφορη διάσταση με το αρνητικό συναίσθημα που ένιωσα (μέσα) και το οποίο είχε πυροδοτηθεί από αυτό ο αιχμηρό της σχόλιο.
Στο όνειρο όμως ανταποκρίθηκα με θυμό σε κάποια δήλωσή της (κάτι σαν παρόμοιο σχόλιο, αλλά μεγεθυσμένο και με εντελώς διαφορετικό λεκτικό περιεχόμενο) και η ένταση εξελίχθηκε σε φιλονικία, που πήρε κεντρική θέση (πάντα με διαφορετικό λεκτικό περιεχόμενο, αλλά όμοιο συναισθηματικό περιεχόμενο).

ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΕΣ
Στη συνέχεια βρήκα ακόμη μερικές πολύ σημαντικές αντιστοιχίες ανάμεσα στο όνειρο και στην πορεία που είχαμε ακολουθήσει στο αρχικό συμβάν:
1. Η Σαρανταπόρου είναι δρόμος που έχει κατεύθυνση από ανατολικά προς τα δυτικά, προς το τυφλό τέρμα του, όπως ακριβώς από ανατολικά προς τα δυτικά ήταν και η αντίστοιχη πορεία που κάναμε από τη θάλασσα μέχρι το τροχόσπιτο στην, «Τρανή Αμμούδα» της Χαλκιδικής. (Δες πυξίδα στο  διάγραμμα).
2. Η Σαρανταπόρου είναι δρόμος ελαφρά ανηφορικός προς το τυφλό τέρμα του, όπως ακριβώς ελαφρώς ανηφορική ήταν  και η αντίστοιχη διαδρομή από τη  θάλασσα ως το τροχόσπιτο.

  1. Η οδός Καραμήτσου στην Έδεσσα, εκτός από τυφλή, εκτείνεται και από βορρά προς νότο (όπως η διαδρομή των δύο βημάτων μέσα στο τροχόσπιτο) κάτι απαραίτητο για να κάνει γωνία 90 μοιρών με τη Σαρανταπόρου στο όνειρο, παρόλο που η μία οδός απέχει από την άλλη (στην πραγματικότητα) πάνω από 500 μέτρα, μέσα στην ίδια την Έδεσσα.-

 

 

Η ΧΩΡΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

1. ΧΩΡΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ
(Το όνειρο ως χώρος και συναίσθημα)
Κατασκεύασα τον στρυφνό αυτόν όρο για να περιγράψω εν συντομία, έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο που έχω επεξεργαστεί για να ερμηνεύω τα όνειρά μου. Θα προσπαθήσω να δείξω πώς ερμηνεύω τα όνειρά μου, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ανάγοντάς τα σε ένα αρχικό συμβάν, κατά κανόνα της προηγούμενης μόλις μέρας, καταδεικνύοντας έτσι ότι τα όνειρα κατά κανόνα  δεν είναι παρά επαναδραματοποιήσεις συμβάντων της εγρήγορσης αυτής της προηγούμενης μέρας και οπωσδήποτε αντικείμενα ενεστώτος ενδιαφέροντος για το υποκείμενο.

ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ως οδηγούς για την αποκωδικοποίηση του ονείρου χρησιμοποιώ συγκεκριμένα στοιχεία που υπάρχουν κοινά, τόσο στο αρχικό συμβάν της εγρήγορσης, όσο και στο επαναδραματοποιημένο συμβάν του ονείρου. Οι ομοιότητες μεταξύ αυτών των στοιχείων γίνονται φανερές, όταν αυτά συγκριθούν μεταξύ τους, σε ό,τι αφορά το χώρο και το συναίσθημα.

α. Ο χώρος
Με τη σύγκριση στο χώρο γίνονται φανερές οι ομοιότητες των στοιχείων της συνολικής εικόνας ενός ονείρου με αυτά του αρχικού συμβάντος, ως προς τη χωρική τους διάταξη και τον προσανατολισμό, (τα στοιχεία αυτά σε σχέση με τον ονειρευόμενο/υποκείμενο και τα άλλα ονειρικά στοιχεία. Προσανατολισμός του ενός προς το άλλο ή/και με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα κτλ).

β. Το συναίσθημα
Με τη σύγκριση αυτή γίνονται φανερά τα κοινά συναισθήματα που προεξάρχουν τόσο στο όνειρο, όσο και στο αρχικό συμβάν  στην εγρήγορση.

- Η ΕΙΚΟΝΑ 
Μεγάλο, αλλά αποπροσανατολιστικό ρόλο παίζει και η (συνολική) εικόνα, που κατά κανόνα είναι διαφορετική στο όνειρο από ό,τι ήταν στο αρχικό συμβάν στη διάρκεια της εγρήγορσης. Γι’ αυτό όχι μόνο δεν είναι απαραίτητο να τη λάβουμε υπόψη στην ερμηνεία του ονείρου, αλλά είναι αναγκαίο να την αγνοήσουμε. Και αυτή ακριβώς είναι η καινοτομία της χωροσυναισθηματικής ερμηνείας του ονείρου, το οποίο, χωρίς την εικόνα του, μένει αυτό που λέει και το όνομά του, δηλαδή χώρος και συναίσθημα ή αλλιώς συναίσθημα υφασμένο στον καμβά του χώρου.

1.Α Ο ΧΩΡΟΣ
Αρχίζω με την ανάλυση του πρώτου συνθετικού του όρου «χωρο-συναίσθημα» που είναι ο «χώρος». Διάλεξα να αρχίσω από το χώρο, γιατί θέλω να κάνω μια ευκολονόητη αρχή, να έχω ένα γερό αρχικό πάτημα. Η έννοια του χώρου είναι πάντα πιο βατή και οικεία στη διάνοια, όπως και η γεωμετρία από τις επιστήμες, η  οποία και αυτή έχει για αντικείμενο μελέτης το χώρο.
Με το συνθετικό «χώρο» στον όρο «ΧΩΡΟ-ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ» εννοώ τη σχέση προσανατολισμού που έχει το υποκείμενο με τα αντικείμενα μέσα στο χώρο. Για παράδειγμα, τη θέση που έχω εγώ (υποκείμενο) σε σχέση με ένα μήλο (αντικείμενο) μέσα στο χώρο. Δηλαδή, αν έχω το μήλο μπροστά μου, πίσω μου, ψηλά ή χαμηλά, μακριά ή κοντά μου κτλ.
Σημείωση:  Σε ό,τι αφορά την εντόπιση των ονειρικών αντικειμένων, όταν και αν υπάρχει κίνηση, με ενδιαφέρουν πρώτα τα στατικά δεδομένα της: η κατεύθυνση, η αφετηρία κι ο προορισμός της, η τροχιά που έχει διαγράψει το αντικείμενο που κινήθηκε κτλ.  
Αυτή η σχέση του υποκειμένου με τα αντικείμενα, η διάταξη και ο προσανατολισμός τους μέσα στον ονειρικό χώρο, είναι πολύ σπουδαίος για τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου και συγκεκριμένα για τον εντοπισμό των πρωταγωνιστικών στοιχείων στο όνειρο και στο αρχικό συμβάν, όπως θα δούμε πολύ αναλυτικά παρακάτω.

1.Β ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ
Με το «συναίσθημα» που είναι το δεύτερο συνθετικό του όρου «ΧΩΡΟ-ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ» δεν εννοώ παρά αυτό το συγκεκριμένο συναίσθημα (τη συγκεκριμένη ψυχική φόρτιση) που με διακατέχει γι’ αυτό το μήλο που πήρα για παράδειγμα. Τα συναισθήματα είναι έντονα και συγκεκριμένα στα όνειρα, σε σημείο που να είναι αναγνωρίσιμα. Εξάλλου, πολύ συγκεκριμένα είναι και στην εγρήγορση, όταν αφορούν συγκεκριμένα αντικείμενα. Αυτό που νιώθω για ένα κόκκινο μήλο, διαφέρει χαρακτηριστικά από το συναίσθημα που έχω για ένα πράσινο μήλο ή ένα ανοιχτό κίτρινο. Το συναίσθημα διαβαθμίζεται με κρυστάλλινη καθαρότητα, όταν αφορά ένα κόκκινο μήλο, ένα ώριμο, ένα άγουρο, ένα σάπιο, ένα ολόφρεσκο, ένα μήλο μεγάλο ή μικρό, με έντομα πάνω του άσπρα ή μαύρα, ζωντανά ή ψόφια. Το συναίσθημα αλλάζει με την εικόνα.

Προσοχή, η συναισθηματική φόρτιση του αντικειμένου μπορεί να αυξηθεί κατακόρυφα στη διάρκεια ενός δραματικού συμβάντος. Η ένταση του συναισθήματος που σχετίζεται με το αντικείμενο πολλαπλασιάζεται, όταν πρόκειται (π.χ.) για ένα μήλο που μου χάρισε η αγαπημένη μου μετά από μια επίμονη πολιορκία, και φτάνει σε κορύφωση αν το αρπάξει απ’ τα χέρια μου ο αντίζηλός μου και το φτύσει περιφρονητικά και με μανία και το πετάξει στη λάσπη. 

Δηλαδή, το αντικείμενο του ονείρου εκτός από την πολύ συγκεκριμένη θέση που μπορεί να έχει μέσα στο χώρο σε σχέση με το υποκείμενο και τα άλλα ονειρικά αντικείμενα, φορτίζεται και με ένα πολύ συγκεκριμένο συναίσθημα, ανάλογα με το ρόλο που  έπαιξε στο αρχικό συμβάν και τη σημασία που απόκτησε μέσα σε αυτό.

Με άλλα λόγια, εκτός από τη θέση στο χώρο και το συναίσθημα, σημαντική είναι και η δράση, η ενέργεια των αντικειμένων, όπως αυτή εκλύεται από τα ενεργά αντικείμενα, αλλά και όπως αυτή καθορίζεται από τα σταθερά αντικείμενα, αυτά με τη συγκεκριμένη θέση στο χώρο, τόσο του αρχικού συμβάντος, όσο και του ονειρικού δράματος. Η χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου ενδιαφέρεται πρώτιστα για τα ενεργά αντικείμενα, αλλά η εξαγωγή συμπερασμάτων για τον προσανατολισμό των αντικειμένων γίνεται γρήγορα και σίγουρα μεταξύ των στατικών αντικειμένων.

* *
*

2. ΕΝΑ ΧΩΡΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
Κάθομαι μόνος σ’ ένα υπαίθριο καφενείο, σ’ ένα στρόγγυλο τραπεζάκι με άλλες τρεις κενές καρέκλες και πίνω πορτοκαλάδα. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνομαι ένα γνωστό μου να έρχεται προς το μέρος μου από το βάθος του δρόμου μπροστά κι αριστερά μου. Του χρωστάω ένα χρηματικό ποσό, αλλά δεν έχω λεφτά να του δώσω και γι’ αυτό η θέα του με γεμίζει ντροπή. Καταπίνω την ντροπή μου και αλλάζω δυο κουβέντες μαζί του, άσχετες με τα χρωστούμενα. Στέκεται όρθιος, ακουμπώντας ελαφρά στη μεσαία από τις τρεις καρέκλες. Στη συνέχεια χαιρετάει κι απομακρύνεται από το δρόμο δεξιά μου.
Αυτή η μίνι ιστοριούλα είναι ένα ολοκληρωμένο αρχικό συμβάν με πολύ συγκεκριμένα στοιχεία χώρου και συναισθήματος.

2.Α Η καταγραφή του χώρου
Τα στατικά δεδομένα του συμβάντος, όπως για παράδειγμα η γωνία με την οποία με πλησίασε και μετά απομακρύνθηκε αυτός ο γνωστός μου, είναι πολύ συγκεκριμένα, όπως απόλυτα συγκεκριμένη είναι πάντα η πραγματικότητα, όταν συμβαίνει. Η γωνία αυτή συνέβη όπως συνέβη και δεν μπορεί να αλλάξει ποτέ, ΟΥΤΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ!, αν ο εαυτός μου (για οποιονδήποτε λόγο) διαλέξει αυτό το αρχικό συμβάν ως θέμα για όνειρο.
Η γωνία αυτή θα διαφυλαχτεί στο όνειρο, έστω κι αν ο ονειρικός χώρος δεν είναι πια το υπαίθριο καφενείο του αρχικού συμβάντος, αλλά ένα άλσος ή μια έρημος ή οποιοσδήποτε.

2.Β Η καταγραφή του συναισθήματος
Η συγκεκριμένη αυτή γωνία με την οποία με πλησίασε ο γνωστός μου, συνδυάζεται με το συγκεκριμένο συναίσθημα της ντροπής, που ένιωσα όταν τον είδα, γιατί καταγράφηκαν και τα δύο στη διάρκεια του ίδιου δραματικού συμβάντος. Και μάλιστα η στιγμή (χρόνος) που το ένιωσα (συναίσθημα) δένει ακριβώς με το αντικείμενο (θέση στο χώρο) που το προκάλεσε (ενέργεια).
Όπως και όλα τα αντικείμενα ενός συμβάντος μπορούν να συνδυαστούν με τα αντίστοιχά τους συναισθήματα. Σημαντικό ρόλο στο αρχικό συμβάν και στο όνειρο θα μπορούσαν να είχαν παίξει και οι τρεις καρέκλες, το γεγονός ότι αυτός ήταν όρθιος κι εγώ καθιστός, το ότι ακουμπούσε ελαφρά στη μεσαία από τις τρεις καρέκλες, ότι τον είχα στα αριστερά μου, ότι έφυγε προς τα δεξιά μου κτλ.
Χώρος και συναίσθημα μαζί μπορούν να καταστήσουν από μόνα τους το συμβάν μοναδικό και αναγνωρίσιμο, γιατί πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να επαναληφθούν τα διττά αυτά στοιχεία στο χώρο και στο συναίσθημα, δηλαδή αυτή η συγκεκριμένη χωροσυναισθηματική ζεύξη, αν πάρουμε υπόψη μας τις άπειρες γωνίες από τις οποίες θα μπορούσε να με πλησιάσει ή να κινηθώ εγώ προς αυτόν το γνωστό μου, την περίπλοκη διάταξη στο χώρο των οπτικών στοιχείων που προσδιόρισαν την αλληλουχία των επί μέρους μικροσυμβάντων. 

Δηλαδή, η διάταξη των στατικών δεδομένων του αρχικού συμβάντος, σε συνδυασμό με την αλληλουχία των συναισθημάτων που εκλύθηκαν στη διάρκειά του, είναι αρκετά για να το χαρτογραφήσουν με σιγουριά.    

Τελικά, φαίνεται ότι έτσι είναι πολύ εύκολο να εντοπιστεί ή να αναγνωριστεί ένα αρχικό συμβάν. Αρκεί να εντοπισθεί ή να αναγνωριστεί κάποια από τις σταθερές συνιστώσες που το απαρτίζουν, δηλαδή κάποιο συναίσθημα ή κάποιο στατικό δεδομένο του χώρου ή της θέσης των αντικειμένων σε σχέση με το υποκείμενο ή σε σχέση του ενός αντικειμένου προς το άλλο.

* *
*

3. Η ΕΙΚΟΝΑ
Για τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου αρκεί απλά η αναγνώριση των αντικειμένων που έπαιξαν κάποιον ρόλο, τόσο στο αρχικό συμβάν, όσο και στο όνειρο, αλλά επειδή τα αντικείμενα συνήθως δεν έχουν στο όνειρο τη συγκεκριμένη και οικεία εικόνα που είχαν στο αρχικό συμβάν της εγρήγορσης, καλό θα ήταν να δούμε αναλυτικότερα τη λειτουργία και τη σημασία της διαφορετικής εικόνας στο όνειρο και στην εγρήγορση, όπως επίσης και τον τρόπο με τον οποίο η χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου ξεπερνάει αυτό το εμπόδιο και φτάνει στη σί-γουρη αναγνώριση των αντικειμένων.

3.Α Η εικόνα στην εγρήγορση
«Εικόνα» για τη συνείδηση στην εγρήγορση είναι κάποιο σύνολο ποιοτικών στοιχείων (αισθημάτων) που υπάρχουν (από τύχη ή σχεδιασμό) ως μια συγκεκριμένη διάταξη στο χώρο ή αλληλουχία στο χρόνο.
Σε κάθε περίπτωση τα ποιοτικά στοιχεία που αποτελούν ή περιέχονται στην εικόνα, έχουν συγκεκριμένη θέση, σε σχέση τόσο μεταξύ τους, όσο και με το υποκείμενο που τα θεωρεί, αλλά και με όποια στοιχεία άλλων εικόνων μπορούν αυτά να συγκριθούν. Αυτό καθορίζει και την τελική τους μορφή.
Σημείωση: Η «εικόνα» συνήθως και χωρίς άλλη διευκρίνηση αναφέρεται σε οπτικό περιεχόμενο, γιατί αυτό είναι κύριο και πρωτεύον για τη συνείδηση και σ’ αυτό υπάγονται συμπληρωματικά τα άλλα αισθήματα
Π.χ. Η γεύση κι η αφή της ντομάτας υπάγονται και συμπληρώνουν την οπτική εικόνα της (χρώμα-σχήμα), η οποία είναι κύρια για τη συνείδηση και το πρώτο που έρχεται στο νου, όταν αναφερθεί το όνομα «ντομάτα». Δηλαδή «ντομάτα» για τη συνείδηση σημαίνει πρώτα «κόκκινο» και σφαιρικό, αλλά όχι μόνο.
Η συνείδηση στην εγρήγορση, ακόμη και όταν δεν έχει οπτική εικόνα για κάποια περιγραφή (π.χ. όταν έχει μόνο μια λεκτική περιγραφή ενός άγνωστου αντικειμένου), πλάθει κάποια αντιπροσωπευτική εικόνα (εποπτεία) από κατάλληλα υλικά-στοιχεία που έχει μέσα στη μνήμη.
Μέσα ή έξω «εικόνα» για τη συνείδηση είναι, ή αντιπροσωπεύεται, από οπτικό περιεχόμενο, κυρίως, αλλά όχι μόνο. Και τα άλλα αισθήματα μπορούν να είναι «εικόνες», αλλά πάντα η γνώση ενός αντικειμένου ολοκληρώνεται με την ολοκλήρωση και εγκατάσταση κάποιας οπτικής εικόνας, έστω και αντιπροσωπευτικής. Αυτό επιστεγάζει την όποια περιγραφή. Μιλάμε γι’ αυτό που συμβαίνει συνήθως στην εγρήγορση.
Χάριν ευκολίας εμείς, εδώ, λέμε συνήθως «εικόνα» και αναφερόμαστε στο οπτικό αίσθημα, αλλά εννοούμε όλα αυτά και πολύ περισσότερα ακόμα, που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν με κάθε λεπτομέρεια.

Εικόνα και συναίσθημα
Η οπτική εικόνα για τη συνείδηση στην εγρήγορση είναι κεντρική σε σχέση με τα άλλα αισθήματα, όπως είναι κεντρική σε σχέση και με κάθε άλλο περιεχόμενο της συνείδησης. 
Για παράδειγμα, χωρίς κάποια εικόνα δεν υπάρχει ούτε συναίσθημα, που μας ενδιαφέρει σε αυτές τις αναλύσεις. Αυτό το συναίσθημα ως συγκεκριμένη ψυχική κατάσταση, ως φόρτιση του θυμικού, είναι πάντα προϊόν κάποιας εικόνας και πρώτα κάποιας οπτικής. Πως αλλιώς;
Η σχέση εικόνας και συναισθήματος είναι απόλυτη και συγκεκριμένη και με πολύ πρακτική αξία για τον άνθρωπο, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να χειριστεί τα συναισθήματα απευθείας (άμεσα) με τη διάνοια, παρά μόνο με τον χειρισμό των εικόνων (έμμεσα). Τα ίδια τα συναισθήματα είναι θολά, μυστηριώδη και ακατανόητα για το νου, γιατί υπάρχουν πέρα από την άμεση νοητική λειτουργία.
Δηλαδή, ο άνθρωπος χειρίζεται το συναίσθημα, χειριζόμενος πάντα τις εικόνες, επειδή αυτές μπορούν και εμπνέουν (προκαλούν, εκλύουν, περιέχουν, αφορούν) πάντα κάποιο ανάλογο και αντίστοιχο συναίσθημα. Έτσι, όταν θέλουμε να εμπνεύσουμε το τάδε συναίσθημα, προβάλουμε την τάδε εικόνα. Αυτό γίνεται στην τέχνη, που δεν είναι τίποτε άλλο από έμμεσος χειρισμός συναισθήματος με τον άμεσο χειρισμό (κάποιων) εικόνων.
Η συνέπεια εικόνας και συναισθήματος είναι η πρώτη και εντελώς απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της τέχνης. 

 

ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
(εκτενής διευκρινιστική ανάλυση)

- «Αίσθημα» εννοείται το απλούστερο αισθητήριο γεγονός για τη συνείδηση, το απλό ερέθισμα που διεγείρει τα αισθητήρια.
- «Εικόνα» εννοείται ένα σύνολο αισθητήριων ερεθισμάτων με μία συγκεκριμένη διάταξη και τελικά μορφή.
- «Συναίσθημα» εννοείται η συγκεκριμένη φόρτιση του θυμικού, η ανάλογη και αντίστοιχη με κάποια εικόνα.
- «Νόημα» το τελικό προϊόν της κατανόησης μιας εικόνας, η οποία αντιστοιχεί σε κάποιο συναίσθημα.
Όλα αυτά, (αίσθημα, εικόνα, συναίσθημα, νόημα) στην καθημερινή εμπειρία της εγρήγορσης είναι αδιαχώριστα και ξεκινάν (καθορίζονται) από την εικόνα και πρώτα την οπτική, που είναι  ένα συγκεκριμένο σύνολο ορισμένων ποιοτήτων της περιβάλλουσας πραγματικότητας με μια συγκεκριμένη διάταξη.
Ο άνθρωπος μπορεί να επέμβει άμεσα μόνο στη μάζα του υλικού αντικειμένου, για να διαμορφώσει την εικόνα του, η οποία με τη σειρά της θα προκαλέσει στο θυμικό το επιθυμητό συναίσθημα. Η εικόνα, δηλαδή, είναι για τη συνείδηση του προσβλέποντος μια πιστή εκπροσώπηση του υλικού αντικειμένου και το μέτρο της κατάστασης της μάζας του. Γι’ αυτό οι εικόνες στην εγρήγορση είναι σημαντικές για τον άνθρωπο. Επειδή αυτός με μια ματιά κατανοεί την κατάσταση του υλικού αντικειμένου (έξω), κοιτώντας την εικόνα του και ταυτόχρονα νιώθει την ψυχική κατάσταση (μέσα του) που προκαλεί αυτή η ίδια εικόνα.
Στην εγρήγορση, αυτή η συγκεκριμένη σχέση ανθρώπου από τη μια και υλικού αντικειμένου από την άλλη, είναι απόλυτη και έχει για επίκεντρο την εικόνα. Την εικόνα αντιλαμβάνεται πρώτα και κύρια η συνείδηση, γιατί αυτή έχει σταθερές και κωδικοποιημένες αναλογίες και αντιστοιχίες, τόσο με το υλικό αντικείμενο, όσο και με το υποκειμενικό συναίσθημα.
Με άλλα λόγια, στην εγρήγορση η εικόνα είναι το απόλυτο κέντρο στη συναλλαγή της συνείδησης με την περιβάλλουσα πραγματικότητα, ακριβώς επειδή η εικόνα μπορεί και είναι το μέτρο της κατάστασης και της κανονικότητας, τόσο των υλικών αντικειμένων (έξω), όσο και των συναισθημάτων (μέσα).

Εικόνα και αυτοματοποίηση της συμπεριφοράς
Η κωδικοποίηση των αντικειμένων της περιβάλλουσας πραγματικότητας βοηθάει και στην κωδικοποίηση της συμπεριφοράς του ανθρώπου και τον διευκολύνει ακόμη περισσότερο να κινείται αυτόματα και έτσι χωρίς ψυχικό κάματο στην καθημερινή ρουτίνα. Η κωδικοποίηση αυτή γίνεται με την κωδικοποίηση των εικόνων και με τη χρήση του λόγου, που και αυτός ολοκληρώνεται με (λεκτικές) εικόνες. Στην εγρήγορση η σημασία της εικόνας (εικαστικής ή/και λεκτικής) είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της αυτόματης συμπεριφοράς και γι’ αυτό οι άνθρωποι προσπαθούν να κρατήσουν τις εικόνες σταθερές και συγκεκριμένες.
Η τόσο σπουδαία συντήρηση της πραγματικότητας, που έχει χτίσει από το χάος και από ένα αρχικά εχθρικό περιβάλλον ο άνθρωπος για τον εαυτό του, περνάει αναγκαστικά από τη συντήρηση της εικόνας των πραγμάτων. 
Σημείωση: Εξαιρούνται οι καλλιτέχνες και οι δημιουργοί γενικά, η δημιουργική δράση των οποίων δεν αποσκοπεί στη συντήρηση της πραγματικότητας (και των υπαρκτών εικόνων), αλλά στη διεύρυνσή της, με τη δημιουργία νέων εικόνων! Συντήρηση και δημιουργία είναι λειτουργίες που καθορίζονται ακριβώς από τη σχέση τους με τις εικόνες της πραγματικότητας:
- Συντήρηση είναι κάθε δράση που συντηρεί τις υπάρχουσες εικόνες.
- Δημιουργία είναι κάθε δράση που δημιουργεί νέες.
Εξυπακούεται ότι η νέα εικόνα (δημιουργία) συμβαίνει μία φο-ρά και επαναλαμβάνεται (συντήρηση) όλες τις άλλες.

Η συντήρηση των εικόνων της περιβάλλουσας πραγματικότητας είναι καθημερινή, συνεχής και αδιάλειπτη φροντίδα όλων. Για τη συντήρηση της καθημερινής πραγματικότητας στην εγρήγορση, το συναίσθημα είναι αυτό που πρέπει πάντα να συμφωνεί με την εικόνα και μάλιστα με την οπτική πρώτα που είναι κεντρική, σταθερή και απόλυτη. Στην εγρήγορση κανείς εχέφρων (και συντηρητικός) άνθρωπος δεν «παρασύρεται» από τα συναισθήματά του, τα οποία φροντίζει πάντα και με κάθε θυσία να τα διαμορφώνει σύμφωνα με τις όποιες ανάγκες της περιβάλλουσας πραγματικότητας, οι οποίες πάντα περιχαρακώνονται από τις σταθερές εικόνες, που η σημασία τους και η σπουδαιότητά τους είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους.
Τα συναισθήματα που δε συμφωνούν με τις ανάλογες και αντίστοιχες εικόνες, καταχωνιάζονται, λογοκρίνονται ανελέητα, αιωρούνται ή απορρίπτονται και πάντως δεν βρίσκουν θέση στην πραγματικότητα της συνείδησης ή/και του περιβάλλοντος. Τα συναισθήματα που δεν συμφωνούν με τις σωστές εικόνες δίνουν το μέτρο της απόκλισης και το μέτρο της κανονικότητας ενός ανθρώπου. Στην εγρήγορση, όποιος φοβάται (συναίσθημα) στα καλά καθούμενα ένα κουνέλι (εικόνα) ή ερωτεύεται (συναίσθημα) ένα πόμολο (εικόνα), δεν μπορεί να τα έχει τετρακόσια. Και αυτό που πάσχει σ’ αυτή την περίπτωση είναι η κωδικοποιημένη αληθής αντιστοιχία εικόνας-συναισθήματος και πρώτα οπτικής εικόνας-συναισθήματος, που στην εγρήγορση είναι δεδομένη και σταθερή.

Σημείωση
Τώρα μπορούμε να το πούμε ότι οι σταθερές σχέσεις μεταξύ υποκειμένου-αντικειμένων-εικόνων-συναισθημάτων λέγονται «λογικές» και ο κώδικας που τις διέπει είναι η γνωστή «λογική», που στην εγρήγορση είναι παρούσα κι έχει το πάνω χέρι.
Τελικά, στην εγρήγορση και στη συντήρηση της έλλογης πραγματικότητας, κεντρική είναι η (οπτική) εικόνα και τα συναισθήματα πρέπει οπωσδήποτε να ανταποκρίνονται σ’ αυτή σωστά και κατά πως πρέπει. 
Όμως, σ’ αυτή την χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου, βλέπουμε πως κάτι διασώζεται από τις εικόνες του αρχικού συμβάντος, που προδίδει κάτι από το μυστήριο της διαδικασίας του ονείρου και δίνει ένα ανεπαίσθητο αλλά πολύ συγκεκριμένο πάτημα για την ερμηνεία του: είναι ο προσανατολισμός και η διάταξη των εικόνων, πράγματα που παραμένουν σταθερά στο όνειρο, όπως καταγράφηκαν αρχικά στην εγρήγορση.
Τι να σημαίνει άραγε αυτό και γιατί να συμβαίνει έτσι;

3.Γ Οι δύο όψεις ενός νομίσματος
Η συνείδηση που στην εγρήγορση προσκολλάται πάντα με απαρασάλευτη ευλάβεια στην αλήθεια της εικόνας, δυσκολεύεται αφάνταστα στην εγρήγορση της επόμενης μέρας να αναγνωρίσει το συμβάν του ονείρου και να το ταυτίσει με το αρχικό συμβάν της προηγούμενης μέρας, ακριβώς επειδή μπερδεύεται από τις διαφορετικές εικόνες. Η συνείδηση της εγρήγορσης έχει σε τόση μεγάλη εκτίμηση την αλήθεια της εικόνας, που της είναι ευκολότερο (ίσως και να το επιλέγει) να αποδεχτεί την εικόνα του αρχικού συμβάντος και την εικόνα του ονείρου ως δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες. Η συνείδηση παίρνει από το όνειρο τέτοια απόσταση που αυτή η ίδια αδυνατεί να πιθανολογήσει έστω, πως η ονειρική εικόνα και η εικόνα της εγρήγορσης στο αρχικό συμβάν μπορεί να είναι δύο διαφορετικές εκφάνσεις, της ίδιας όμως πραγματικότητας, και έτσι, στην ουσία, μία και μόνη ενιαία πραγματικότητα, που παραμένει στο βάθος η ίδια, ακόμη και όταν αλλάζουν στην επιφάνεια οι εικόνες.
Δηλαδή, ότι στην ουσία το αντικείμενο του ονείρου και το αντικείμενο του αρχικού συμβάντος, συνήθως στην εγρήγορση της προηγούμενης μέρας, ΜΠΟΡΕΙ να είναι ΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟ! και ας παρουσιάζεται στη συνείδηση με δύο διαφορετικές εικόνες. Η συνείδηση στην εγρήγορση αδιαφορεί και δεν την απασχολεί καν να κατανοήσει ΠΩΣ θα μπορούσαν να είναι ΙΔΙΑ δυο αντικείμενα με διαφορετικές εικόνες. Αυτή η χωροσυναισθηματική ερμηνεία για πρώτη φορά λέει ότι αυτά τα δύο διαφορετικά αντικείμενα/εικόνες μπορούν καταρχήν και είναι όμοια:
α. Στη θέση και τον προσανατολισμό μέσα στο χώρο.
β. Στο συναίσθημα που εμπνέουν στο υποκείμενο.

4. Η ΧΩΡΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΩΓΗ
Είναι πολύ δύσκολο για μια γυναίκα να ταυτίσει ένα ευνοϊκό σχόλιο για τη μαγειρική της, που της έκανε ο άντρας της σε ένα αρχικό συμβάν, με ένα ψήγμα χρυσάφι που γυαλίζει μέσα σε ένα σβώλο λάσπης που είδε στο όνειρο. Το σχόλιο είναι λόγος, το ψήγμα είναι μέταλλο. Πολύ περισσότερο της είναι παράλογο να ταυτίσει τον άντρα της με αυτόν το σβώλο λάσπης. Γι’ αυτήν τα αντικείμενα δεν μπορεί να είναι ΤΑ ΙΔΙΑ, αφού οι εικόνες είναι εντελώς διαφορετικές! Αυτό με την πρώτη ματιά και φαίνεται και είναι παράλογο. Ο άνδρας της δεν μπορεί να είναι και σβώλος λάσπης. Τα πράγματα θα απλοποιούνταν όμως, αν έκανε μια χωρο-συναισθηματική αναγωγή.
- Θα έβλεπε τότε ότι ο σβώλος λάσπης ήταν στο όνειρο δεξιά της, όπως δεξιά της ήταν κι ο άντρας της, όταν σχολίαζε το φαγητό της. Θα έβλεπε επίσης ότι ο σβώλος ήταν χαμηλότερά της, όπως ο άντρας της που ήταν καθισμένος χαμηλά, στην καρέκλα, στο αρχικό συμβάν, ενώ αυτή ήταν όρθια.
Θα έβλεπε επίσης ότι στο όνειρο έβλεπε το σβώλο προς δυσμάς, όπως και στο αρχικό συμβάν έβλεπε τον άνδρα της προς δυσμάς. Έτσι θα εντόπιζε αρχικά τα αντικείμενα.
- Θα έβλεπε ακόμη ότι το ευχάριστο συναίσθημα που ένιωσε από το σχόλιο, είχε ακριβώς τις ίδιες ποιότητες (αποχρώσεις), όπως και το συναίσθημα που αναδυόταν από το ψήγμα του χρυσού που ήταν μέσα στο σβώλο της λάσπης. Ότι επρόκειτο δηλαδή ακριβώς για το ίδιο συναίσθημα και στις δύο περιπτώσεις:
α. Αυτό που ένιωσε με το ψήγμα του χρυσού στο όνειρο, και
β. Αυτό που ένιωσε με το σχόλιο του άντρα της στο αρχικό συμβάν της εγρήγορσης.
Στη συνέχεια θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει ακόμη, ότι και γενικά η συμπεριφορά του άντρα της απέναντί της ήταν επίπεδη και άχρωμη σαν... λάσπη, γι’ αυτό και το σπάνιο αυτό σχόλιό του φάνταξε σαν πραγματικό ψήγμα χρυσού μέσα σε μια επίπεδη κι ανούσια σχέση.
Στο όνειρο, το σπουδαίο (το κεντρικό ζητούμενο), ήταν να αναπαρασταθεί το συναίσθημα, που ένιωσε αυτή η γυναίκα από το σχόλιο του άντρα και για να γίνει δυνατή αυτή η αναπαράσταση, χρησιμοποιήθηκε η πλέον κατάλληλη εικόνα του χρυσού που έβγαινε μέσα από ένα σβώλο λάσπης και όχι η αρχική εικόνα που ήταν αυτή του άντρα της.

Δηλαδή, στο όνειρο διαφυλάχτηκε με ευλάβεια το ίδιο συναίσθημα, όπως και η ίδια γεωγραφία των αντικειμένων μέσα στο χώρο,  αλλά όχι και η εικόνα. Για εικόνα φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε η πιο κατάλληλη, αυτή δηλαδή που θα μπορούσε να αντιπροσωπεύσει καλύτερα αυτό το ίδιο συναίσθημα.

Τελικά, όπως και να έχει το πράγμα, είναι βέβαιο ότι αυτή η ανευλάβεια του ονείρου προς την εικόνα μπερδεύει και οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα τη συνείδηση στην εγρήγορση της επόμενης μέρας. Όπως βέβαιο είναι επίσης ότι η χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου είναι ένας σίγουρος δρόμος για το ξεπέρασμα αυτού του εμποδίου. Ο εντοπισμός των αντικειμένων και της θέσης τους, τόσο στον ονειρικό χώρο, όσο και στο αρχικό συμβάν, όπως και η ανίχνευση του όμοιου συναισθήματος στο αρχικό συμβάν και στο όνειρο, προσδιορίζει με απόλυτη ακρίβεια τα αντικείμενα και το ρόλο τους στο αρχικό και στο ονειρικό συμβάν, σε σημείο που να μην είναι απαραίτητη η εικόνα τους, για την αναγνώρισή τους. Τα αντικείμενα είναι αναγνωρίσιμα από τη λογική της εγρήγορσης και με απόλυτη βεβαιότητα μάλιστα, ακόμη και χωρίς την αρχική εικόνα τους, η οποία όχι μόνο είναι αχρείαστη για την ερμηνεία, αλλά είναι και ανεπιθύμητη.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ  ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α

Τελικά η «χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου» δεν είναι παρά μία απλή αναγωγή των συναισθημάτων και της θέσης των αντικειμένων του ονείρου, στα αντίστοιχα συναισθήματα και τη θέση των αντικειμένων ενός αρχικού συμβάντος, (συνήθως της προηγούμενης μόλις μέρας και οπωσδήποτε ενεστώτος ενδιαφέροντος για το υποκείμενο).
Η αναγωγή αυτή δεν είναι παρά κάτι σαν τοποθέτηση της μιας εικόνας (του αρχικού συμβάντος) πάνω στην άλλη (του ονείρου), με κατάλληλο προσανατολισμό, έτσι που τα σημαντικά (σε ό,τι αφορά το συναίσθημα) σημεία της μιας, να ταιριάζουν ακριβώς πάνω στα αντίστοιχα σημεία της άλλης.
Η αναγωγή αυτή γίνεται με στόχο να καταδειχτεί ότι:
(α) η θέση του ονειρευόμενου/υποκειμένου μέσα στον ονειρικό χώρο, σε σχέση με τα αντικείμενα του ονείρου, (καθώς και οι σχέσεις των αντικειμένων μεταξύ τους), είναι ΟΜΟΙΑ με τη θέση που είχε ο ονειρευόμενος/υποκείμενο στο αρχικό συμβάν (πάλι σε σχέση με τα άλλα αντικείμενα. Όπως όμοιες είναι και οι σχέσεις των αντικειμένων μεταξύ τους).
(β) τα συναισθήματα που αφορούν κάποιο αντικείμενο του ονείρου είναι ΟΜΟΙΑ με τα συναισθήματα που αφορούν το αντίστοιχο αντικείμενο στο  αρχικό συμβάν.
- Μόνο που το αντικείμενο στο όνειρο μπορεί να μην  έχει την ίδια εικόνα που είχε στο αρχικό συμβάν. 
Απομένει να δούμε πως και σε τι μπορεί να είναι ΙΔΙΑ δύο αντικείμενα, όταν η εικόνα τους διαφέρει.  

Η ΑΠΟΡΙΑ
Τελειώνοντας αυτό το Α κεφάλαιο θέλω να υπογραμμίσω ότι από όλη τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία έχει απομείνει μία πολύ κεντρική απορία προς εξέταση :
ΓΙΑΤΙ το όνειρο ενώ χρησιμοποιεί το ίδιο συναίσθημα, την ίδια διάταξη και προσανατολισμό των αντικειμένων, δε χρησιμοποιεί πάντα και την ίδια εικόνα του αρχικού συμβάντος (του συζύγου στο τελευταίο παράδειγμα, αντί για το σβώλο λάσπης με το ψήγμα χρυσού); Αφού και αυτή η εικόνα του συζύγου είναι σωστά προσανατολισμένη σε σχέση με το υποκείμενο και αυτή αφορά το ζητούμενο συναίσθημα (εκ των πραγμάτων, αφού είναι η ίδια η εικόνα του αρχικού συμβάντος, που αυτή προκάλεσε κατ’ αρχάς αυτό το συναίσθημα στο αρχικό συμβάν).

Με δυο λόγια, γιατί στο όνειρο παραμένει το ίδιο συναίσθημα, που υπήρχε στο αρχικό συμβάν, αλλά αντικαθίσταται η αρχική εικόνα, με μια άλλη ονειρική εικόνα;

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Αποφάσισα να συμπληρώσω αυτήν την ερμηνεία του ονείρου με την παράθεση ορισμένων ονείρων μου στα οποία φαίνεται καθαρά η σημασία του ονειρικού χώρου, του προσανατολισμού και της διάταξης των αντικειμένων του ονείρου. Τα όνειρα αυτά δίνουν ανάγλυφα τη λειτουργία του ονείρου και στηρίζουν με την αλήθεια τους βασικές θέσεις που έχω αναπτύξει στο κεφάλαιο Α’ του παρόντος, ιδιαίτερα ότι τα όνειρα είναι συχνά επαναδραματοποιήσεις αρχικών συμβάντων, συνήθως της προηγούμενης μόλις ημέρας και οπωσδήποτε μέσα στο άμεσο και ενεστός ενδιαφέρον του υποκειμένου.

Η  περιγραφή των  ονείρων
(και η περιγραφή της περιγραφής)
Η λεκτική περιγραφή ενός ονείρου δεν είναι διαφορετική από την περιγραφή ενός οποιουδήποτε συμβάντος της εγρήγορσης και αυτή η ίδια η περιγραφή είναι πολύ σπουδαιότερη λειτουργία από ότι, ίσως, δείχνει με την πρώτη ματιά. Είναι, σίγουρα, το σπουδαιότερο από τα στοιχεία της πεζογραφίας, η οποία (πεζογραφία), με τη σειρά της, θεωρείται το σπουδαιότερο από τα είδη της λογοτεχνίας και αυτή τέλος, κατέχει κεντρική θέση στο μεγάλο φάσμα της τέχνης. Όχι άδικα. Περιγραφή είναι εκείνη η λειτουργία με την οποία κυριολεκτικά και μεταφορικά μετουσιώνεται το άλογο και άμορφο συναίσθημα σε στοιχείο του κόσμου της έλλογης πραγματικότητας.
Η περιγραφή είναι ο χώρος εκείνος στη διάρκεια του οποίου η συνείδηση συναντά τη μυστηριώδη και άπειρη περιβάλλουσα πραγματικότητα. Το τέλος μιας περιγραφής σημαίνει το τέλος ενός συναισθήματος και ταυτόχρονα τη δημιουργία ενός αντικειμένου της έλλογης πραγματικότητας.
Στην περιγραφή συμβαίνει η πραγματικότητα γιατί σ’ αυτήν (την πραγματικότητα) μπορεί να υπάρξει μόνο αυτό που μπορεί να περιγραφεί και μάλιστα σ’ αυτήν την έλλογη πραγματικότητα της εγρήγορσης υπάρχει μόνο αυτό που έχει περιγραφεί.

Για παράδειγμα
Την ώρα που έγραφα αυτές τις γραμμες στο κομπιούτερ ήμουν καθισμένος στο γραφείο μου, όταν μπήκε ο Σωτήρης, ένας τακτικός πελάτης, γνωστός. Καλησπέρισε, καλοντυμένος, φρεσκοξυρισμένος όπως πάντα, πήρε ένα έντυπο, όπως συνηθίζει κάθε βδομάδα κι έφυγε. Εγώ συνέχισα τη δουλειά μου, αλλά σε λίγο συνειδητοποίησα ένα μικρό κάτι μέσα μου, σαν μικροενόχληση, σαν πνοή αέρα κλεισμένη σε μπουκάλι, που με γύρευε.
Ψαχουλεύοντας την ενόχληση αυτή, έφτασα γρήγορα στο προηγούμενο συμβάν με τον Σωτήρη κι αμέσως συνειδητοποίησα την πηγή της ενόχλησης. Ήταν κάτι παράξενο: Αυτή ήταν η πρώτη φορά μέσα σε τρία χρόνια που  ο Σωτήρης με καλησπέρισε μπαίνοντας να πάρει το εβδομαδιαίο δελτίο του. Πάντα ήταν σιωπηλός κι απόμακρος. Από αυτούς τους σκοτεινούς και λιγόλογους. Δεν χαιρετούσε ποτέ, ακόμη κι αν τον χαιρετούσα πρώτος εγώ. Έπρεπε να του κάνω κάποια συγκεκριμένη ερώτηση για να μου απαντήσει λιγόλογα και μουρμουριστά πάντα, χωρίς να με κοιτάει. Τώρα με χαιρέτησε πρώτος, μια σκέτη καλησπέρα όλη κι όλη, αλλά ήταν κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί στα τόσα χρόνια που διαδραματίζεται το ίδιο συμβάν σχεδόν κάθε βδομάδα. Κι η συνείδησή μου δεν το είχε πιάσει. Κάτι μέσα μου όμως το σημείωσε αμέσως και έστειλε μετά σήμα στη συνείδηση, απλό αλλά επίμονο κι ενοχλητικό, να το συνειδητοποιήσει κι αυτή, δεύτερη  και έμμεσα περιγράφοντας το ενοχλητικό συναίσθημα (σαν να περιέγραφε τη σκιά στη σπηλιά του Πλάτωνα) κι όχι απευθείας, κάπως, την πραγματικότητα, όταν αυτή συνέβαινε.
Και το σπουδαιότερο, από τη στιγμή που συνειδητοποίησα και περιέγραψα, νοερά, νοητικά και λεκτικά, την αιτία της εσωτερικής μικροενόχλησης, αυτή σίγησε σαν να εξατμίστηκε, σαν να είχε εκπληρώσει την αποστολή της και δεν είχε λόγο πλέον να υπάρχει.   
Η σωστή περιγραφή  
Σπουδαίο ή όχι και αυτό το συναίσθημα γεννήθηκε από τη συναλλαγή μου (υποκείμενο) με την περιβάλλουσα πραγματικότητα (Σωτήρης) στη διάρκεια ενός αρχικού δραματικού συμβάντος (πρώτη καλησπέρα σε τρία χρόνια) και έφτασε σε κατάσταση ηρεμίας, μόνο όταν βρήκε τη σωστή περιγραφή του. 

Δηλαδή: Ο απλός και φυσικός τρόπος για να απαλλαγείς από την ενόχληση ενός επίμονου συναισθήματος, είναι να το περιγράψεις σωστά, για να φέρεις σε πέρας το συναίσθημα και να σου μείνει (στη μνήμη) αυτή η ίδια η περιγραφή του (η λεκτική ή όποια), που δημιουργήθηκε και ολοκληρώθηκε ακριβώς για να περιγράψει αυτό το συγκεκριμένο συναίσθημα.

 

* *
*

Τα όνειρα

1. Η ωραία λεοπάρδαλη από αριστερά
Το όνειρό αυτό είναι μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση όπου τα συναισθήματα και ο προσανατολισμός των πρωταγωνιστικών στοιχείων είναι πανομοιότυπα, τόσο στο αρχικό συμβάν της εγρήγορσης όσο και στο όνειρο. Αυτό είναι το όνειρο στο οποίο συνειδητοποίησα για πρώτη φορά τη σημασία του ονειρικού χώρου και τη σχέση του με κάποιο αρχικό συμβάν. 

Το αρχικό συμβάν
Η ιδέα της χωροσυναισθηματικής ερμηνείας του ονείρου γεννήθηκε μέσα μου, όταν μου συνέβη το εξής καταπληκτικό: Ήταν καλοκαίρι του 1972 και είχα πάει στη Βουλιαγμένη με κάτι φίλους. Νωρίς το μεσημέρι καθίσαμε να φάμε σε κάποιο ταβερνάκι απέναντι από την πλαζ. Είχα καθίσει πολύ χαλαρός απέναντι από τους φίλους και συζητούσα του καλού καιρού. Είχα απλώσει το χέρι μου πάνω στο ξύλο του τραπεζιού, έτσι που η παλάμη μου να κρέμεται χαλαρή στον αέρα, έξω και κάτω από την ξύλινη κόχη. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ξαφνικά, ότι κάτι έγλυφε και μασουλούσε την παλάμη μου. Θυμάμαι ότι επειδή ήμουν αφηρημένος είχα καθυστερήσει κάτι κλάσματα του δευτερολέπτου, ίσως και δευτερόλεπτα ολόκληρα, να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς μου συνέβαινε, παρόλο που είχα επίγνωση ότι «κάτι» μου συνέβαινε. Τελικά τινάχτηκα πάνω τραβώντας το χέρι μου.
Ήταν ένα χασαπόσκυλο από αυτά που κοπροσκυλάνε στις ταβέρνες για να αρπάξουν κανένα κοψίδι από τους ζωόφιλους πελάτες. Φαίνεται ότι όπως είχε δει το χέρι μου να κρέμεται έξω από το τραπέζι θα νόμισε ότι του έδινα τίποτα να φάει κι έτσι άρχισε να το γλύφει και να το μασουλάει.
Το χούγιαξα και έπλυνα το χέρι μου καλού κακού με ένα ποτήρι νερό. Το περιστατικό ξεχάστηκε γρήγορα. Το απόγευμα βρέθηκα να κοιμάμαι νωρίς στο δωμάτιό μου. Κουρασμένος από τη θάλασσα και τον ήλιο κοιμήθηκα βαθιά. Είδα και ένα πολύ ζωντανό όνειρο.

Το όνειρο
Βρισκόμουν ξαπλωμένος και στο όνειρο και λίγο χαμηλότερα, κάπου, σάλευε μια λεοπάρδαλη. Την ένιωθα που ανάσαινε πολύ ζωντανή στα αριστερά μου. Είχε πλησιάσει απειλητικά. Έβλεπα τα μοτίβα στη γούνα της πολύ καθαρά και ανάμεικτα με το φόβο είχα και την αισθητική απόλαυση πολύ έντονη. Ήταν πολύ όμορφη. Μέσα σε μια στιγμή ένιωσα με το βλέμμα τη γούνα της, την ανάσα στα πλευρά της, την ασπράδα των μεγάλων δοντιών, τη γλώσσα κόκκινη κι ευκίνητη, σκληρές κι άσπρες οι τρίχες στα μουστάκια της και τα ρουθούνια της μαύρα και υγρά. Ζάρωσε η μύτη θυμωμένη και το πάνω χείλος τρεμούλιασε, όταν γρύλισε μια φορά.
Άρχισε να μασουλάει την παλάμη μου. Ξυπνούσα γρήγορα από το φόβο μου. Βρισκόμουν σε μια κατάσταση μεταξύ ονείρου κι εγρήγορσης. Όσο περισσότερο αναδυόμουν στην πραγματικότητα, τόσο και ο φόβος μου υποχωρούσε και άφηνε την αισθητική απόλαυση να κυριαρχήσει. Παλαντζάριζα ανάμεσα στο φόβο και τη γοητεία. Είχα ξυπνήσει αρκετά για να ξέρω ότι ήταν όνειρο. Προς στιγμή κέρδισε η αισθητική απόλαυση. Ήθελα να απολαύσω για λίγο ακόμη την καταπληκτική εικόνα. Χαλάρωσα πάλι και βυθίστηκα. Ο αίλουρος σαν να περίμενε τη στιγμή σκαρφάλωσε πάνω στο μπράτσο μου κι ετοιμάστηκε για σάλτο πάνω στο κρεβάτι. Ξύπνησα αμέσως.

Η χωροσυναισθηματική αναγωγή
Όπως κοιμόμουν, ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα. Το αριστερό μου χέρι κρεμόταν έξω από το κρεβάτι, συμπτωματικά, όπως και το αριστερό μου χέρι στο αρχικό συμβάν κρεμόταν έξω από την κόχη του τραπεζιού. Η ίδια θέση του χεριού είχε πυροδοτήσει την επαναδραματοποίηση του αρχικού συμβάντος σε ένα όνειρο.
Τότε είδα πρώτη φορά ότι για κάτι μέσα μου ήταν πιο σπουδαία η πληροφορία «Τρόμος (συγκεκριμένο συναίσθημα) από κάτω αριστερά (προσανατολισμός μέσα στο χώρο)», παρά «ένα σκυλί μασουλάει το χέρι μου» (λεκτική περιγραφή «σκυλί», «χέρι», με βάση την έλλογη κωδικοποιημένη πραγματικότητα).
Με άλλα λόγια
Το συναίσθημα και ο προσανατολισμός των αντικειμένων μέσα στο χώρο έμοιαζαν να αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευλάβεια από κάποιο κέντρο του εαυτού μου, σαν να είχαν μεγαλύτερη σπουδαιότητα από την εικόνα και τη λεκτική περιγραφή τους.
Και το κυριότερο: το συναίσθημα και ο προσανατολισμός μέσα στο χώρο ήταν ο κοινός τόπος, τόσο της εγρήγορσης, όσο και του ονείρου!
Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε η πορεία μου προς τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου. Ήταν φανερό ότι μπορούσαν να γίνουν ορισμένες υποθέσεις με σχετική βεβαιότητα. Έβλεπα ότι οι συμπτώσεις εκείνης της μέρας μου είχαν φανερώσει μια πολύτιμη πτυχή της πραγματικότητας, που φρόντισα στη συνέχεια να μην τη χάσω από τα μάτια μου. Στα χρόνια που ακολούθησαν πέρασε από πολλές φάσεις η σχέση μου με το όνειρο. Ήταν κάτι χρόνια που το πλησίασα πολύ. Συχνά, το πρωί θυμόμουν το όνειρο της περασμένης νύχτας και κάθε φορά με τη χωροσυναισθηματική αναγωγή έφτανα σίγουρα σε κάποιο αρχικό συμβάν της περασμένης μέρας, και όχι μόνο.

* *
*

2. Στο Γκρατς
Όνειρο σχολιασμένο και ενσωματωμένο στην ενιαία πραγματικότητα εγρήγορσης και ονείρου, το οποίο είχα γράψει αρχικά ως μικρό διήγημα. Ένα όνειρο με μία και μόνη εικόνα σύνοψη ενός συγκεκριμένου αρχικού συμβάντος, όπως το ζούσα εκείνο τον καιρό στην εγρήγορση, σε απόλυτη συνέχεια με αυτήν, παρά το φαινομενικά τελείως διαφορετικό περιεχόμενο. Ένα στέρεο δείγμα ότι το όνειρο (η συνείδηση στο όνειρο) στην κυριολεξία παλεύει με τα πραγματικά καθημερινά προβλήματα και ότι το ταλέντο του ονείρου για σύνοψη και δραματική δόμηση των δεδομένων ενός αρχικού συμβάντος σε ένα ενιαίο ονειρικό σύνολο είναι απαράμιλλο.
Είναι φανερή η χρησιμοποίηση έτοιμων υλικών από το παρελθόν του υποκειμένου, (από πρότερα συμβάντα καταγραμμένα στη  μνήμη), όπως και ο πολύ προσεγμένος προσανατολισμός και η διευθέτησή τους.

Το αρχικό συμβάν
(Αναλυτική περιγραφή)
Είχαμε ταλαιπωρηθεί πολύ στη Γιουγκοσλαβία. Βδομάδες ολόκληρες με αντίσκηνο στα ανοργάνωτα κάμπινγκ του Μαυροβουνίου και της Δαλματίας. Όταν φτάσαμε στην Αυστρία, είχαμε το κακό μας χάλι κι εμείς κι οι αποσκευές μας. Τα παιδιά, που φοβόμασταν, φαίνονταν καλύτερα από όλους κι ήταν μόλις έξι χρονών ο μεγάλος κι ο μικρός τεσσάρων. Με κατέπλησσε η αντοχή κι η προσαρμοστικότητά τους. Θα μπορούσαν να κοιμηθούν ακόμη κι αν τα κρεμούσες ανάποδα με ένα σκοινί από το πόδι. Είχαν απίστευτη αντοχή κι ενεργητικότητα. Το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου ήταν ένα μόνιμο πεδίο μάχης. Φωνές, γέλια και κλάματα, ρουχαλάκια σπαρμένα παντού, παπούτσια γεμάτα άμμο, βότσαλα από όλη τη Δαλματία και πολύχρωμα καπάκια από μπύρες κι αναψυκτικά με παράξενα σχέδια και γράμματα. 
Στην Αυστρία είχαμε έρθει να ψάξουμε για κανένα φθηνό τροχόσπιτο. Δε θα ερχόμασταν αλλιώς. Ξέραμε ότι η Αυστρία ήταν πανάκριβη και δεν προσφερόταν για φτηνό τουρισμό. Γι’ αυτό και βιαζόμασταν να τελειώνουμε για να φύγουμε μια ώρα αρχύτερα.
Φυσικά δεν μπορούσαμε να αποφύγουμε τον τουρισμό κι εντελώς. Τα απογεύματα που έκλειναν τα καταστήματα, χωρίς να έχουμε βρει τροχόσπιτο στα μέτρα μας, βάζαμε τα λιγότερο τσαλακωμένα ρούχα που είχαμε και επιχειρούσαμε έξοδο. Παντού μας αποθάρρυναν οι τσουχτερές τιμες. Για μια φραντζόλα ψωμί πληρώσαμε δέκα φορές περισσότερο από ότι θα πληρώναμε στην Ελλάδα και για μια πίτσα πάνω από διπλάσια! Ήταν το μόνιμο θέμα μας. Αποφασίσαμε να μην κάτσουμε περισσότερο, αφού δε βρίσκαμε  αυτό που θέλαμε και τελείωναν κι οι μέρες  της αδείας μας. 
Η ακρίβεια, πάντως, δεν ήταν το μοναδικό μας πρόβλημα. Υπήρχε και κάτι που το κρύβαμε ο ένας από τον άλλον και από τον εαυτό μας και δεν το συζητούσαμε, γιατί θα έπρεπε να παραδεχτούμε ότι μειονεκτούσαμε σε κάτι, αλλά ήταν φανερό ότι μας απασχολούσε έντονα. Ήταν η αριστοκρατικότητα της πολιτείας. Η γερμανική τάξη και καθαριότητα. Η ανωτερότητα στην εμφάνιση και στην πολιτισμένη συμπεριφορά, που μας έβγαζε από τα νερά μας και μας δημιουργούσε έντονα συναισθήματα κατωτερότητας. Και καλά εμείς, θα μπορούσαμε ίσως, παρά την ταλαιπωρία, να καθίσουμε σε ένα από κείνα τα άψογα ρεστοράν και να καταφέρουμε κουτσά στραβά να μη γελοιοποιηθούμε. Το πρόβλημα όμως, ήταν αξεπέραστο με τα παιδιά. Φωνακλάδικα όπως ήταν και με πειθαρχία εντελώς ξεχαρβαλωμένη μετά από δύο βδομάδες ρέμπελη ζωή στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου στα βουνά του Μαυροβουνίου και στις παραλίες της Δαλματίας.
Ανατρίχιαζα και μόνο με τη σκέψη να τα πάρουμε και να πάμε να κάτσουμε σε ένα από κείνα τα αριστοκρατικά τους εστιατόρια, όπου όλοι πήγαιναν ντυμένοι στην τρίχα, κυριακάτικοι καθημερινά, περιποιημένοι, πολιτισμένοι κι ανώτεροι και ψιθύριζαν τις παραγγελίες κι έγνεφαν από μακριά χωρίς ήχο στους σερβιτόρους, που ήταν ντυμένοι κι αυτοί σαν φιγουρίνια.
Φανταζόμουν την οικογένεια καθισμένη στη μέση της αίθουσας, ανάμεσα στους ατσαλάκωτους Αυστριακούς και να έχει ανάψει ο καυγάς με φωνές και κλάματα. Να αναποδογυρίζουν ποτήρια με πορτοκαλάδα στα άψογα τραπεζομάντιλα και κυνηγητό πάνω κάτω στην αίθουσα με τα μπούτια από κοτόπουλο στα χέρια και μισοδαγκωμένους κεφτέδες.
Προτιμήσαμε ασυζητητί να το παίξουμε ακίνδυνα. Δεν το ρισκάραμε καθόλου. Πήγαινα, εγώ, μόνος κάθε φορά και έπαιρνα σε πλαστική σακούλα το γεύμα που το τρώγαμε έξω από τη σκηνή μας στο τραπεζάκι εκστρατείας, σε ένα πανέμορφο κάμπινγκ με σημύδες και μαύρα πεύκα που είχαμε ανακαλύψει εκεί, στα περίχωρα του Γκρατς. 
Την τελευταία νύχτα μας έβρεξε. Η υγρασία μες στο αντίσκηνο ήταν να την κόβεις με το μαχαίρι. Τα σκεπάσματα δεν έφταναν,  γιατί δεν είχαμε φανταστεί, ότι θα συναντούσαμε τόσο κρύο καλοκαιριάτικα.
Δεν κοιμήθηκα πολύ εκείνο το βράδυ. Κάτι το κρύο, κάτι που έπρεπε να ξυπνάω συνέχεια για να σκεπάζω τα παιδιά, το ξενύχτησα με αραιά διαλείμματα ύπνου. Γι’ αυτό και θυμάμαι έντονα τα όνειρα που είδα. Και είδα πολλά. Ο άνθρωπος ονειρεύεται στην περίοδο «R.Ε.Μ.» Στη διάρκειά της κουνάει πολύ γρήγορα τους βολβούς των ματιών πίσω από τα κλειστά βλέφαρα και γι’ αυτό η περίοδος ονομάστηκε έτσι, από τα αγγλικά αρχικά των λέξεων «Rapid Εye Μovement» που θα πει ακριβώς «Γρήγορη Κίνηση Ματιών». Αν ξυπνήσει κάποιος στη διάρκεια της περιόδου R.Ε.Μ. θυμάται τα όνειρα που είδε. Εγώ ξυπνούσα όλη την ώρα εκείνο το βράδυ και κάθε φορά είχα δει και κάτι άλλο. Σκέτο καλειδοσκόπιο! Ένα όνειρο μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση.

Το όνειρο
Ήτανε, λέει, ώρα της πρωινής αναφοράς στο στρατό και βρισκόμουν στη Λάρισα, στο 480 Τάγμα Διαβιβάσεων. Αυτό μου θύμισε ο χώρος, όπου θα γινόταν η πρωινή αναφορά. Προσανατολιζόμουν όπως και τότε που υπηρετούσα εκεί. Κάποιος που είχα τη βεβαιότητα ότι ήταν ο διοικητής γυρίζει και λέει προς τους παραταγμένους λόχους.
- Μετά την ανάγνωση της Ημερησίας Διαταγής θα  μιλήσει η Α.Μ. ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος!
Αίσθηση! Κι ήταν πάλι κάτι σαν το διάγγελμα που είχε απευθύνει προς τον ελληνικό λαό, τότε που είχε προσπαθήσει χωρίς επιτυχία να μας πείσει για να ξανάρθει με τις εκλογές που έκριναν το πολίτευμα. Και στο όνειρο για κάτι ήθελε πάλι να πείσει.
Ο διοικητής φαινόταν σε δύσκολη θέση, που ήταν αναγκασμένος να τον αφήσει να μιλήσει, γιατί βέβαια τώρα πλέον (1988) με σοσιαλιστική κυβέρνηση και το πολιτειακό οριστικά λυμένο η πράξη ήταν πολύ παρεξηγήσιμη. Του έδειχνε φανερά ότι του έκανε μεγάλη χάρη.
Από τη σειρά όπου στέκονται συνήθως οι ανώτεροι αξιωματικοί, απέναντι από τους παραταγμένους στρατιώτες, σκύβει ο Πρ., που ήταν για πολλά χρόνια (στην πραγματικότητα) ο διοικητής ασφαλείας στην Έδεσσα και απευθύνεται στον Κωνσταντίνο που είχε πάρει θέση για να αρχίσει τα δικά του.
- Να βγάλεις το καπέλο σου αμέσως, βρε μαλάκα, του λέει.
Πράγματι, ο τέως βασιλιάς συμμορφώθηκε. Έπιασε το πηλίκιο με το δεξί χέρι από το γείσο και το έβαλε προσεκτικά κάτω από την αριστερή μασχάλη. Τεντώθηκε σε στάση προσοχής κι ετοιμάστηκε να αρχίσει μια τιράντα με μπόλικη πειθώ. Είχε τα ίδια βοϊδίσια μάτια και προσπαθούσε να υποβάλει το ίδιο γλυκερό συναίσθημα όπως τότε στο διάγγελμα, αλλά μέσα στο όνειρο κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά.
Απέναντί του ακριβώς, κατάφατσα και σε απόσταση λίγων μέτρων είχε στηθεί μια παιδική χορωδία, που τραγουδούσε πολύ φάλτσα και σε απόλυτο συντονισμό με τους τόνους του διαγγέλματος, πρίμο σεκόντο, έτσι που το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένας αχταρμάς από γλυκερή υποβλητικότητα και φάλτσες παιδικές φωνές. Η χορωδία ρύθμιζε έτσι το χρώμα, τον τόνο και το ρυθμό της φωνής, που να ακυρώνει τον ήχο από το βασιλικό διάγγελμα. Το παρακολουθούσε σαν με αυτόματο πιλότο, απαράλλαχτη στρεβλή ηχώ.
Επιπλέον τα παιδιά της χορωδίας λικνίζονταν κι ανεβοκατέβαζαν τα πόδια τους σε έναν μυστήριο χορό, ντυμένα με όσο πιο καρναβαλίστικο ντύσιμο μπορεί να φανταστεί άνθρωπος.
Το μελετημένο σόου του βασιλιά τινάχτηκε στον αέρα! Κομμάτια και ο αριστοκρατικός αυτοέλεγχος, το παραλλαγμένο τουπέ.
Στο σημείο αυτό ξύπνησα. Σκέπασα τα παιδιά που κοιμόντουσαν του καλού καιρού. Το πρωί θα ξυπνούσαν πρώτα και θα άρχιζαν τους καυγάδες και τα τρεχαλητά ξεκούραστα σαν να είχαν κοιμηθεί σε πουπουλένια στρώματα.
Εκεί, επί τόπου, αναλογιζόμουν τις αντιστοιχίες στο χώρο και στο συναίσθημα, ανάμεσα στο όνειρο και σε αυτές της εγρήγορσης, που ήταν ολοφάνερες.

Το συναίσθημα
Καταρχήν η Πρωινή Αναφορά στο στρατό δεν ήταν παρά αυτή η ατμόσφαιρα της αυτοπειθαρχίας και του αυτοελέγχου, που είχαμε επιβάλει στους εαυτούς μας για να κινηθούμε στον γερμανικό κόσμο της πειθαρχίας στην τάξη και την καθαριότητα. Για την ακρίβεια εκείνη τη στιγμή, μετά το όνειρο και εξ'αιτίας του, συνειδητοποίησα για πρώτη φορά το πρόβλημα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή με απασχολούσε αλλά το ένιωθα μόνο ως κάποια δυσφορία, γνωρίζοντας αλλά μη αποδεχόμενος, ότι η πηγή της ήταν το αριστοκρατικό και πειθαρχημένο περιβάλλον. Κανείς δεν αποδέχεται εύκολα ότι αυτός είναι ο λέτσος μέσα σε μια πεντακάθαρη και εύτακτη κοινωνία.
Και η πρωινή Αναφορά στο στρατό έχει σαν κυρίαρχο ψυχολογικό περιεχόμενο την πειθαρχία σε ένα συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς, όσον αφορά το σύνολο και τον αυτοέλεγχο, όσον αφορά το άτομο.
Το όνειρο, σαν καλός σκηνοθέτης, κάθισε κι έστησε μια συναισθηματική κατάσταση ανάλογη αυτής που ζούσα εκείνες τις μέρες στο Γκρατς. Τα υλικά ήταν έτοιμα, τα κουβαλούσα στη μνήμη μου από τότε που υπηρετούσα στο στρατό. Όσοι έχουν υπηρετήσει τη θητεία τους, θα ξέρουν ότι η Πρωινή Αναφορά είναι η κορυφαία εκδήλωση συλλογικής πειθαρχίας που μπορεί να προσφέρει ο στρατός και μάλιστα σε καθημερινό επίπεδο. Η θεατρικότητά της είναι βαριά, γεμάτη με ανάλογους συμβολισμούς. Στην ουσία η Πρωινή Αναφορά είναι ό,τι καλύτερο μπόρεσαν να κατασκευάσουν οι μανδαρίνοι της στρατιωτικής πειθαρχίας για να υποβάλουν και να επιβάλουν αυτήν την πειθαρχία στα μυαλά των στρατιωτών.
Ακριβώς όπως κι εμείς  είχαμε για κυρίαρχο πρόβλημα εκείνες τις μέρες, τη γερμανική πειθαρχία στην καθημερινή συμπεριφορά.

Οι πρωταγωνιστές
Ο Πρ., πρώτα, ο διοικητής ασφαλείας που είχα δει στο όνειρο, δεν ήταν παρά ο «μπάτσος» που έχουμε όλοι μέσα μας. Αυτή η ίδια η προσωποποίηση του αυτοελέγχου, της αστυνόμευσης της συμπεριφοράς. Και πριν το όνειρο είχα κάνει τη σκέψη κι έβλεπα τον Πρ. ως το πρότυπο του αστυνομικού. Ψηλός, εύσωμος, με χοντρό πρόσωπο αλλά πολύ κιτρινιάρικο και μάτια θολά, σβησμένα. Σαν μάτια που έχουν χάσει βίαια την καθαρότητα, την αθωότητά τους. Ένας Θεός ξέρει τι θα έχουν δει εκείνα τα μάτια.
Αυτός ο Πρ., λοιπόν, ήταν τώρα εκεί στο όνειρο και έκανε μια επίδειξη της εξουσίας που είχε πάνω στον τέως βασιλιά, μιλώντας του με τέτοια σκαιότητα για να τον πειθαρχήσει σε κάποιον κανονισμό του στρατού: να βγάλει το καπέλο του.

Οι αξιωματικοί στη σειρά
Η  σειρά στην Πρωινή Αναφορά, όπου παρατάσσονται συνήθως οι αξιωματικοί μου θύμιζε έντονα την σειρά που ήμασταν ξαπλωμένοι στο πάτωμα και κοιμόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλον μες στ’ αντίσκηνο. Ταίριαζε πάρα πολύ και δεν μπορούσα να την απορρίψω και μάλιστα τώρα που το σκέφτομαι βλέπω ότι και ο προσανατολισμός μας ήταν ακριβώς ο ίδιος: Στη σκηνή ήμασταν ξαπλωμένοι με το κεφάλι ανατολικά και το πόδια δυτικά, όπως και στο 480 Τ.Δ. στη Λάρισα, οι παραταγμένοι αξιωματικοί έβλεπαν προς τα δυτικά. Μάλιστα, ο προσανατολισμός και των δύο ήταν τόσο σαφής που δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς! Ακριβώς γι’ αυτό το όνειρο διάλεξε την πρωινή αναφορά στο 480 τάγμα διαβιβάσεων κι όχι σε οποιοδήποτε άλλο από τα πολλά που έχω υπηρετήσει: 500 Τ.Δ., 489Τ.Δ. κλπ. Το μόνο τάγμα που έχω υπηρετήσει στο οποίο η παράταξη των αξιωματικών έχει δυτικό προσανατολισμό είναι στο τάγμα διαβιβάσεων της Λάρισας!
Στο Διδυμότειχο οι αξιωματικοί παρατάσσονταν βλέποντας προς Ανατολάς, στη Βέροια προς Βορρά, στη Σάμο προς Νότο, στην Αθήνα (στη ΣΕΤΤΗΛ) πάλι προς Νότο κλπ. Η μόνη διαφορά ότι στην αναφορά της Λάρισας (και παντού) είναι ο ένας δίπλα στον άλλον όρθιος, ενώ εμείς ήμασταν ο ένας δίπλα στον άλλον ξάπλα, κατάχαμα. Το όνειρο αδιαφόρησε γι’ αυτή τη διαφορετική λεπτομέρεια.
Αυτός ο παράλληλος προσανατολισμός μας μέσα στο χώρο πρέπει να είχε πυροδοτήσει και το όνειρο με την πρωινή αναφορά, που είχε το κοινό ζητούμενο συναίσθημα της πειθαρχίας, που καλούσε επειγόντως για αναπαράσταση και επεξεργασία στο όνειρο!
Και το χειρότερο: στα αριστερά μου κοιμόταν η γυναίκα μου, η οποία σαν όλες τις γυναίκες του κόσμου έχει αναλάβει χρέη αστυνόμευσης της συμπεριφοράς της οικογένειας. Μάλιστα. Κι ο Πρ. από τα αριστερά μου είχε σκύψει από τη γραμμή και είχε αποτανθεί στον Κωνσταντίνο. Ταιριάζει. Μάλιστα δεν ήταν πρώτος στη σειρά όταν έσκυψε, αλλά κάπου δεύτερος ή τρίτος, όπως η γυναίκα μου που κοιμόταν δεύτερη από αριστερά μου με ένα παιδί ανάμεσά μας.
Μόνο που δεν την ξύπνησα να της ζητήσω το λόγο που με είχε πει «μαλάκα»! Αν κι αυτή η... έκφραση είναι από το δικό μου λεξιλόγιο. Πολύ φυσικό το περιεχόμενο του λόγου της στο όνειρο να έχει δανειστεί στοιχεία από το δικό μου λεξιλόγιο, αφού ήταν σκιά στο δικό μου όνειρο κι επομένως ήταν φυσικό η συμπεριφορά της να δομηθεί με υλικά από το δικό μου υποσυνείδητο. Τέλος.

Ο βασιλιάς
Κι ο Κωνσταντίνος ποιος ήταν; Εγώ; Από πού κι ως πού; Παρόλο που στα δικά μου όνειρα παίρνω συνήθως εγώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο (είμαι «πλούσιος, αφέντης, βασιλιάς, ταξι-δευτής»), αφού είναι δικά μου όνειρα κι έχω τα μέσα, μου ήταν αδύνατο να φανταστώ τον εαυτό μου να υποδύεται όχι απλώς ένα δεξιό συντηρητικό, αλλά αυτό το ίδιο το σύμβολο της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης στην Ελλάδα! 
Κι όμως υπάρχει μια απάντηση. Παρόλο που η βασιλεία κι ο βασιλιάς μαζί έχουν εκπέσει οριστικά κι αμετάκλητα από το θρόνο τους μέσα μου κι έχουν γίνει των σκυλιών και υποκείμενα στην εξευτελιστική συμπεριφορά του αστυφύλακα που κουβαλάω μέσα μου, όταν ήταν στις δόξες του ήταν αριστοκράτης και ανώτερος στη συμπεριφορά και στην αυτοπειθαρχία και το πρότυπο αυτό είχε καταγραφεί και ζει και υπάρχει ακόμη μέσα μου! Μάλιστα.
Ένα βασιλικό πρότυπο στην ανωτερότητα και στην αριστοκρατική συμπεριφορά από μόνο του, χωρίς τον ίδιον τον βασιλιά.
Αργότερα βρήκα και άλλες αντιστοιχίες ανάμεσα σε μένα και τον Γλύξμπουργκ που θα ήταν σημαντικές μάλλον για το όνειρο και για την αντικατάσταση του ένα με τον άλλον.
- Είναι κι αυτός μοναχογιός και τρίτο παιδί στην  οικογένεια και μάλιστα μετά από δύο μεγαλύτερες  αδελφές.
- Πιτσιρικάς ακόμη που πήγαινα στα λυκόπουλα, έβλεπα την εικόνα του τεράστια στον τοίχο. Λυκόπουλο κι αυτός, όπως κι εγώ, χαιρετούσε με τα δύο δάχτυλα (δείχτη-μέσο) ανοιγμένα στο  πηλίκιό του. Κάτι τέτοιες χαζομάρες είναι που  πιάνουν την ψυχή μας.
- Επίσης, όπως κι εγώ έχω κάνει πολλά χρόνια στο στρατό έτσι κι αυτός ήταν «στρατιωτικός» και  μάλιστα ήταν ο ανώτατος διοικητής του στρατεύματος κι έτσι είχε φυσική θέση στη στρατιωτική  πρωινή αναφορά του ονείρου και μάλιστα ακριβώς  εκεί που τον ονειρεύτηκα: στη γραμμή των  αξιωματικών! Τώρα που τα αναλύω όλα αυτά καταλαβαίνω πόσο πολλές είναι όλες αυτές οι λογικές σχέσεις που δεν τις είχα ποτέ συνειδητοποιήσει έτσι ακριβώς μέχρι τώρα, αλλά που τις ήξερα ξεχωριστά την κάθε μία. Ο εαυτός μου έκανε πανηγύρια ερήμην μου και κάποιοι τα είχαν σχεδιάσει ως ένα βαθμό!
- Αν το σκεφτείς, τέλος, ο Γλύξμπουργκ εκτός από ανώτατος στρατιωτικός είναι κι αυτός Γερμανός στην καταγωγή, από αυτά τα μέρη, τα γειτονικά στο Γκρατς, και ήταν απόλυτα φυσιολογικό να ζωντανέψει στο όνειρό μου, εδώ που χρειαζόμουν κι εγώ για πρώτη φορά, αλλά επειγόντως, να αντλήσω παράδειγμα και μπούσουλα ανάλογης συμπεριφοράς από κάποιο ελληνικό πρότυπο αριστοκρατικότητας για να τα βγάλω πέρα στον κόσμο της γερμανικής αυτοπειθαρχίας και αριστοκρατικότητας. Εγώ που είμαι λαϊκός μέχρι το κόκαλο και εκ πεποιθήσεως.

Η χορωδία
Ντρέπομαι που τα λέω όλα αυτά (γι’ αυτό λέμε ότι το όνειρο είναι πολύ προσωπική υπόθεση), αλλά και ο Σαρτζετάκης μάλλον δεν ήταν επαρκής ως πρότυπο αριστοκρατικής κι αυτοπειθαρχημένης συμπεριφοράς. Αχρείαστο να είναι κι αυτό το πρότυπο! Δεν έζησε και πολύ. Τα παιδιά της φάλτσας χορωδίας στο όνειρο που ακύρωσαν την προσπάθειά του να αναβιώσει (σαν μόσχευμα νεκρού δότη στο σώμα ασθενή) και να απαιτήσει θέση στον κόσμο των ζωντανών μέσα από τον κόσμο του ονείρου, ήταν αυτά τα δικά μας παιδιά που με την φασαρία και την ελληνικότατα απείθαρχη συμπεριφορά τους ακύρωσαν, πρίμο σεκόντο, τη μαυλιστική απόπειρα του Γκλύξμπουργκ να μας πείσει για το αντίθετο.

Ο καρναβαλίστικος χορός
Με αυτό τελείωσα, αλλά πολύ αργότερα συμπλήρωσα και μια ακόμη λεπτομέρεια. Έβλεπα στην Έδεσσα τηλεόραση, όταν αναγνώρισα ξαφνικά σε μια διαφήμιση τον καρναβαλίστικο τρόπο που ήταν ντυμένα τα παιδιά στο όνειρο κι εκείνον τον παράξενο χορό που χόρευαν τραγουδώντας κακόφωνα κι ανασηκώνοντας τα πόδια τους, το ένα μετά το άλλο. Αυτή τη διαφήμιση την είχα δει πολλές φορές πριν πάμε στο Γκρατς και υπήρχε μέσα μου και την είχε χρησιμοποιήσει το όνειρο. Την αναγνώρισα χωρίς ίχνος αμφιβολίας. Ήταν μια διαφήμιση για πυτζάμες.
Στην αρχή βγαίνει ο πρωταγωνιστής της διαφήμισης, ντυμένος επίτηδες πολύ κακόγουστα για να αποδειχτεί στη συνέχεια και σε αντιδιαστολή, πόσο καλό γούστο έχουν οι πυτζάμες που διαφημίζονταν. Βγαίνει, λοιπόν ο πρωταγωνιστής φορώντας αυτές τι καρναβαλίστικες πυτζάμες σηκώνοντας μια το ένα πόδι και μια το άλλο σε μια αστεία επίδειξη των παρδαλών χρωμάτων που είχαν τα μπατζάκια. Η συμπρωταγωνίστρια τον κατακεραυνώνει γελώντας: - Ε, όχι κι έτσι!
Ο πρωταγωνιστής αποχωρεί ντροπιασμένος και ξαναεμφανίζεται φορώντας τις υπέροχες πυτζάμες που διαφήμιζε το σποτ. Σχόλια επιδοκιμαστικά, απαλή μουσική κτλ. 
Ναι, αυτή η εικόνα υπήρχε μέσα μου σαν πρότυπο κακόγουστης εμφάνισης και είχε χρησιμοποιηθεί από το όνειρο για να αναπλάσει το κακόγουστο ντύσιμο σαν στοιχείο απαραίτητο στην φάλτσα με το γερμανικό περιβάλλον συμπεριφορά των παιδιών.
Συνειδητοποιούσα ταυτόχρονα και τι σκουπίδια κουβαλάμε μέσα μας και πως σέρνονται ύπουλα, όπως μακραίνουν οι σκιές το ηλιοβασίλεμα πάνω στη γη και μπαίνουν στην αφύλαχτη ψυχή μας για να πάρουν κυρίαρχη θέση και να διαμορφώσουν τη συμπεριφορά μας. 
Κατάλαβες; Δεν την είχα επιλέξει εγώ. Η διαφήμιση την είχε προβάλει ακριβώς σαν πρότυπο κακής εμφάνισης κι εγώ την είχα αποδεχτεί χωρίς να το παλέψω καθόλου. Ούτε που το σκέφτηκα ποτέ μου. Κάτι μέσα μου το είχε αποδεχτεί χωρίς να μπορώ να κάνω εγώ τίποτα!...
σ.τ./Έδεσσα/6.3.89

 

* *
*

 

3. Δύο φωτογραφίες του Wols
Στα κείμενα αυτά δεν έχουμε όνειρο αλλά την περιγραφή και το σχολιασμό δύο φωτογραφιών στις οποίες φαίνεται ότι το οπτικό αίσθημα που περιέχεται απόλυτα συγκεκριμένο και με κάθε λεπτομέρεια σε μία εικόνα (ως μία συγκεκριμένη διάταξη ορισμένων ποιοτήτων στο χώρο με μία συγκεκριμένη μορφή),  μπορεί να εμπνεύσει στην προσβλέπουσα συνείδηση απόλυτα ανάλογα συναισθήματα.
Είναι δύο κείμενα-σχόλια πάνω σε ισάριθμες φωτογραφίες του Wols, που είχα γράψει σε ανύποπτο χρόνο για το λογοτεχνικό περιοδικό «Κλεψύδρα», και τα οποία είχε αναδημοσιεύσει αργότερα το περιοδικό «Ελληνική Φωτογραφία». Στα κείμενα γίνεται εμφανής η παρουσία του συναισθηματικού φορτίου που ακολουθεί την εικόνα σαν σκιά της. Όσο εμφανής γίνεται και η δυνατότητα μιας φωτογραφίας να είναι ένα σύνθετο και πλούσιο όσο και συγκεκριμένο πακέτο αισθημάτων, που εμπνέει στην προσβλέπουσα συνείδηση ανάλογο σύνολο συναισθημάτων. Τα συναισθήματα μοιάζουν σαν να υπάρχουν αποθηκευμένα και φυλακισμένα στις μύριες όσες λεπτομέρειες της φωτογραφίας και ζωντανεύουν για το υποκείμενο την ψυχρή εικόνα, όπως και στο όνειρο.  

Α. Η γυναίκα και η πεταλούδα
Ανάγνωση σε δύο επίπεδα
- Στο απλό, καθημερινό επίπεδο της έλλογης πραγματικότητας βλέπουμε μια γυναίκα με κλειστά μάτια μπροστά από κάτι που μοιάζει σαν κουρτίνα με μοτίβα πεταλούδες και λουλούδια.
- Στο δεύτερο, υπερβατικό επίπεδο φαίνεται ότι η πεταλούδα πλησιάζει και σαν κάτι να λέει στ’ αυτί της γυναίκας, που έχει κλείσει τα μάτια για να ακούσει με αδιάσπαστη προσοχή.

Προσοχή στις λεπτομέρειες
Επειδή το πρώτο, καθημερινό επίπεδο, έτσι κι αλλιώς έχει πάντα τον πρώτο λόγο και μπορεί να επιβληθεί εύκολα με τις αναντίρρητες έλλογες συσχετίσεις του, ο φωτογράφος το έχει αδυνατίσει με προσοχή. Τίποτα δε βοηθάει τον θεατή να διαβάσει τελεσίδικα τη φωτογραφία σ’ αυτό το πρώτο επίπεδο. Η γυναίκα έχει απομονωθεί με επιμέλεια από την καθημερινότητά της. Δε διαβάζει, δεν καπνίζει, δεν πλέκει, ούτε φαίνεται κανένα σημάδι άλλου ανθρώπου, ενός συνομιλητή π.χ., ή έστω ο καπνός από το τσιγάρο του. Τίποτα, εκτός από τα σημάδια της καθημερινότητας πάνω της που είναι ολοφάνερα και ταυτόχρονα πολύ διακριτικά. Είναι βαμμένη, χτενισμένη, ντυμένη έτσι που να είναι μέρος της καθημερινότητας.
Όμως, τίποτε απολύτως δεν ενισχύει την υπόθεση ότι αυτήν τη συγκεκριμένη στιγμή λειτουργεί σ’ αυτό το συγκεκριμένο επίπεδο του έλλογου συνειδησιακού εύρους. Αντίθετα, τα κλειστά μάτια ενισχύουν την εντύπωση ότι δεν έχει επαφή (τουλάχιστον οπτική) με τη γύρω πραγματικότητα κι έτσι η προσοχή της (και η δική μας) είναι απερίσπαστη να στραφεί αλλού.
Η ελαφριά στροφή του κεφαλιού της προς την πεταλούδα, μας οδηγεί παράλογα, αλλά επίμονα, να κάνουμε τη σκέψη ότι υπάρχει και κάποια «άλλη» σχέση ανάμεσα στη γυναίκα και στην πεταλούδα.

Η πεταλούδα
Η ίδια η πεταλούδα με τα συναισθήματα που εμπνέει το οπτικό της περιεχόμενο, με τη θέση που έχει στο χώρο, με τον προσανατολισμό της σε σχέση με τη γυναίκα, σαφώς ενισχύει την εντύπωση.
- Πρώτα-πρώτα βρίσκεται κοντά και απέναντι από το πρόσωπο της γυναίκας και φαίνεται να πετάει προς αυτήν (π.χ. δεν απομακρύνεται, δεν έχει τα φτερά της κλειστά κτλ).

Οι σχέσεις που αφορούν το χώρο και τη δράση είναι σημαντικές. 
- Μετά, το λευκό χρώμα της και η αραχνοΰφανσή της (δεν είναι μαύρη, απειλητική, με αιχμές κτλ) έρχονται σε πλήρη αρμονία με το αχνό χαμόγελο, την αδιόρατη έκσταση, αλλά και τις λευκές αποχρώσεις της γυναίκας (ξανθή, ανοιχτόχρωμη κτλ).

Οι σχέσεις που αφορούν το συναίσθημα είναι επίσης σημαντικές.
- Τέλος και παρόλο που μετράμε συνολικά εννιά πεταλούδες πάνω στην κουρτίνα, αυτή είναι η μόνη καθαρή κι ολόκληρη. Ο φωτογράφος επίτηδες έκοψε έτσι τη φωτογραφία για να μπορεί η πεταλούδα να λειτουργεί φυσιολογικά και στα δύο επίπεδα.
Δηλαδή:
1. Αφού υπάρχουν λεπτομέρειες από εννιά ίδιες πεταλούδες, τότε και η συγκεκριμένη πεταλούδα είναι μέρος ενός μοτίβου στην κουρτίνα.
2. Επειδή όμως είναι η μόνη που φαίνεται καθαρά και ολόκληρη, την ξεχωρίζουμε αμέσως σαν να έχει και από φύση (αίσθημα - συναίσθημα) και από θέση (μέσα στο χώρο) κάποια ιδιαίτερη σπουδαιότητα και λειτουργία για την ανάγνωση της φωτογραφίας.
Οι νοηματικές συσχετίσεις του οπτικού περιεχομένου είναι εξίσου σημαντικές.

Το εκκρεμές
Η καταπληκτική επιτυχία της φωτογραφίας έγκειται στο γεγονός ότι και τα δύο επίπεδα υπάρχουν εντελώς φυσιολογικά και αβίαστα. Και οι δύο ερμηνείες είναι εξίσου δυνατές. Αν δεν κοιτάξει με μεγάλη προσοχή ο θεατής, δεν μπορεί καν να υποψιαστεί την επιμέλεια με την οποία έχει σκηνοθετηθεί η φωτογραφία. Κάθε μια λεπτομέρεια ξεχωριστά θα μπορούσε να ήταν τυχαία. Τυχαία η τέλεια απομόνωση της γυναίκας από τον καθημερινό κόσμο, τα κλειστά μάτια, η στροφή του κεφαλιού, η κίνηση της πεταλούδας, η θέση της στο χώρο, η προβολή της, το χρώμα της κτλ.  Όλες οι λεπτομέρειες μαζί όμως, υποσκάπτουν τη βεβαιότητά μας. Είναι φανερό ότι ο φωτογράφος έχει κρατήσει τόσο λεπτές ισορροπίες που δεν μπορείς με απόλυτη βεβαιότητα (και μόνο με επιχειρήματα που θα αντλήσεις από τη φωτογραφία), να απορρίψεις το ένα επίπεδο και να κρατήσεις στα σίγουρα μόνο το άλλο. Έτσι κρέμεσαι στον αέρα αναμετρώντας πότε το ένα και πότε το άλλο, αναποφάσιστος, σαν εκκρεμές...

 

**
*

Β. Το μάτι
Η δεύτερη φωτογραφία δεν έχει τον αισθητικό πλούτο που προσφέρει το ωραίο γυναικείο πρόσωπο της προηγούμενης φωτογραφίας. Με την πρώτη ματιά φαίνεται πολύ άδεια. Ένα όμορφο γυναικείο μάτι και τίποτε άλλο. Με την πρώτη έρευνα δε φαίνεται κάποιο ιδιαίτερο περιεχόμενο, κάποιο μήνυμα ή οτιδήποτε άλλο σημαντικό. Εδώ είχα και την σκέψη να την παρατήσω, να γυρίσω σελίδα και να πάω παρακάτω, αφού τίποτε ιδιαίτερο δεν τράβηξε και κράτησε την προσοχή μου.

Η επίμονη έρευνα
Κοιτάζω για λίγο ακόμα κι ένα αδιόρατο συναίσθημα αρχίζει να ξεχωρίζει από τα άλλα. Είναι ένα μάλλον αρνητικό συναίσθημα. Σιγά σιγά το εντοπίζω. Είναι ένα όμορφο μάτι που με κοιτάει με την ιδιαίτερη επιμονή που κοιτάει ένα τυπωμένο μάτι. Στη δική μου ερευνητική επιμονή να ξεδιαλύνω και να καταλάβω, φαίνεται να αντιτάσσει τη δική του ερευνητική επιμονή.
Μοιάζουμε σαν να αναμετριόμαστε και το αρνητικό συναίσθημα σιγά-σιγά διευκρινίζεται. Είναι απόρροια της μειονεκτικής θέσης που έχω απέναντι σ’ αυτό το μάτι που με κοιτάει. Το μάτι με βλέπει, εμένα ολόκληρο, ενώ εγώ δεν μπορώ να δω τίποτα άλλο, εκτός από αυτό το ίδιο το μάτι.

Απόπειρα για εξισορρόπηση
Ψάχνω να βρω πληροφορίες και βοήθεια από τα άλλα στοιχεία της εικόνας. Τίποτα. Στο δεξιό άνω μέρος είναι λίγα ξανθά μαλλιά, φλουταρισμένα και στο φόντο, μάλλον, μια εντελώς ακαθόριστη και φλου σκοτεινή επιφάνεια και μια πιο φωτεινή. Εντελώς ουδέτερες και οι δύο και χωρίς καμιά απολύτως πληροφορία για την ταυτότητα του ματιού που με κοιτάζει. Ξαναγυρίζω ακούσια στο μοναδικό νεταρισμένο τμήμα της φωτογραφίας, στο μάτι. Το βλέμμα μου παγιδευμένο πηγαίνει μια στο μάτι, μια τρέχει και ψαχουλεύει τις μηδαμινές πηγές πληροφόρησης, που δε μου δίνουν τίποτε για να πιαστώ και ξαναεπιστρέφω στο μάτι που με κοιτάει με απέραντη υπομονή. Ξαναπροσπαθώ στο φόντο για να πάρω τον έλεγχο, αλλά μοιάζω σαν να έχω πέσει σ’ ένα πηγάδι με γλιστερές πλευρές και δεν μπορώ να πιαστώ από πουθενά και ξαναπέφτω στο μάτι. Νιώθω σαν να βρίσκομαι σε άγνωστο μέρος, φυλακισμένος, που τον κοιτάνε κάποιοι, άγνωστοι, από μια τρύπα στον τοίχο. 

Μάτι με μάτι
Φοβάμαι ότι βρίσκομαι σε αδιέξοδο. Συμπεραίνω ότι για να φύγω από τη μειονεκτική θέση πρέπει να τυλιχτώ ολόκληρος μ’ ένα σεντόνι, έτσι που το μάτι να μην μπορεί να δει τίποτε από μένα και να ανοίξω μια τρύπα στο σεντόνι μόνο για το δικό μου μάτι. Πάτσι! Μόνο μάτι βλέπω εγώ, μόνο μάτι βλέπεις κι εσύ!

Αναπάντεχη ανακούφιση
Τελικά δε χρειάστηκε να καταφύγω σε εκκεντρισμούς. Μέσα στις πολλές προσπάθειες παρατήρησα, ότι το μάτι είναι γυναικείο, γιατί έχει βαμμένα τσίνορα, έχει φρύδια τοξοτά βγαλμένα με το τσιμπιδάκι και μαλλιά αχυρένια αλά Τζιν Χάρλοου. Κοιτάω και την προηγούμενη φωτογραφία με την πεταλούδα και εντοπίζω την ίδια γυναίκα.
- Α, εσύ είσαι πουλάκι μου και μου το παίζεις Μάτα Χάρι;
Αυτό είναι ζαβολιά (γιατί ζήτησα βοήθεια από μία δεύτερη  μήτρα αναφοράς για να κατανοήσω την πρώτη), αλλά ανακουφιστικό να αναγνωρίζεις το πρόσωπο στο οποίο ανήκει το μάτι που σε κοιτάει.

Αποφασιστικό ξεκαθάρισμα
Με το θάρρος που μου έδωσε η επιτυχημένη παρατήρηση βάζω αποφασιστικά την παλάμη πάνω στη φωτογραφία και κρύβω τη μισή με τα φλου μαλλιά και το φόντο κι αφήνω μόνο τη μισή με το μάτι. Το κοιτάω, με κοιτάει χωρίς ίχνος από αρνητικά συναισθήματα. Τραβάω την παλάμη ξανά τα ίδια, τα αρνητικά. Το μάτι είναι έκκεντρο. Δεν καταλαμβάνει το κέντρο της φωτογραφίας, αλλά το αριστερό κάτω άκρο, έτσι που να δημιουργεί την τάση για αναζήτηση κάποιου άλλου κέντρου βάρους. Οι φλουταρισμένες, μη αναγνωρίσιμες λεπτομέρειες του φόντου μεγεθύνουν την τάση για ψάξιμο της ταυτότητας του ματιού. Αν αυτές οι λεπτομέρειες ήταν νεταρισμένες θα αδυνάτιζε η τάση για ψάξιμο.
Όταν λοιπόν τις σκεπάζω με το χέρι, το μάτι έρχεται στο κέντρο της μισής φωτογραφίας. Χωρίς τις φλουταρισμένες λεπτομέρειες και στο κέντρο του κάδρου είναι πλέον ένα κοινό μάτι.
Το ταξίδι τελείωσε, αλλά είχε πολύ συναρπαστική διάρκεια. Κάτι περισσότερο από ένα νοητικό παιχνίδι με μια άψυχη φωτογραφία.

 

…………….

 

4. Απόπειρα δωροδοκίας
Το όνειρο αυτό το είδα, όταν έγραφα τα κείμενα για το όνειρο και μάλιστα στην αρχή τους, τότε που καταφερόμουν κατά της νόησης και της λογικής, σε αντιδιαστολή με το συναίσθημα, γιατί στο τέλος μου βγήκε αλλιώς.
Σ'αυτό το όνειρο ήρθε η «λογική» και προσπάθησε να με δελεάσει. Να μου πει ότι δεν ήταν και τόσο κακή, όπως πραγματικά αποδείχτηκε στο τέλος. Με όλο το χιούμορ που απαιτεί ένας τέτοιος ισχυρισμός πιστεύω ότι αυτό ακριβώς συνέβη. Και μάλιστα ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για το γεγονός ότι και η λογική, σε αντίπραξη στη δική μου πρακτική, χρησιμοποίησε τη μαγεία του ονείρου και του συναισθήματος εναντίον μου, κάτι που (νόμιζα ότι) είναι στα δικά μου χωράφια και καθαρά έξω από τα δικά της. Είδες κι αυτή πονηριά;...

Το όνειρο
Στην αρχή ήρθε ένας γνωστός μου δάσκαλος, ο Μ. Αυτός ο δάσκαλος είναι περίπτωση ανθρώπου που έχει αυξημένη κριτική απέναντι στον άλλον, όποιος και αν είναι αυτός. Η τεχνική του είναι να κατασκευάζει μια φιλική στην επιφάνεια κατάσταση, ενώ προσπαθεί να βρει και το παραμικρό ψεγάδι στον απέναντι για να επιτεθεί με μπαράζ καλοχτισμένων επιχειρημάτων. Για να μην τον αδικώ μάλιστα, νομίζω ότι προσπαθεί ειλικρινά να είναι φιλικός, αλλά απλώς δεν μπορεί να αντισταθεί σε κάθε ευκαιρία επιθετικής κριτικής που θα αναφυεί στην κουβέντα.
Στο όνειρο, (όπως εξάλλου συμβαίνει και στο ξύπνιο μου κάθε φορά) δεν άργησα καθόλου να αντιπαρατεθώ μαζί του. Άλλοι ίσως να έχουν περισσότερη υπομονή με το χούι του. Εγώ ανάβω αμέσως, έχω κι εγώ τα κουσούρια μου. Και μέσα στο όνειρο έτσι έγινε. Άρχισα να μαλώνω μαζί του και μάλιστα πολύ σύντομα του έδωσα μια μπουνιά και μετά βρέθηκα να τον κοπανάω κάτω στο δάπεδο για να τον λιώσω κανονικά.
Θυμάμαι ότι αντί για τον Μ., βρέθηκα να κοπανάω μια σκούπα (η οποία όμως ήταν αυτός ο Μ.), όπως την πιάνεις από την μια άκρη, από το σκουπόξυλο, και την κοπανάς κάτω για να τινάξεις τις σκόνες που έχουν μαζευτεί στην τρίχα της: - Πάρε και τούτη, πάρε και την άλλη!

Αντιστοιχία με την πραγματικότητα της εγρήγορσης
Η συμπεριφορά μου αυτή, παρεπιπτόντως, είναι ίδια ακριβώς με κάποια άλλη επιθετική συμπεριφορά μου, που βγήκε στο όνειρο εκεί ακριβώς που τη χρειαζόμουν. Επειδή δίπλα στο μαγαζί μου είναι ένας γείτονας με τον οποίο είχα τότε μια σιωπηλή αντιπαράθεση, συχνά όταν σκούπιζα χτυπούσα κάτω στο πεζοδρόμιο και δίπλα στην πόρτα του, την σκούπα μου με τσαμπουκά, για να τον τσατίσω και για να τον τρομάξω.
Αυτό το ίδιο χτύπημα της σκούπας έκανα και στον Μ. στο όνειρο, μόνο που η σκούπα ήταν αυτός ο ίδιος.

Δεν έμελλε όμως να τελειώσει εδώ το πράμα, όσο κι αν προσπάθησα να κάνω ...σαρωτική τη νίκη μου. Τα πράγματα άλλαξαν αναπάντεχα. Κάπως έγινε και βρέθηκε ο Μ. να μου χαμογελάει και να μου λέει ότι έχει φέρει κάτι για μένα. Δε θυμάμαι να έγινε αυτή η προσφορά του με λόγο, αλλά αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Θυμάμαι που ανταποκρίθηκα αμέσως κι έσκυψα και είδα κάτι σαν μεγάλη τσάντα που υπήρχε ανάμεσά μας από ανοιχτόχρωμο, όμορφο δέρμα. Η τσάντα άνοιξε από το επάνω μέρος της, σαν από μόνη της και μία διάφανη φυσαλίδα βγήκε από μέσα της και μεγάλωνε να καλύψει όλο το χώρο.

Αντιστοιχία με την πραγματικότητα της εγρήγορσης
Εκείνη την ίδια μέρα είχα δει μια ανάλογη εικόνα σε ένα περιοδικό-κατάλογο προϊόντων που παραγγέλνεις με το τηλέφωνο. Ήταν μια διαφήμιση ενός πλαστικού θόλου (ακριβώς σαν μεγάλη φυσαλίδα) με τον οποίο μπορείς να καλύψεις την πισίνα του σπιτιού σου (!;) για να την κάνεις σκεπαστή, αφού το φουσκώσεις πρώτα. Στο όνειρο, αυτή η τεράστια διάφανη φυσαλίδα βγήκε από την τσάντα πρώτη και σκέπασε το χώρο).

Σαν Άγιος Βασίλης ο Μ. άρχισε να βγάζει αντικείμενα από την τσάντα και να τα εκθειάζει σαν πωλητής: - Κοίτα! Κοίτα να δεις τί σου έχω φέρει! Πολύ καταπληκτικά πράγματα!
Τα αντικείμενα άρχισαν να βγαίνουν αργά από τη τσάντα κι από μόνα τους, σαν να ήταν ελαφρύτερα από τον αέρα. Ήταν προϊόντα από αυτά που βλέπουμε συνεχώς στις διαφημίσεις και η παρουσίασή τους έμοιαζε αρκετά με την παρουσίαση που γίνεται σ’ αυτά τα προϊόντα από τα διαφημιστικά σποτς. Αλλά πολύ πιο φαντασμαγορική με τη γοητεία του ονείρου. Τα αντικείμενα σπιθοβολούσαν και εξέπεμπαν χαρούμενα μια πολύχρωμη μαγεία, όπως ακριβώς στις πρώτες πολύ πετυχημένες ταινίες του Ντίσνεϊ. Όπως όταν χτυπούσε με το μαγικό ραβδί της η νεράιδα τη Σταχτοπούτα κι έβγαινε από το ραβδί μια πνοή αστερόσκονη και μεταμόρφωνε τη Σταχτοπούτα σε βασιλοπούλα!
- Κοίτα τί έχω για σένα! έλεγε ο Μ., που βρέθηκε τελικά να κάθεται δίπλα μου και στα δεξιά μου και έβγαζε τα αντικείμενα από την τσάντα (η οποία ήταν μπροστά και στους δύο μας) και χαμογελούσε και τα εκθείαζε το ένα μετά το άλλο. 
Περισσότερο θυμάμαι ένα ζευγάρι μαγικές μπότες.
- Είναι Ελβετικές, μου έλεγε. Κοίτα, έχουν επένδυση από γούνα εσωτερικά για να μην κρυώνουν τα πόδια σου το Χειμώνα. Απαλή γούνα και όμορφη... άσπρη. Εξωτερικά έχει επένδυση από το ακριβότερο καουτσούκ για να μην περνάει καθόλου νερό. 'Ο,τι καλύτερο έχουμε μπορέσει να καταφέρουμε στα χημικά εργαστήρια που το ετοιμάζουν μετά από πολλά επιστημονικά πειράματα. Και έχει το πιο μοντέρνο χρώμα (ήταν ανοιχτό, σπασμένο, γλυκό πράσινο θυμάμαι) γιατί μας ενδιαφέρει και η ομορφιά της.... Κοίτα!  Κοίτα!... Και έβγαζε το ένα προϊόν μετά το άλλο. 
Κάπως έτσι ξύπνησα με το στόμα ανοιχτό από το μαγικό, αν και τεχνολογικό, περιεχόμενο της τσάντας.

Αντιστοιχία με την πραγματικότητα της εγρήγορσης
Μαγικό ή όχι ήταν εύκολα αναγνωρίσιμο. Αυτές τις μπότες ειδικά τις γνώρισα αμέσως, γιατί ήταν μια κρυφή μου επιθυμία να πάρω ένα ζευγάρι ευρωπαϊκές μπότες για το χειμώνα. Μάλιστα πριν λίγο καιρό είχα παραγγείλει σ’ ένα φίλο που είχε πάει εκδρομή στην Ελβετία να μου φέρει ένα ζευγάρι, αν εύρισκε πουθενά εκεί κανένα φθηνό. Δεν είχε βρει και μάλιστα είχε επιστρέψει με φοβερές ιστορίες για την ακρίβεια της Ελβετίας.
Σημειώνω μάλιστα ότι οι μόνες μπότες που έχω, στην πραγματικότητα, για το ψάρεμα και το χωράφι, είναι κάτι λαστιχένιες, ψηλές μέχρι το γόνατο, πράσινες με λευκή επένδυση από ύφασμα εσωτερικά.
Αυτή την ιστορία με τις μπότες την είχε ξεκινήσει ένας άλλος φίλος που είχε φέρει ένα ζευγάρι από την Ιταλία. Τις είχε βρει, λέει, σε ένα καλάθι στην Ιταλία, προσφορά, πολύ φθηνές και με ποιότητα ανώτερη!  κτλ....
Αυτές τις μπότες, μια κρυφή μου επιθυμία, είχε βγάλει από την τσάντα ο Μ. μαζί με άλλα αντικείμενα ανάλογα και όλα καταναλωτικά, τεχνολογικά προϊόντα (κατασκευάσματα της επιστήμης και της πανανθρώπινης νοητικής δράσης), τα οποία δεν είναι αναγκαίο να τα απαριθμώ εδώ, τώρα.

Το αρχικό συμβάν
Όλα αυτά τα προϊόντα ήταν μνημονικά στοιχεία-υλικά, απαραίτητα στο όνειρο, για να επαναδομήσει ένα συγκεκριμένο αρχικό συμβάν που είχε συμβεί την περασμένη μόλις μέρα. Εκείνη την ίδια μέρα με είχε επισκεφτεί ένας παλιός φίλος (αυτός ήταν στην πραγματικότητα που είχα δει στο όνειρο ως Μ.). Ο φίλος ήταν Εδεσσαίος, αλλά είχαμε κόψει από τότε που παντρεύτηκα. Χρόνια ολόκληρα είχαν χωρίσει οι δρόμοι μας και ας ζούσαμε και οι δύο μέσα στην Έδεσσα. Τελευταία τον είχα δει μερικές φορές. Και τώρα είχε έρθει να ζητήσει τη βοήθειά μου, σαν από έναν παλιό καλό φίλο, για την επεξήγηση της λειτουργίας ενός προγράμματος επεξεργασίας κειμένου στο κομπιούτερ. Αυτό το πρόγραμμα με το οποίο γράφω τα κείμενά μου όλα και αυτό το βιβλίο. Εγώ το είχα πάρει νωρίτερα και επειδή ξέρω αγγλικά το είχα κυριολεκτικά ξεψαχνίσει.

Το συναίσθημα
Η προσέγγισή μας (τουλάχιστον στην επιφάνεια) ήταν πολύ απλή και φιλική, όπως παλιά, αφού η επίσκεψή του είχε γίνει για συγκεκριμένο σκοπό και δεν είχε λόγο κανείς από τους δυο μας να χαλάσει το κλίμα. Όμως, στην αρχή της επίσκεψής του ακόμη συνέβη ένα μικρό, αλλά χαρακτηριστικό περιστατικό που πυροδότησε κάποιες αρνητικές φορτίσεις. Μπήκε για λίγο μια κυρία γνωστή και στους δύο μας, που ήταν περαστική από το γραφείο μου και αντάλλαξαν (με το φίλο) δυο λόγια φιλοφρονητικά, ανάλαφρα και χιουμοριστικά ...εις βάρος μου.
Τίποτα σπουδαίο, αλλά ήταν κάτι που με πείραξε (λίγο, αλλά καθαρά) και το κράτησα πίσω από τη χαμογελαστή επιφάνεια. Με άλλα λόγια το είχα απωθήσει.
Αυτά θα είχαν βγει στην αρχή του ονείρου σαν το αρχικό μάλωμα, εκεί που τον κοπάνισα κάτω σαν σκούπα. Γιατί η σκούπα στο όνειρο ήταν ο Μ., ο επικριτικός δάσκαλος, αλλά κι ο Μ. δεν ήταν παρά η ονειρική αναπαράσταση αυτού του φίλου από το αρχικό συμβάν της προηγούμενης μέρας.

Μια σημαντική λεπτομέρεια
Λίγες μέρες νωρίτερα είχε περάσει στην πραγματικότητα και αυτός ο ίδιος ο Μ. από το γραφείο μου (μαζί με τη γυναίκα του) και είχε πιάσει στα όρθια ένα θέμα που προσπαθούσε, όπως συνήθως, να το στήσει λεκτικά όπως τον συνέφερε. Μάλιστα ένιωσα ότι προσπαθούσε να με πάρει με το μέρος του, γιατί ανέπτυσσε το θέμα του έτσι που να ασπαστώ την απόψή του. Ο τόνος του και το ύφος του ήταν πολύ φιλικά προς τα μένα και είχα παρασυρθεί σε φιλικά συναισθήματα κι εγώ, χωρίς να πολυπροσέχω το περιεχόμενο του λόγου του, όταν ξαφνικά κατάλαβα τι ήθελε να μου περάσει. Προσπαθούσε να με κάνει να δεχτώ κάποιες αρνητικές πλευρές της συμπεριφοράς των ντόπιων Εδεσσαίων, ενώ και εγώ ντόπιος Εδεσσαίος είμαι! (Αυτός καταγόταν από αλλού).
Όταν συνειδητοποίησα ξαφνικά τι προσπαθούσε να κάνει τον έκοψα χωρίς πολύ τακτ και του ανέπτυξα γρήγορα, τσεκουράτα και χωρίς υπεκφυγές τις αντίθετες απόψεις μου (τον κτύπησα κάτω σαν ...σκούπα).
Αυτό ήταν ένα πρότερο συμβάν που είχε συμβεί πριν από το όνειρο και πριν από το αρχικό συμβάν, τότε που ο παλιός φίλος είχε έρθει στο γραφείο μου, να με ρωτήσει για το κομπιούτερ.

Η συσχέτιση των δύο καταστάσεων
Αυτή ήταν μια συναισθηματική κατάσταση πολύ όμοια με αυτή στην αρχή της επίσκεψης του φίλου. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε αρχικά μια φιλική κατάσταση μέσα από την οποία ξεπήδησε κάτι αρνητικό. Και υπήρχε μια γυναίκα παρούσα και στις δύο περιπτώσεις (και όρθια!, όπως όρθιος ήταν και ο Μ. και ο φίλος στην αρχή και των δύο περιστατικών). Η μόνη διαφορά ότι στην περίπτωση με τον Μ. είχα αργήσει να καταλάβω τι συνέβαινε, ενώ με τον φίλο είχα καταλάβει, αλλά το είχα καταπιεί, το είχα απωθήσει.

Ενδιαφέρουσα σημείωση: Το όνειρο αυτό είχε συμβεί με τις εικόνες και τα συναισθήματα του πρότερου συμβάντος, (με τον Μ.), που υπήρχε καταγραμμένο στη μνήμη μου, και που είχε συμβεί κάποιο καιρό πρωτύτερα. Αυτό το πρότερο συμβάν είχε ολοφάνερες χωρικές και συναισθηματικές σχέσεις με το αρχικό συμβάν, τότε που ο παλιός καλός φίλος ήρθε στο γραφείο μου.
Αυτό έχω παρατηρήσει ότι γίνεται πολύ συχνά, τόσο που μπορούμε να υποθέσουμε ότι στο όνειρο γίνεται κάποια συσχέτιση ενός πρόσφατου (χθεσινού) αρχικού συμβάντος με κάποιο άλλο, πρότερο, που υπάρχει καταγραμμένο στη μνήμη του ονειρευόμενου, από το απώτερο παρελθόν του.
Με δυο λόγια, στο όνειρο (όπως και στην εγρήγορση) η μνήμη υποδέχεται τα νέα και πρόσφατα γεγονότα, ως συγκεκριμένη συνέχεια κάποιων πρότερων μνημονικών καταγραφών.
Έτσι, στο όνειρο, το ΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ συσχετίζεται και απορρίπτεται ή γίνεται αποδεκτό, σε σχέση με κάποιο συγκεκριμένο ΠΡΟΤΕΡΟ ΣΥΜΒΑΝ, που είναι καταγραμμένο στη μνήμη, 

Η συνέχεια του ονείρου
Το όνειρο όμως ήταν αναπαράσταση και μιας άλλης αντιπαράθεσης, που είχα με αυτό τον παλιό φίλο στη συνέχεια αυτής του της επίσκεψης. Αυτό που μας έφερε ξανά σε επαφή ήταν το κομπιούτερ και ένας μικρός λεκτικός διαξιφισμός μας είχε για αντικείμενο πάλι το κομπιούτερ και την πληροφορική και από πίσω τη λογική και τον ορθολογισμό της επιστήμης. Εγώ εκείνο τον καιρό είχα ξεκινήσει αυτά τα κείμενα ενάντια στη λογική της εγρήγορσης, όπως πίστευα τότε και υπέρ του συναισθήματος όπως μου αρέσει ακόμη και τώρα. Και η κουβέντα το έφερε, αφού το περιεχόμενο της επίσκεψής του ήταν ένα πρόγραμμα πληροφορικής, να μιλήσουμε και για την πληροφορική και για τη λογική, βέβαια και για τον ορθολογισμό σε αντιπαράθεση με το συναίσθημα. Εκεί, ήπια στην επιφάνεια και καλοπροαίρετα όπως πάντα, ανταλλάξαμε ορισμένα αντίθετα επιχειρήματα (όχι μεγάλης έντασης, αλλά μεγάλης σημασίας στο νοητικό περιεχόμενο,  γιατί και οι δύο δίνουμε μεγάλη σημασία στο περιεχόμενο του λόγου και στη νοηματική ορθότητα).
Η θέση του φίλου (που είναι επιστήμονας) ήταν απλά και καθαρά υπέρ της λογικής και η δική μου (που είμαι και λογοτέχνης) ήταν απλά και καθαρά υπέρ του συναισθήματος.

Ο χώρος
Ο τρόπος που εκθείαζε στο όνειρο ο Μ. τα τεχνολογικά προϊόντα ήταν ο μεγεθυμένος τρόπος με τον οποίο εκθείαζε ο φίλος τη λογική και τα προϊόντα της, το κομπιούτερ και τις δυνατότητές του πρώτα πρώτα, μπροστά στο οποίο και εξ αφορμής του οποίου, έγινε όλη αυτή η κουβέντα.
Το κομπιούτερ στο όνειρο ήταν, φυσικά, η τσάντα/λογική από την οποία έβγαιναν όλα τα λογικά/τεχνολογικά προϊόντα.

Οι θέσεις
Στην αρχή ο φίλος ήταν όρθιος στο όνειρο, όπως όρθιος ήταν στην αρχή της επίσκεψής του, όπως όρθια ήταν και η γνωστή κυρία που είχε μπει, όπως όρθιος ήταν και ο Μ. με τη γυναίκα του σε όλη τη διάρκεια της δικής του επίσκεψης, ενώ στο τέλος βρεθήκαμε καθιστοί στο όνειρο, όπως τελικά είχαμε καθίσει και στο αρχικό συμβάν: εγώ αριστερά από το φίλο που τον είχα δεξιά μου. Μπροστά και στους δύο μας το κομπιούτερ.
Όπως μπροστά μας βρέθηκε στο τέλος και η μαγική τσάντα στο όνειρο από όπου έβγαιναν όλα τα μαγικά τεχνολογικά προϊόντα.

Τελικά, σε αυτή τη μικρή, αλλά γόνιμη αντιπαράθεσή μας φαίνεται ότι είχαμε και οι δύο δίκιο. Τα όποια αντικείμενα της πραγματικότητας για να αποτελέσουν για το υποκείμενο, πραγματικό σύνολο πρέπει να έχουν και αισθητό περιεχόμενο (οπτικό, ακουστικό κτλ) για τη νοητική δράση (νους) και συναισθηματική ένταση για την πολύ απαραίτητη στύση του θυμικού (ψυχή). Καμιά εικόνα δεν έχει θέση στην πραγματικότητα του υποκειμένου, αν της λείπουν είτε η αισθητές ποιότητες, είτε η όποια συναισθηματική ένταση. Χωρίς τις αισθητές ποιότητες τα αντικείμενα θα ήταν για τη συνείδηση ανύπαρκτα (αόρατα, χωρίς ήχο, αφή κτλ), και χωρίς το συναίσθημα θα ήταν αδιάφορα για την ψυχή που ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για ό,τι επιθυμεί το θυμικό της.
Η νοηματική ορθότητα εγκαθίσταται στο πολύ υπαρκτό περιεχόμενο που υφαίνουν (στον περιβάλλοντα και στον ψυχικό χώρο...) τόσο οι ποιότητες των αντικειμένων (με τις λογικές σχέσεις που τις διέπουν) όσο και η ανάλογη και αντίστοιχη φόρτιση του θυμικού (...συναίσθημα).
Το χωρο-συναίσθημα, ως όρος που εκφράζει τη ζεύξη του χώρου και του συναισθήματος, είναι μια απόπειρα γεωμέτρησης του συναισθήματος χωρίς αυτό να χάσει την ποιητική του δύναμη.
Σ’ αυτή τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου το συναίσθημα στο χώρο εξακολουθεί να είναι η πνοή στον πηλό.

…………..

5. Καρέ-καρέ
Ονειρεύτηκα αυτό το όνειρο το βράδυ της Τρίτης 26 προς 27 Νοέμβρη του 1990, ένα χρόνο περίπου μετά την ολοκλήρωση της αρχικής μορφής αυτού του κειμένου, αλλά αποφάσισα να συμπεριλάβω κι αυτό το όνειρο σ’ αυτή την τελική μορφή του βιβλίου, αφαιρώντας από το αρχικό κείμενο ορισμένα άλλα όνειρα που είχα εδώ, γιατί έκρινα ότι το όνειρο «Καρέ-καρέ» παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. 
Το όνειρο αυτό έχει πολλές ενότητες οι οποίες έχουν εσωτερική νοηματική αυτάρκεια σαν να είναι ξεχωριστά όνειρα και γι’ αυτό ονόμασα αυτό το όνειρο «καρέ-καρέ». Εγώ όμως ξέρω ότι πρόκειται για κάποια συνέχεια με συγκεκριμένη χρονική αλληλουχία, όπως ακριβώς την έζησα σε μια σειρά αρχικών συμβάντων την προηγούμενη μέρα. Το όνειρο δηλαδή έχει κρατήσει την αλληλουχία που είχαν οι εικόνες στο αρχικό συμβάν, στην εγρήγορση της προηγούμενης ημέρας, πριν το όνειρο.
Ξέρω ότι το όνειρο έχει κάποια αρχή την οποία δε θυμάμαι. Το έχω συγκρατήσει από ένα σημείο του και μετά και με τις διάφορες εικόνες του σε κάποια αλληλουχία που δεν είναι απόλυτα σίγουρη στη μνήμη μου. Για την ακρίβεια υπάρχει ένα τμήμα του που δε θυμάμαι απόλυτα, αν είναι προγενέστερο ή έπεται ενός άλλου. 
Δηλαδή, θυμάμαι πολύ καλά την αλληλουχία των αντίστοιχων πραγματικών γεγονότων της εγρήγορσης (αρχικό συμβάν), αλλά δε θυμάμαι ακριβώς όλην την αλληλουχία των ονειρικών ενοτήτων. Σε γενικές γραμμες όμως το όνειρο είναι αρκετά ξεκάθαρο.

 

 

*  *
*

 

Το όνειρο «καρέ-καρέ»,
(με τις πολλές ενότητες-εικόνες)

ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ: «Το μπάσκετ»
Θυμάμαι ότι είχε έρθει μια αμερικάνικη ομάδα μπάσκετ που κάποιος ή εγώ την ονόμασε « Αll Star». Δηλαδή, όπως καταλάβαινα εγώ τον όρο στο όνειρο, ήταν μια ομάδα μικτή από Αμερικάνους (και Έλληνες;) άσους του ΝΒΑ που είχαν έρθει εδώ (Ελλάδα -Έδεσσα-όνειρο) για κάποιον ή κάποιους αγώνες.
Θυμάμαι πολύ αμυδρά ότι εμφανίστηκαν από δεξιά και πάνω, μέσα από κάποιο τούνελ ή κάποια χοάνη ή κάτι ανάλογο και ξεχύθηκαν σ’ ένα γήπεδο παίζοντας με τις μπάλες σε κείνο το ανακάτωμα που γίνεται σε μια προπόνηση μάλλον παρά σε έναν κανονικό αγώνα, δηλαδή χωρίς να υπάρχει συντονισμός ή αγωνιστική πειθαρχία στο παιχνίδι τους. Έχω την εντύπωση ότι αντάλλαξα κι εγώ μαζί τους μερικές μπαλιές. Αυτό που θυμάμαι καθαρά είναι ότι σε κάποια στιγμή σαν να περνούσα έξω από εκεί που ήταν το γήπεδο του μπάσκετ, χωρίς να βλέπω ακριβώς «γήπεδο» (ήταν περισσότερο σαν ένα χωράφι μετά από βροχή, γιατί σε κάποιο σημείο στο μήκος των ορίων του το δάπεδο φαινόταν σαν να είχε μαζέψει άμμο σε μοτίβα τέτοια που μαζεύονται όταν τρέξει νερό, π.χ. σε ξερές κοίτες αυλακιών που σχηματίστηκαν από τα νερά της βροχής).
Όπως βρέθηκα λοιπόν εκεί σε μια στιγμή τους έφυγε μια μπάλα και ήρθε προς το μέρος μου. Τη θυμάμαι πολύ καθαρά που διέγραψε μια τροχιά πάνω από ένα χαμηλό φράχτη με συρματόπλεγμα κάπως στα δεξιά μου και ήρθε ψηλοκρεμαστά προς εμένα, όπως τυχαίνει καμιά φορά να ξεφεύγει η μπάλα από τον αγωνιστικό χώρο και να τινάζεται πάνω στους θεατές. Την έπιασα και στ’ αστεία στα σοβαρά την πέταξα προς την μπασκέτα για να βάλω καλάθι, αλλά απέτυχα. Θυμάμαι που περίμενα με κάποια αγωνία (σχετική, επειδή δεν ήταν σουτ σε επίσημο αγώνα) την έκβαση που θα είχε το σουτ μου, αλλά αυτό ήταν καθαρά άστοχο. 
* *
*

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ: «Το τζιπάκι»
Στη συνέχεια βρέθηκα να ακούω τον Μίκη Θεοδωράκη που έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε. (Αυτό το κομμάτι του ονείρου είναι που δε θυμάμαι καθαρά αν ήταν πριν ή μετά την εικόνα με το μπάσκετ). Όπως έπαιζε πιάνο, λοιπόν, ο Θεοδωράκης, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι δεν ήταν ξεκομμένος από οποιαδήποτε άλλη συνέχεια μέσα στο χώρο αλλά πριν από αυτόν υπήρχε και κάποιος άλλος που έκανε κάτι (που δε θυμάμαι ακριβώς τι), αλλά θυμάμαι σίγουρα ότι έπρεπε αυτός ο άλλος να κάνει πρώτος αυτό το κάτι για να παίξει μετά πιάνο ο Θεοδωράκης με τη σειρά του, όπως και ο άλλος περίμενε το Θεοδωράκη για να πάρει σειρά στη δράση. Σε λίγο βγήκε και κάποιος τρίτος που έκανε κάτι άλλο και σε λίγο δημιουργήθηκε μια ολόκληρη αλυσίδα από κάποιους που έκαναν κάτι συγκεκριμένο με απόλυτη σειρά και αλληλουχία. Παράλληλα η δράση αύξανε προοδευτικά και σε ένταση. Κι ο Θεοδωράκης (όταν ερχόταν η σειρά του) κοπανούσε τα πλήκτρα του πιάνου με τις παλάμες και με όλο και περισσότερη δύναμη και στο τέλος βρέθηκε όρθιος να χοροπηδάει πάνω στο κλαβιέ και να φωνάζει «Πιάνο-πιάνο-πιάνο!» Εγώ ως θεατής (και ως αντίληψη μόνο) έτρεχα κύκλο σαν τρελός με τη σειρά στον έναν μετά τον άλλον και παρακολουθούσα από κοντά τί έλεγε και τί έκανε ο καθένας τους. Έβλεπα όλο και πιο καθαρά την αλληλουχία της δράσης. Είδα ότι το όργανο που έπαιζε ο Θεοδωράκης δεν ήταν πιάνο αλλά κάτι σαν τα μπροστινά καθίσματα κάποιου τζιπ πάνω στα οποία βρέθηκε στο τέλος να χοροπηδάει με την πλάτη προς τη μηχανή και να φωνάζει: «Πιάνο-πιάνο-πιάνο!» Ο επόμενος φώναξε, πάντα τρείς φορές: «καπό-καπό-καπό!» χτυπώντας ταυτόχρονα τα χέρια του πάνω στο καπό του τζιπ ισάριθμες φορές. Ο επόμενος «Φτερό-φτερό-φτερό!» χτυπώντας το φτερό του αυτοκινήτου. Ο επόμενος «Ρεζερβουάρ-ρεζερβουάρ-ρεζερβουάρ!» κι ο επόμενος «καπάκι-καπάκι-καπάκι!».
Κοιτάζοντας υπερπρόθυμα με λαχτάρα, αλλά χωρίς αγωνία ή φόβο, παρακολουθώντας από πολύ κοντά το ένα μετά τό άλλο τα τμήματα που μου υποδείκνυαν μ’ αυτόν τον παράξενο τρόπο, είχα φτάσει στο καπάκι του ρεζερβουάρ που ήταν ξεβιδωμένο και φαινόταν η σκοτεινή τρύπα του στομίου από το οποίο βάζουμε βενζίνη: «Στόμιο-στόμιο-στόμιο!» 

* *
*

ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ: «Το πάρτι»
Το επόμενο τμήμα του ονείρου διαδραματίστηκε σε κάποια κορυφή λόφου ή κάτι τέτοιο, σίγουρα έξω, στην εξοχή. Κάτι σαν τα χίλια πεύκα στην Έδεσσα, όπου βρίσκονται τα γήπεδα τένις του Δασαρχείου. Μόνο που στο όνειρο ήταν κάτι σαν τόπος συγκέντρωσης των πρωταγωνιστών της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Άρχισαν να έρχονται οι ηθοποιοί μόνοι ή παρέες-παρέες σαν σε ονομαστική γιορτή, σαν να είχαμε πάρτι. Τους καλωσόριζα κάπως και τους αναγνώριζα έναν-έναν.« - Α, να κι ο Σταυρίδης....κι ο Εξαρχάκος.... κι η Σαπφώ Νοταρά...κι ο Φούντας...» Αναγνώρισα πολύ καθαρά τη Βουγιουκλάκη που την υποδέχτηκα και της κράτησα για να βγάλει το παλτό, μάλιστα θυμάμαι και στο τέλος πλησίασα την Τζένη Καρέζη που κάθονταν κάπου, έσκυψα και σαν να την αγκάλιασα και τη φίλησα στο αριστερό της μάγουλο. Θυμάμαι το μάγουλο πολύ καθαρά και πολύ ζωντανά. «Η Τζένη Καρέζη» είπα μέσα μου.   

* *
*

ΕΙΚΟΝΑ ΤΕΤΑΡΤΗ: «Θεατρική πρόβα»
Μετά, εκεί πάνω στον ίδιο λόφο, παίχτηκε ένα μικρό θεατρικό έργο, σαν πρόβα ή σαν κανονική παράσταση, δε θυμάμαι καλά. Θυμάμαι μόνο πολύ καθαρά ότι οι ηθοποιοί ήταν ακίνητοι σε κάποια απόσταση ο ένας από τον άλλον μέσα στο χώρο, σε έναν ακανόνιστο κύκλο και έλεγε ο καθένας την ατάκα του με τη σειρά. Αυτό κράτησε για λίγη ώρα ώσπου πετάγομαι εγώ από κάποιο συγκεκριμένο σημείο (και ήταν σαν να ανάβλυσε ξαφνικά ένας λεκές σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο στη μοκέτα του πατώματος και να απλώθηκε ίσαμε ένα τάλιρο. Εγώ εμφανίστηκα στην αλληλουχία της δράσης του ονείρου σαν λεκές στη μοκέτα). Το σημείο ήταν τέτοιο που να τους έχω μπροστά και κάπως αριστερά μου όλους και φωνάζω με όλη μου τη δύναμη, κυριολεκτικά ούρλιαξα: «Αυτό δε γίνεται έτσι! Δε μιλάμε έτσι ακίνητοι σαν μπάστακες! Μιλάμε και κινούμαστε! Κάνουμε κάτι! Παίζουμε θέατρο! Δεν στεκόμαστε έτσι σαν αγγούρια! Μιλάμε πηγαίνοντας προς τα εκεί, προς εκείνο το δέντρο (τους έδειξα ένα δέντρο μπροστά και δεξιά). Και το δέντρο, συνέχισα τις φωνές, πρέπει να έχει φυσική θέση μέσα στην πλοκή του έργου αλλά και στο περιεχόμενο και στη ρύμη του λόγου! Όλα έχουν κίνηση και ρυθμό και αρμονική αλληλουχία! Αμάν πιά! Άσχετοι!» 

 

* *
*

ΕΙΚΟΝΑ ΠΕΜΠΤΗ: «Ανάμνηση από το μέλλον»
Αμέσως μετά σηκώθηκα (αλλά σαν να βρέθηκα κάπου αλλού) και σαν να ακολουθούσα μια επιταγή που την ένιωθα να με έλκει με μιαν ακατανίκητη έλξη προς τα κάπου. Ήσυχα και ήρεμα κίνησα με ακαθόριστο αλλά συγκεκριμένο προορισμό μέσα σε μια πολύ παράξενη
βροχή. Ήταν μια βροχή κρύα, και ομοιόμορφα κατανεμημένη μέσα στο χώρο. Την ένιωθα και την έβλεπα καθαρά παντού γύρω, όπως τη ζωγραφίζουν καμιά φορά οι γελοιογράφοι με τις σταγόνες πανομοιότυπα ίδιες και ομοιόμορφα κατανεμημένες μέσα στο κάδρο του σκίτσου.
Πέρασα μέσα από αυτή την ψυχρή βροχή κι έφτασα έξω, όπου βρέθηκα να κάνω κάτι, κάπου. Είδα στη γη κάτι σαν στρόγγυλη λιμνούλα με τους κύκλους από τις σταγόνες της βροχής να χτυπούν στην επιφάνεια του νερού και να απλώνουν ένα γύρω και μια κλωστή νερό που έπεφτε πάνω της και πιτσιλούσε και...ξαλάφρωνα. Κατουρούσα μέσα σε μια στρόγγυλη λιμνούλα, που είχε σχηματιστεί από τα νερά της βροχής.
Αμέσως ξύπνησα (στην πραγματικότητα) και πραγματικά με είχε σφίξει η ανάγκη, όπως συχνά τον τελευταίον καιρό ξυπνάω νωρίς το πρωί ή αργά το βράδυ και πάω στον καμπινέ. Σηκώθηκα (ξύπνιος) λοιπόν, και πήγα στο καμπινέ ακολουθώντας την ίδια πορεία που είχα κάνει λίγο πριν στο όνειρο, μέσα στην κρύα βροχή, που δεν ήταν βροχή αλλά το δωμάτιο που ήταν απλώς κρύο και λουσμένο μέσα στο ενοχλητικό φως που ήταν (φυσικά) ομοιόμορφα κατανεμημένο μέσα στο χώρο. «Είναι κρύο φως» σκέφτηκα τότε, συνδέοντας έτσι (σκέφτομαι τώρα) το αίσθημα αφής (κρύο) με το οπτικό αίσθημα (φως) σε ένα ενιαίο λεκτικό αντικείμενο («κρύο φως») και μάλιστα κρατώντας κύριο, κεντρικό (ουσιαστικό) το φως και υπάγοντας σ’ αυτό, κάπως σαν δευτερεύον και συμπληρωματικό (επίθετο) το αίσθημα αφής (κρύο).
Πήγα μέχρι τη λεκάνη του καμπινέ που είναι στρόγγυλη σαν τη λιμνούλα με το νερό της βροχής και ξαλάφρωσα όπως και στο όνειρο, όπου είχα δει αυτό που είχα ανάγκη να κάνω εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Ήταν ένα όνειρο που... είχε προηγηθεί της πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας όμως που είχε επαναληφθεί πολλές φορές πανομοιότυπη στο παρελθόν, τον τελευταίον καιρό. 

 

 

ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ
Σε πολλές ενότητες-εικόνες

Εισαγωγή
Εδώ δεν έχουμε ένα μόνο αρχικό συμβάν αλλά μια αλυσίδα από συγκεκριμένα αρχικά συμβάντα-ενότητες, όπως πολλές φορές γίνεται στο όνειρο το οποίο διευθετεί όλα τα μικροσυμβάντα της περασμένης μέρας σε ένα κομπολόι από ετερόκλητες εικόνες και τις περιγράφει όλες μαζί με τη μία ανάσα. Ο παραλογισμός της τεχνητής αυτής αλληλουχίας που είναι σύμφυρμα και όχι συνέχεια αφήνει αδιάφορο το όνειρο που είναι παράλογο έτσι κι αλλιώς. Γι’ αυτό πολλές φορές μας τυχαίνει στο όνειρο κι ενώ η δράση ξετυλίγεται κάπου, ξαφνικά να αλλάζει εντελώς το σκηνικό κι η δράση και εκεί που παίζουμε χαρούμενοι γκολφ στην Έδεσσα να βρισκόμαστε στη Νάουσα και να καθαρίζουμε φασολάκια βαλαντωμένοι στο κλάμα. Είναι δύο διαφορετικές ενότητες-εικόνες-σύνολα ενωμένες κάπως πρόσκαιρα και για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του ονείρου. Μου έχει ξανασυμβεί να θυμάμαι πολύ καθαρά μια σειρά, ένα κομπολόι από συμβάντα σαν ενωμένα σε ένα όνειρο. Ακριβώς σαν λουκάνικα ενωμένα με έντερο σε μια αρμαθιά.
Οι εικόνες του συνολικού ονείρου «ΚΑΡΕ-ΚΑΡΕ» είναι επαναδραματοποιήσεις συγκεκριμένων συμβάντων της περασμένης ημέρας που θυμάμαι πολύ καθαρά και αν θυμόμουν πλήρη και την αλληλουχία τους χωρίς τις (μικρές) αμφιβολίες που έχω για μία από αυτές θα ήμουν σίγουρος ότι στο όνειρο επαναδραματοποιούνται τα αρχικά συμβάντα με τη σειρά που αυτά συμβαίνουν στην εγρήγορση της προηγούμενης μέρας. 

 

* *
*

ΤΑ ΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ
(Των ίδιων ονειρικών εικόνων)

ΠΡΩΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ: «Το μπάσκετ»
Επειδή η ομάδα του μπάσκετ ήταν αμερικάνικη, αφού θυμάμαι ότι υπήρχαν και παίκτες έγχρωμοι, αλλά και την είχαμε πει και «all stars», μου ήταν πολύ εύκολο να εντοπίσω το αρχικό συμβάν της περασμένης μέρας ακόμη και μόνο από αυτήν τη μία λεπτομέρεια, γιατί εκείνη την ίδια μέρα (πριν από το όνειρο) είχα μια τηλεφωνική συνδιάλεξη με την Αμερική. Ήταν κάτι ξεχωριστό κι εντελώς έξω από τα συνηθισμένα για μένα κι έτσι μου ήταν πολύ εύκολο να εντοπίσω το αρχικό συμβάν της τηλεφωνικής συνδιάλεξης με την Αμερική.
Το τούνελ από το οποίο ξεχύθηκε η ομάδα ήταν το ακουστικό του τηλεφώνου μέσα από το οποίο ξεχύθηκε στο χώρο ο αμερικάνικος λόγος μαζί με τις εικόνες που έπλασα για να τον δεχτώ. Έπλασα δηλαδή στο μυαλό μου κάποια ακαθόριστη αλλά σίγουρη εικόνα κάπως αντιπροσωπευτική για την κοπέλα με την οποία μίλησα, για τις τηλεφωνήτριες που με σύνδεσαν, για όλους. Πάντα κατασκευάζω κάποια εικόνα αντιπροσωπευτική κατά κάποιον τρόπο με ένα αίσθημα ακουστικό (ή όποιο) που δεν έχει εικόνα. Στη διάρκεια της συνδιάλεξης γέμισε το γραφείο μου πρόσωπα και δράση με συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Νομίζω ότι οι μπασκετμπολίστες ήταν τα πρόσωπα με τα οποία μίλησα και οι μπάλες ήταν ο λόγος, τα ολοκληρωμένα επιχειρήματα που ανταλλάξαμε στη διάρκεια της συνδιάλεξης.
Θυμάμαι πολύ καθαρά ότι η χοάνη ή το τούνελ από το οποίο φανερώθηκαν ήταν λίγο ψηλότερα από μένα και καθαρά στα δεξιά μου και έχω αμυδρή αλλά αναμφισβήτητη την εντύπωση ότι ήταν μια γνωστή μου περιοχή, ένα τμήμα του ξεροπόταμου Ντερέκι, όπου ο προσανατολισμός μου ήταν σαν να βρισκόμουν στη μία όχθη, να κοιτάζω προς τα πέρα προς την απέναντι όχθη, σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο της, όπου στην πραγματικότητα υπήρχε παλιά μια πηγή, τα νερά της οποίας εκβάλλουν στον ξεροπόταμο Ντερέκι σε κείνο το σημείο. Το σημείο από το οποίο έβλεπα το χώρο ήταν περίπου ένας παλιός δρόμος που υπήρχε εκεί και έκοβε κάθετα τον ξεροπόταμο Ντερέκι. Από την όχθη που βρισκόμουν εγώ κοίταζα εκείνο το σημείο με κατεύθυνση προς την Έδεσσα.
Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι το όνειρο χρησιμοποίησε αυτά τα δεδομένα για να αναπλάσει το χώρο του γραφείου μου από όπου έκανα την τηλεφωνική συνδιάλεξη στο αρχικό συμβάν. Όπως κάθομαι συνήθως (και τότε που έκανα τη συνδιάλεξη), έχω μπροστά μου έναν πάγκο που χωρίζει το δωμάτιο του γραφείου μου στα δύο, ακριβώς σαν το ψηλό τοίχωμα που έχουν οι όχθες του ξεροπόταμου Ντερέκι. Τον πάγκο αυτόν τον έχω μπροστά μου κάθε μέρα και αν είχα ακόμη έναν τέτοιον πάγκο πίσω μου θα ήμουν ακριβώς σαν μέσα στην κοίτη ενός ποταμού με τις ψηλές όχθες πίσω μου και μπρος μου.
Στο όνειρο δε χρειάστηκε να αναπαρασταθεί και η πίσω όχθη αλλά μόνο η μία, η μπροστινή μου, από όπου ξεχύθηκαν οι αμερικάνοι μπασκετμπολίστες από το σημείο όπου ανάβλυζε παλιά (τουλάχιστον) εκείνη η πηγή κι έπεφταν τα νερά της μετά μέσα στον ξεροπόταμο.
Αυτή η πηγή πρέπει να εμφανίστηκε στο όνειρο για να εξυπηρετηθεί ο λόγος που ανάβλυσε μέσα από το ακουστικό. Την είδα ακριβώς δεξιά και πάνω σε σχέση με εμένα που ήμουν ο υποκειμενικός παρατηρητής, γιατί όταν μιλούσα στο τηλέφωνο (στο αρχικό συμβάν) κρατούσα το ακουστικό (όπως συνήθως) στο δεξί μου αυτί που είναι στο ίδιο ύψος και απέναντι από τη γωνία του πάγκου (ούτε μισό μέτρο).
Απ’ το σημείο που βρέθηκα στο όνειρο, η πηγή απέναντι, στην ψηλή όχθη στον ξηροπόταμο Ντερέκι βρίσκεται (στην πραγματικότητα) μπροστά, πάνω και δεξιά, ακριβώς στο αντίστοιχο σημείο με τη γωνία του πάγκου, που στο αρχικό συμβάν ήταν το πρώτο σταθερό αντικείμενο στο χώρο, στην προέκταση του δεξιού μου αυτιού, όπου είχα το ακουστικό του τηλεφώνου (μη σταθερό αντικείμενο), από το οποίο έβγαινε (σαν να πήγαζε, ανάβλυζε, ξεχυνόταν) ο ήχος από τις συνομιλίες.

Δηλαδή, φαίνεται ότι ο ήχος προβλήθηκε στο πρώτο σταθερό σημείο στον περιβάλλοντα χώρο (στη γωνία του πάγκου στο αρχικό συμβάν, μπροστά, πάνω και δεξιά) και εμφανίστηκε (επαναλήφθηκε) σαν πηγή (που υπάρχει στην πραγματικότητα) στο αντίστοιχο σημείο (μπροστά, πάνω και δεξιά) στην ονειρική εικόνα, στην όχθη του ξηροπόταμου Ντερέκι.

Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι το όνειρο επέλεξε αυτήν τη συγκεκριμένη μνημονική εικόνα που είχα καταγραμμένη από το ξηροπόταμο Ντερέκι, γιατί:
α. η ψηλή, κάθετη όχθη της ονειρικής εικόνας ήταν σαν (έμοιαζε με) τον πάγκο του αρχικού συμβάντος, αλλά και
β. η πηγή της ονειρικής εικόνας αντικαθιστούσε το ακουστικό και εξυπηρετούσε την ιδέα των ήχων της συνομιλίας που «ανάβλυζαν» από το ακουστικό στο αρχικό συμβάν.

Δηλαδή, οι ανάγκες που σίγουρα εξυπηρέτησε αυτό το όνειρο σίγουρα είχαν να κάνουν με τη χωρική διάταξη των αντικειμένων και τη δράση τους στο συγκεκριμένο αρχικό συμβάν.

Η διπλή απόπειρα
Φαίνεται όμως ότι για κάποιον λόγο αυτή η εικόνα, που χρησιμοποίησε το όνειρο δεν ήταν επαρκής ή στη συνέχεια χρειάστηκε κάτι παραπάνω ή διαφορετικό γιατί στη συνέχεια, εκεί που μου ήρθε η μπαλιά και προσπάθησε να την πετάξω πίσω για να βάλω καλάθι χωρίς επιτυχία, βρέθηκα σε άλλον χώρο, αλλά στην ίδια ιστορία.
Ο χώρος ήταν από το Δεβελίκι της Χαλκιδικής όπου είχαμε περάσει τις διακοπές μας το τελευταίο καλοκαίρι και είχε παρόμοια δεδομένα με αυτόν το χώρο (εικόνα) από τον ξηροπόταμο Ντερέκι.
Κατ’ αρχάς εγώ στο όνειρο βρισκόμουν πάλι χαμηλά μέσα στην κοίτη ενός (άλλου) ξηροπόταμου, με το γήπεδο του μπάσκετ πάλι κάπως ψηλότερα από μένα, στις όχθες αυτού του κατάξερου καλοκαιριάτικα ξηροπόταμου μέσα από τον οποίο περνούσαμε (στην πραγματικότητα) στις διακοπές μας για να φτάσουμε στη βρύση/τουλούμπα από όπου παίρναμε νερό όλες εκείνες τις μέρες των διακοπών μας στο Δεβελίκι.
Στο σημείο εκείνο (που στο όνειρο ήταν το γήπεδο) βρισκόταν η αυλή ενός σπιτιού, όπου συχνά βρισκόταν κάποια γυναίκα που έπλενε πιάτα ή ρούχα σε μια άλλη εξωτερική βρύση, ακριβώς στο χείλος της υπερυψωμένης όχθης που ήταν φραγμένη με συρματόπλεγμα. Τα απονέρια έπεφταν μέσα στην ξερή κοίτη, από όπου περνούσαμε εμείς. Ξένοι εμείς περνούσαμε αμίλητοι, χαμηλά, μέσα από την ξερή κοίτη, με τα πλαστικά μπιτόνια για να γεμίσουμε νερό από την τουλούμπα, που ήταν έξω και λίγο παραπέρα από εκεί που τελείωνε το συρματόπλεγμα, χωρίς να ξέρουμε αν και η τουλούμπα ήταν δική τους και αν τυχόν είχαν κάποια αντίρρηση που παίρναμε νερό.

Σημαντική λεπτομέρεια
Κάποτε είχα κάνει μια απόπειρα να σπάσω κάπως τη σιωπηλή απόσταση που μας χώριζε και να πιάσω φιλική κουβέντα μαζί της, αλλά δεν είχα καταφέρει τίποτα. Μείναμε άγνωστοι και χωρίς πολλά-πολλά μεταξύ μας, ώσπου φύγαμε.
Από εκείνη την ψηλή αυλή λοιπόν μου είχε έρθει η μπάλα ψηλοκρεμαστά και την πέταξα πίσω για να βάλω καλάθι χωρίς επιτυχία. Ακριβώς όπως χωρίς επιτυχία είχε μείνει η προσπάθειά μου να πιάσω κουβέντα με την άγνωστη της βρύσης.

Η συνέχεια
Στην Αμερική έπαιρνα τηλέφωνο εκ μέρους ενός φίλου (γι’ αυτό δεν συμμετείχα στο παιχνίδι ενεργά, αλλά ήμουν απ’ έξω και σαν θεατής, χωρίς άμεσο και προσωπικό ενδιαφέρον). Ο φίλος ενδιαφερόταν να μάθει αν γινόταν να του στείλουν κάποια συγκεκριμένα εξαρτήματα για να βελτιώσει το κομπιούτερ του. Η συνομιλία είχε πάει καλά, αλλά στο τέλος συνέβη ένα μικρό κάτι που τα χάλασε κάπως. Η αμερικανίδα με είχε ρωτήσει αν είχαμε ΦΑΞ κι εγώ της είπα ότι δεν είχαμε και θα έπρεπε να μου στείλει την απάντηση με το ταχυδρομείο. Στενοχωρέθηκα λίγο εκεί γιατί η λύση του ταχυδρομείου δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική. Ήξερα πολύ καλά ότι αυτή δεν ήταν η σωστή συνέχεια γιατί η απάντηση θα καθυστερούσε πολύ με το ταχυδρομείο κι έτσι έκλεισα τη συνδιάλεξη με πολύ αμφιλεγόμενα συναισθήματα για τα αποτελέσματα του τηλεφωνήματος παρά την διαβεβαίωση της ότι κατάλαβε τι ήθελα και ότι τα είχε όλα να μου τα στείλει αφού συνεννοηθούμε πρώτα με την αλληλογραφία για τις λεπτομέρειες. Αυτά εγώ δεν τα πιστεύω τόσο εύκολα. Αν δεν τα μεθοδεύσεις προσεκτικά, πάντα κάτι πάει στραβά και πάνε τα πράγματα κατ’ ανέμου.
Η επιχείρηση θεωρείται επιτυχής μόνο όταν έρθουν τελικά τα εξαρτήματα, όταν μπουν στο κομπιούτερ κι αυτό θα δουλεύει σωστά και χωρίς προβλήματα για πολλά χρόνια. (Για του λόγου το αληθές με έτρωγε η λανθασμένη συνέχεια και γι’ αυτό ήρθε στο όνειρο ως άστοχη μπαλιά παρά την ευνοϊκή μάλλον κατάληξη του τηλεφωνήματος, γι’ αυτό και ξανασκέφτηκα προσεκτικά και δούλεψα μια εναλλακτική λύση. Την άλλη μέρα πήρα τηλέφωνο το φίλο και του είπα ότι θα έπρεπε να ξαναπάρουμε τηλέφωνο στην Αμερική και να τους δώσουμε ένα ΦΑΞ κάποιου γνωστού για να μας δώσουν την απάντηση γραπτώς και αμέσως. Έτσι κι έγινε και αποδείχτηκαν δικαιολογημένοι οι φόβοι μου γιατί η αμερικανίδα αυτή τη φορά μου είπε ότι τσεκάρισε τα δεδομένα και είδε ότι τελικά τα εξαρτήματα δεν είναι συμβατά με τον ΑΡΡLΕ ΙΙC κομπιούτερ που είχε ο φίλος. Τόμπολα! Ακριβώς όπως φοβόμουν.
Αυτά όμως έγιναν την επόμενη μέρα, μετά το όνειρο. Στο πρώτο τηλεφώνημα μου (στο αρχικό συμβάν) είχε πει ότι έχει τα εξαρτήματα και μπορεί να μου τα στείλει. Υπήρχε όμως μια τσαπατσουλιά, κάποια προβλήματα στη συνεννόηση και καθαρά μια αρνητική απάντηση και ανεπαρκής συνέχεια στην τελευταία κρίσιμη ερώτηση αν είχα ΦΑΞ.

Η χυλόπιτα ήταν  διπλή
Το πιο ενδιαφέρον σημείο όμως ήταν άλλο! Πριν με ρωτήσει την τελευταία αυτή ερώτηση για το ΦΑΞ, της είχα κάνει ένα μικρό κομπλιμάν για να σπάσω τον πάγο μεταξύ μας και να αποκτήσει η συζήτησή μας κάπως πιο ανθρώπινο και προσωπικό ύφος. Την είχα ρωτήσει πώς την έλεγαν, μου είχε πει «Shelly». Από το «Shell» που θα πει όστρακο;» την ξαναρώτησα. «Ναι», μου λέει. «Μμμ, ωραίο όνομα!» της είπα, όπως το είχα προσχεδιάσει, όποιο και αν θα ήταν το όνομά της. Αυτή με ευχαρίστησε, όχι ιδιαίτερα κολακευμένη, όπως μου φάνηκε (σκέφτηκα ότι θα είχε κάποιο κόμπλεξ για το παράξενο όνομα - φαντάσου να σε λένε περίπου «Οστρακοφόρο»!). Κι αμέσως μετά μου πέταξε την τελική ερώτηση για το ΦΑΞ με φωνή όπως ήταν από την αρχή, τυπική και απασχολημένη. Η απόπειρά μου να σπάσω τον πάγο είχε πάει στα χαμένα εκ των πραγμάτων.
Προσοχή! Αυτή ήταν μια περίπτωση που έμοιαζε πάρα πολύ με αυτήν στο Δεβελίκι της Χαλκιδικής, όπου και πάλι είχα κάνει μια παραπλήσια αποτυχημένη απόπειρα να σπάσω τον πάγο με την άγνωστη που έπλενε τα πιάτα στη βρύση και γι’ αυτό το όνειρο ενώ είχε ξεκινήσει με τον ξηροπόταμο Ντερέκι στην Έδεσσα χρησιμοποίησε στη συνέχεια κι εκείνον το χώρο από τον ξηροπόταμο στο Δεβελίκι και τη χυλοπίτα που είχα φάει από τη σιωπηλή γυναίκα που έπλενε συνέχεια τα πιάτα στη βρύση της ψηλής αυλής, ακριβώς όπως και από την άγνωστη αμερικανίδα!

Η χαρακτηριστική λεπτομέρεια
Τώρα που τελείωσα συνειδητοποίησα ότι οι δύο χώροι (στον ξηροπόταμο Ντερέκι ο ένας και στον ξηροπόταμο στο Δεβελίκι ο άλλος) έχουν κοινό και κάτι άλλο πολύ χαρακτηριστικό: Από το συγκεκριμένο σημείο που τους έβλεπα στο όνειρο, είχα μπροστά μου, και στους δύο, έναν δρόμο που τους έκοβε ακριβώς κάθετα και έβγαζε ακριβώς απέναντί τους. Πώς δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα! Στον πάγκο που έχω στο γραφείο μου έχω κόψει (εγώ ο ίδιος, με το πριόνι) ένα κομμάτι ακριβώς μπροστά μου, όπως κάθομαι στο γραφείο μου για να φαίνεται από τους πελάτες μια καινούργια μηχανή που θα έβαζα για την εξυπηρέτησή τους! Οι ψηλές όχθες του ξηροπόταμου Ντερέκι σ’ εκείνο το σημείο που ονειρεύτηκα, ΑΚΡΙΒΩΣ όπως και οι όχθες στον ξηροπόταμο στο Δεβελίκι, κόβονται από το δρόμο που τις κόβει ΚΑΘΕΤΑ, όπως έβλεπα εγώ στο όνειρο και τους δύο δρόμους κατευθείαν μπροστά μου! Είναι κάτι που μοιάζει πάρα πολύ με το κόψιμο του πάγκου!

Ο προσανατολισμός
Μια ακόμη πολύ σημαντική λεπτομέρεια όμως,  ήρθε στο τέλος:
Α. Ο κομμένος πάγκος,
Β. Η όχθη με την ημικυκλική τομή του δρόμου στον ξεροπόταμο Ντερέκι, αλλά και
Γ. Η αντίστοιχη τομή του δρόμου στο Δεβελίκι έχουν ακριβώς τον ίδιο προσανατολισμό (προς δυσμάς!) από τη γωνία που τα έβλεπα εγώ στο όνειρο! Δηλαδή, όπως κάθομαι στο γραφείο μου πάντα βλέπω τον πάγκο μου απέναντι προς τα δυτικά.
- Το ίδιο (προς τα δυτικά) είδα και την όχθη στο όνειρο!
- Το ίδιο και την όχθη στο Δεβελίκι, όπως πηγαίναμε κάθε φορά από το τροχόσπιτο που μέναμε προς την τουλούμπα, προς τα δυτικά! Η θάλασσα ήταν στ’ αριστερά μας και η βρύση της ψηλής αυλής δεξιά πάνω από τον κάθετο δρόμο. Όλα ταιριάζουν απόλυτα μέχρι κεραίας! Το καθετί είναι προσανατολισμένο ακριβώς στη θέση του και σε πλήρη αντιστοιχία με τα αντικείμενα του γραφείου μου στο αρχικό συμβάν! 

Ο τρίτος ονειρικός χώρος
(Πολύ σημαντικό υστερόγραφο)
Τώρα που τελείωσα θυμήθηκα (και πολύ καθαρά μάλιστα) και αναγνώρισα και έναν ακόμη ονειρικό χώρο: Η «χοάνη» από όπου είχαν «ξεχυθεί» αρχικά οι μπασκετμπολίστες βρίσκεται σε μία άλλη τοποθεσία διαφορετική, τόσο από το ξεροπόταμο Ντερέκι, όσο και από το Δεβελίκι. Αυτή η τοποθεσία είναι πάλι στην Έδεσσα, στο πάρκο των Καταρρακτών. Είναι μία πισίνα που υπάρχει εκεί, η οποία, όπως την βλέπεις από ανατολικά προς τα δυτικά(!), έχει πάνω της και ακριβώς προς τα δεξιά της(!) ένα είδος χοάνης από όπου πέφτει το νερό μέσα της από ψηλά.
Πάλι ψηλά, πάλι δυτικά, πάλι δεξιά, πάλι αναβλύζον νερό!
Η σημαντική λεπτομέρεια είναι ότι, όπως έβλεπα αυτή τη δυτική όψη της πισίνας, έβλεπα ακριβώς μπροστά μου τις σκάλες που κατεβαίνουν προς την πισίνα οι οποίες στην κορυφή τους είναι διαμορφωμένες έτσι σαν να έχουν ένα κόψιμο ακριβώς όπως το κομμάτι στον πάγκο που είχα κόψει με το πριόνι! Και ακριβώς όπως είναι φαγωμένη και η όχθη στον ξηροπόταμο Ντερέκι και η υπερυψωμένη όχθη του ξηροπόταμου στο Δεβελίκι.

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΧΩΡΩΝ

Α. Πάγκος                    Β. Ντερέκι                  Γ. Δεβελίκι
Ο τέταρτος ονειρικός χώρος

 Τελικά, στο όνειρο φαίνεται ότι ανακλήθηκαν κάπως από τη μνήμη ΟΛΟΙ οι χώροι με τα ίδια χαρακτηριστικά που υπήρχαν καταγραμμένοι μέσα εκεί. Όλοι οι χώροι έχουν:
α. Δυτικό προσανατολισμό, ακριβώς όπως ο πάγκος στο γραφείο μου.
β. Ακριβώς στη μέση και απέναντι και λίγο ψηλότερα ένα άνοιγμα (δρόμος η σκάλες) σαν αυτό που είχε ο πάγκος στο γραφείο μου από το πριόνι.
γ. Δεξιά και πάνω, σε σχέση με εμένα ως υποκειμενικό παρατηρητή, κάποιο νερό να αναβλύζει (βρύση, πηγή ή χοάνη), ακριβώς στο αντίστοιχο σημείο με τη γωνία του πάγκου που ήταν το πρώτο σταθερό αντικείμενο στο χώρο, στην προέκταση του δεξιού μου αυτιού, όπου είχα το ακουστικό του τηλεφώνου (μη σταθερό αντικείμενο), από το οποίο έβγαινε (σαν να πήγαζε, ανάβλυζε, ξεχυνόταν) ο ήχος από τις συνομιλίες. 
Δηλαδή: Ο ήχος της τηλεφωνικής συνδιάλεξης του αρχικού συμβάντος που είχε προβληθεί στο πρώτο σταθερό σημείο στον περιβάλλοντα χώρο (στη γωνία του πάγκου στο αρχικό συμβάν) εμφανίστηκε (επαναλήφθηκε) σε όλα ανεξαίρετα τα αντίστοιχα σημεία (μπροστά, πάνω, δεξιά όπως τα έβλεπα  εγώ), σε όλες τις εικόνες του ονείρου: 
1. Στην πηγή στο ξηροπόταμο Ντερέκι. 
2. Στη βρύση της ψηλής αυλής στο Δεβελίκι 
3. Στη χοάνη από όπου ανάβλυζε και χυνόταν το νερό στις Πισίνες των καταρρακτών στην Έδεσσα.

* *
*

 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ: «Το Τζιπάκι».
Αυτό το ίδιο το Τζιπάκι δεν το είδα ολόκληρο και καθαρά σε καμιά στιγμή στο όνειρο. Έβλεπα πολύ καθαρά μόνο τα μέρη του, όπως τα υποδείκνυαν με αυτόν το παράξενο τρόπο ο Θεοδωράκης και η παρέα του. Και μάλιστα, όσο πιο πολύ κόντευα να καταλάβω ότι το σύνολο αυτών των τμημάτων που μου υποδείκνυαν ήταν το τζιπάκι, τόσο και περισσότερο φώναζαν και επέμεναν για να παραμείνω στο εκάστοτε τμήμα (καπό, καπάκι, ρεζερβουάρ κτλ) και να μην πάρω απόσταση από αυτά για να δω το σύνολο (τζιπάκι).
Δηλαδή, με τις φωνές τους κέντριζαν την προσοχή μου για να μην αποτραβηχτεί και δω τίποτε άλλο και συγκεκριμένα να μη συνειδητοποιήσω τη σκηνή ως σύνολο! Απόδειξη ότι είναι το ενεργό αίσθημα πάντα (ηχητικό εδώ) που έλκει και κρατάει την προσοχή και από πίσω της τη νόηση, απόλυτα συγκεντρωμένη μέσα στο περιεχόμενό του (όποιου) αισθήματος και τελικά στο περιεχόμενο της εικόνας στο σύνολό της.

Το αρχικό συμβάν
Πολύ καθαρή περίπτωση. Εκείνο το ίδιο βράδυ είχα πάει στο γραφείο αυτού του φίλου που είχε βάλει και τη συνδιάλεξη στην Αμερική, νωρίτερα την ίδια μέρα, και είχαμε διαβάσει τα χειρόγραφά μου για το όνειρο. Ήταν από τις πρώτες φορές στην πραγματικότητα που διάβαζε κάποιος τρίτος τα χειρόγραφα αυτά και παρά την απόλυτη βεβαιότητά μου για την ορθότητα των ιδεών που ανέπτυσσα, είχα κάποια σχετική αγωνία για το πως θα τα δει γιατί αυτός ο φίλος, ο οποίος εκτός από σύντροφος στην κουλτούρα (εκδίδαμε ένα λογοτεχνικό περιοδικό μαζί για κάποιο μικρό διάστημα) είναι και νευρολόγος και η γνώμη του ήταν χωρίς αμφιβολία η πιο βαρύνουσα και η πιο ειδική που θα μπορούσα να βρω μέσα στην Έδεσσα πάνω στο θέμα του ονείρου. Όχι πως είχα και τόσο μεγάλες προσδοκίες από τις κρίσεις του για το όνειρο, γιατί ήταν πολύ συντηρητικός σ’ αυτά τα πράγματα, συγκρατημένος, λογοκρατούμενος και καθόλου ανοιχτός έστω στα πετάγματα της φαντασίας και τους ενθουσιασμούς. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, μέσα στην Έδεσσα, τουλάχιστον, ήταν ο πιο ειδικός, ήταν και φίλος. «Είσαι φίλος, κουλτουριάρης και ψυχίατρος» του είχα πει, «τρεις ιδιότητες που κάνουν αναπόφευκτο να είσαι ο πρώτος επαρκής αναγνώστης αυτών των γραπτών. Αν δεν πείσουν εσένα δεν θα πείσουν ποτέ, κανέναν εδώ στην Έδεσσα». Αυτά τα γραπτά μου τα κρατούσα πολύ μυστικά εκείνον τον καιρό γιατί το θέμα τους ήταν τέτοιο που δεν θα το καταλάβαινε κι ούτε θα το δεχόταν εύκολα κανείς. Σε ποιον και πως να πεις ότι είχες μια νέα θεωρία για την ερμηνεία του ονείρου και μια νέα κατανόηση της σημασίας του ονειρικού χώρου και πως να σε πιστέψουν;
Στην ουσία δεν μ’ ενδιέφερε να πείσω κανέναν, ούτε και μου χρειαζόταν η γνώμη κανενός για να στηρίξει την ορθότητα τους, αλλά ήθελα τότε να μοιραστώ με κάποιον το μυστικό. Να το συζητήσουμε με κάθε λεπτομέρεια και να το φχαριστηθεί η ψυχή μας! Αφού διάβασε πρώτα το κείμενο ο φίλος, μόνος του (στο σπίτι του), αποφασίσαμε να το προσεγγίσουμε και μαζί διαβάζοντάς το με τη σειρά και χωρίς να ξεστρατίζει η κουβέντα μας σε «κουλτουριάρικες ψυχαναλύσεις του γλυκού νερού», ούτε σε άσχετα σχόλια και πλατειασμούς. Το βράδυ, όταν τελείωνε τη δουλειά του, βάζαμε τα χειρόγραφα πάνω σ’ ένα τραπεζάκι στο ιατρείο του, τα διάβαζε ο ίδιος φωναχτά και εκεί που συναντούσαμε οποιοδήποτε σημείο που χρειαζόταν κάποια διευκρίνηση ή επέκταση το συζητούσαμε επί τόπου. Στην ανάγνωση ο φίλος ήταν πολύ προσεκτικός, συντηρητικός, καχύποπτος και όπως πάντα έτοιμος να χλευάσει οτιδήποτε έξω από την (όποια) πεπατημένη του επιστημονικού ακαδημαϊσμού, παρ’ όλο που δε θα συνέβαινε αυτό μαζί μου από σεβασμό που έχει γενικά στη δημιουργικότητά μου, αλλά και στον απότομο χαρακτήρα μου που δεν σηκώνω και πολλά. Εγώ ήμουν απόλυτα βέβαιος για τα γραπτά μου και με γρανιτένια μάλιστα βεβαιότητα.
Η ανάγνωση πήγε πολύ καλά. Την πρώτη εκείνη ημέρα τελειώσαμε το πρώτο κεφάλαιο και ήμασταν και οι δύο συγκρατημένα ενθουσιασμένοι με το αποτέλεσμα παρά τις επιφυλάξεις που κρατούσε προσεκτικά ο φίλος, τουλάχιστον, όπως σκεφτόμουν, μέχρι να ολοκληρωθεί η ανάγνωση του κειμένου.
Σημείωση: Στην πραγματικότητα άργησε πολύ να παραδεχτεί πολλές από τις απόψεις μου πάνω στο όνειρο, παρότι, όπως μου είπε ο ίδιος πολύ αργότερα, είχε «διαισθανθεί» από την αρχή την ορθότητα της κεντρικής ιδέας και είχε αρχίσει αμέσως να καταγράφει τα όνειρά του.
Πάντως, σ’ εκείνη την ανάγνωση της πρώτης μέρας είχε μόνο απορίες και καμία ένσταση ουσίας, πέρα από λίγες λογοτεχνικές παρατηρήσεις. Εκείνη τη μέρα συνέβη το οξύμωρο, εγώ που είμαι λογοτέχνης να κάνω μια απόπειρα περιγραφής αυτής της επιστημονικού ενδιαφέροντος ιδέας κι αυτός, ο επιστήμονας, να κάνει λογοτεχνικές παρατηρήσεις. Δεν έκανε πολλά σχόλια κι ούτε ένα θετικό για την ουσία του θέματος, αλλά φαινόταν καθαρά ότι η πιθανότητα μιας νέας κατανόησης του ονείρου και της πραγματικότητας, όπως αυτή διαγραφόταν σιγά σιγά με την ανάγνωση, τον είχε εντυπωσιάσει βαθύτατα.

Ο πιανίστας ηθοποιός
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ονειρεύτηκα τον φίλο αυτόν σαν Μίκη Θεοδωράκη να παίζει πιάνο και να τραγουδάει, γιατί όπως διάβαζε τα χειρόγραφα έβαζε και τα δύο χέρια του με όλα τα δάχτυλά του πολύ χαρακτηριστικά μονοκόμματα και συνέχεια ακουμπισμένα πάνω στις λευκές σελίδες (σαν πάνω στο λευκό κλαβιέ του πιάνου) σε μια κίνηση παρόμοια με έναν πιανίστα που είχα δει τις μέρες εκείνες στην τηλεόραση. Ήταν ένας ηθοποιός που έπαιξε κάποιο μοτίβο χτυπώντας τα πλήκτρα με τα δάχτυλα τεντωμένα σε μια συγκεκριμένη θέση και ανεβοκατεβάζοντας όλο το χέρι, με τις παλάμες άκαμπτες σαν ξύλα, όπως παίζουν τις συγχορδίες.
Σ.σ. Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ σε ποιο έργο! Θυμάμαι μόνο ότι το είδα μεσημέρι και ήταν ασπρόμαυρο κι ότι όπως έβλεπα την οθόνη ο ηθοποιός καθόταν από αριστερά προς τα δεξιά  μου - και προς βορρά. Είχα κάνει μάλιστα και την εξής σκέψη: «Μεγάλη αληθοφάνεια είχε ο τρόπος που έπαιξε αυτό το κομμάτι. Αυτός ο ηθοποιός ή ξέρει πιάνο στην πραγματικότητα ή έκανε πολλές ασκήσεις για να πετύχει κάποια αληθοφάνεια στο ρόλο του πιανίστα. Τελικά αυτοί οι ηθοποιοί πρέπει να μαθαίνουν πολλά πράγματα με τόσους ρόλους που παίζουν...»

Το τζιπάκι
Η ιδέα του τζιπ μπήκε στο όνειρο γιατί την προηγούμενη μόλις μέρα είχα δείξει στα παιδιά μου ένα τζιπ σε φωτογραφία στο εξώφυλλο ενός τετραδίου (συγγενές αντικείμενο με τα φύλλα των γραπτών μου που διαβάζαμε με τον φίλο) και τους το είχα προτείνει ως θέμα ζωγραφικής λέγοντάς τους: «Να, ένα ωραίο θέμα για ζωγραφική. Αυτό το τζιπάκι να σας μάθω να ζωγραφίζετε»
Κάθισα και σκιτσάρισα βιαστικά το τζιπάκι αλλά τα παιδιά δεν ενδιαφέρθηκαν. Το είχαν βρει δύσκολο. Ήταν και αργά και πήγαν για ύπνο. Συχνά τα βράδια τους έβαζα να ζωγραφίζουν και κάποιο θέμα: Ζώα, σπίτια, ινδιάνους, κα.
Το τζιπάκι ήταν η πρώτη ύλη που χρησιμοποίησε το όνειρο για να αναπλάσει τις θέσεις και τον προσανατολισμό μας,  όπως διαβάζαμε τα χειρόγραφα μαζί με τον φίλο. Καθόμασταν σε καρέκλες ο ένας απέναντι στον άλλο με ένα χαμηλό τραπεζάκι ανάμεσά μας με τζαμένια στρόγγυλη επιφάνεια.
Τα κοινά σημεία που μπορεί να έχει αυτή η διάταξη μέσα στο χώρο με ένα τζιπ είναι πολύ περισσότερα από όσα μπορεί να μαντέψει κάποιος με την πρώτη ματιά, γιατί:
α. Το τζιπάκι έχει δύο σειρές καθισμάτων: μία μπρος και μία πίσω ακριβώς όπως δύο ήταν και οι καρέκλες που καθόμασταν εμείς με το φίλο.
β. Το τζιπάκι είναι ένα όχημα ανοιχτό, χωρίς ουρανό πάνω από τα κεφάλια μας (κάτι που δε συμβαίνει στα επιβατηγά αυτοκίνητα, για παράδειγμα, που είναι κλειστά).
γ. Το τζιπάκι έχει ένα χώρισμα ανάμεσα από τη πίσω σειρά και την μπροστινή - είναι οι πλάτες των καθισμάτων της μπροστινής σειράς. Στο αρχικό συμβάν το χώρισμα ήταν το τζαμένιο τραπεζάκι, ανάμεσά μας, όπου είχε ακουμπισμένα τα λευκά φύλλα του χειρόγραφου.
δ. Χοντρικά η φιγούρα αυτού του τζιπ (που ήταν στο εξώφυλλο του τετραδίου που έδειξα στα παιδιά μου και όπως ήταν φωτογραφημένο προφίλ, με τη μούρη του προς τα δεξιά όπως το έβλεπα εγώ - προσανατολισμός που τηρήθηκε και στο όνειρο) είχε επιφάνειες τέτοιες στις οποίες ταιριάζαμε μια χαρά ο φίλος (στην μπροστινή επιφάνεια με τη μηχανή) απέναντί του εγώ (στην πίσω επιφάνεια) και το τραπεζάκι ανάμεσα.
ε. Η μόνη αντίρρηση που θα μπορούσε να υπάρχει είναι ότι οι δύο σειρές των καθισμάτων είναι στο τζιπ η μία ΠΙΣΩ από την άλλη ενώ τα καθίσματά μας στην εγρήγορση ήταν το ένα ΑΠΕΝΑΝΤΙ από το άλλο. Θα δούμε πως λύθηκε αυτό το οπτικό πρόβλημα στο όνειρο.

Η ανάγνωση των γραπτών στο αρχικό συμβάν

Αριστερά είμαι καθισμένος εγώ, δεξιά είναι καθισμένος ο φίλος με τα χέρια του χαρακτηριστικά πάνω στα γραπτά, και τα γραπτά είναι πάνω στο γυάλινο τραπέζι. Οι πολυθρόνες είναι μεγάλες, άνετες και από δερματίνη, όπως και τα καθίσματα κάθε αυτοκινήτου.
Το οπτικό σύνολο που αποτελούμε οι δύο μας είναι πολύ συμπαγές, αυτόνομο και συγκεκριμένο, όπως ακριβώς θα ήταν αν οι δύο μας ήμασταν καθισμένοι μέσα σε ένα τζιπάκι.

Η αλλαγή του προσανατολισμού
Ο προσανατολισμός του φίλου στο αρχικό συμβάν ήταν όμοιος με την τελική στάση που έπαιζε πιάνο ο Θεοδωράκης στο όνειρο, γιατί, όπως είπαμε, στην αρχή καθόταν αλλιώς. Θυμάμαι πολύ καθαρά αυτήν τη συγκεκριμένη λεπτομέρεια του ονείρου. Ενώ στην αρχή ο Θεοδωράκης έπαιζε πιάνο καθισμένος στη θέση του οδηγού, όπως θα καθόταν κανονικά κάθε οδηγός, ξαφνικά, σαν μαριονέτα, άλλαξε μέτωπο και βρέθηκε με μέτωπο από δεξιά προς τα αριστερά, όπως έβλεπα εγώ το όνειρο, όπως ακριβώς καθόταν κι ο φίλος στο αρχικό συμβάν. Έτσι, στη συνέχεια του ονείρου βρέθηκε καθισμένος στο καπό να παίζει πιάνο σαν να είχε το κλαβιέ κάπου στο κάθισμα του τζιπ. Σημειώνω επίσης ότι η αρχική (και όχι η τελική) στάση του Μίκη Θεοδωράκη στο όνειρο ήταν ίδια:
α. Με τη στάση του πιανίστα στην τηλεόραση που ήταν καθιστός κι έβλεπε προς τα δεξιά, όπως κοίταζα εγώ την οθόνη,
β. Με τη στάση του ανθρώπου που στη φωτογραφία του εξωφύλλου κάθεται στο τζιπάκι, στη θέση του οδηγού, (κι αυτός είναι καθιστός και βλέπει  προς τα δεξιά, όπως κοιτάμε την εικόνα του τζιπ),
γ. Με τη στάση και τον προσανατολισμό που είχε ο Μίκης Θεοδωράκης τη μοναδική φορά που τον είχα δει να παίζει πιάνο, στον κινηματογράφο «Μέγα  Αλέξανδρο», μια φορά που είχε έρθει στην Έδεσσα, στα πλαίσια κάποιας περιοδείας του ενάντια στα ναρκωτικά ή κάτι τέτοιο. Και αυτός τότε ήταν καθιστός μπροστά στο πιάνο προφίλ και στραμμένος   προς τα δεξιά όπως βλέπαμε τη σκηνή όπου έπαιζε.

Ο Θεοδωράκης
Στην πραγματικότητα ο φίλος, στα δικά μου τα μάτια, έχει πάρα πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τον Θεοδωράκη, (π.χ. στο ανάστημα, στις ευθέως ανάλογα αντιστραμμένες πολιτικές πεποιθήσεις, στη συμπαγή δομή των επιχειρημάτων τους, στην παρρησία όταν πρέπει να εκφραστεί κάποια άποψη, στην αδεξιότητα: ο φίλος χορεύει όσο ατσούμπαλα διευθύνει ο Μίκης, και άλλα πολλά), που όλα μπορούν να συνοψιστούν εν συντομία με τη γενική παρατήρηση ότι και οι δύο έχουν μια πληθωρική προσωπικότητα και κάτι αδέξιο στον τρόπο, στα δικά μου μάτια, εννοείται.
Λεπτομέρεια
Μετά τον κινηματογράφο, θυμάμαι, είχαμε βρεθεί μαζί με τον Θεοδωράκη, στο ξενοδοχείο Ξενία, μια παρέα Εδεσσαίοι κουλτουριάρηδες, για συζήτηση πάνω στο θέμα που τον είχε φέρει στην Έδεσσα (η Ειρήνη, τα ναρκωτικά ή κάτι τέτοιο). Εκεί, μαζί μας, ήταν και αυτός ο φίλος που στο όνειρο τον είχα δει σαν Θεοδωράκη. Μαζί μας ήταν κι ο τότε Νομάρχης (που μετέπειτα είχε πάρει δυσμενή μετάθεση κι αργότερα παύση, γι’ αυτήν του την πρωτοβουλία). Εγώ βρέθηκα να κάθομαι ακριβώς απέναντι από τον Θεοδωράκη και το Νομάρχη που ήταν δίπλα του.
- Ο Θεοδωράκης είχε μέτωπο βόρειο-ανατολικό, όπως περίπου βόρειο μέτωπο είχε ο φίλος στην ανάγνωση.
- Το Ξενία απέχει 100 μέτρα από το γραφείο του φίλου, όπου διαβάσαμε τα γραπτά εκείνο το βράδυ.
Το ...κερασάκι
Επίσης, σαν τελευταία, σημαντική λεπτομέρεια, θυμάμαι πολύ καθαρά ότι σε κείνη την εμφάνισή του στην Έδεσσα, ο Θεοδωράκης που έπαιζε πιάνο και μιλούσε επί σκηνής, σε μια στιγμή είπε ότι δεν ταίριαζε καθόλου με κάποιον (τον Ανδρέα ή τη «δεξιά», δε θυμάμαι ακριβώς) και για παράδειγμα έφερε δυο νότες (τις οποίες κατονόμασε αλλά δε τις θυμάμαι τώρα) οι οποίες ηχούν παράταιρα στο αυτί. Και για του λόγου το αληθές τις χτύπησε στο πιάνο ταυτόχρονα, «συγχορδιακά», με τα δύο δάχτυλα τεντωμένα και την παλάμη άκαμπτη σαν ξύλο. Αντίθετα με δυο άλλες νότες που, όπως είπε, ηχούν αρμονικά στο αυτί, τις οποίες και αυτές κατονόμασε και τις χτύπησε συγχορδιακά, με τα δύο του δάχτυλα άκαμπτα, με τον ίδιο τρόπο. Ακριβώς όπως είχε παίξει ο πιανίστας στην τηλεόραση, και όπως έβαζε τις παλάμες του πάνω στα γραπτά ο φίλος, στη διάρκεια της ανάγνωσης, στο αρχικό συμβάν.

ΤΡΙΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ: «Το πάρτι»
Μετά από την ανάγνωση πήγα σπίτι χαρούμενος γιατί φεύγοντας από το ιατρείο ο φίλος μου που ήταν πολύ σκεπτικός και κουμπωμένος, (τον είχα αιφνιδιάσει με αυτά μου τα γραπτά για το όνειρο που δεν τον είχε απασχολήσει ποτέ πριν), είχε εκφράσει και μια συγκεκριμένη πολύ θετική κρίση: «Σάκη, απ’ ότι μπορώ να ξέρω ποτέ κανένας μέχρι τώρα δεν έχει πει αυτά που λες εσύ για τον ονειρικό χώρο και για τις σχέσεις και τον προσανατολισμό των αντικειμένων του ονείρου. Αυτό είναι πρωτότυπο και φαίνεται να είναι πολύ σπουδαίο». Χάρηκα που είχε κατανοήσει τη σημασία του ονειρικού χώρου και είχε συμφωνήσει με τις θέσεις μου γι’ αυτήν. Ήταν ο δεύτερος που συμφωνούσε σε κάτι με αυτά τα γραπτά μου.
Όταν έφτασα σπίτι βρήκα την οικογένεια μπουρινιασμένη να με περιμένει να βοηθήσω στα μαθηματικά το μεγάλο που πήγαινε Τρίτη δημοτικού. Τελειώσαμε γρήγορα γιατί είχα κέφια και γιατί, νομίζω, ότι τα ήξερε κι αυτός αλλά έκανε τα συνηθισμένα νούμερα στη μάνα του ή ήθελε να με περιμένει να του τα πω εγώ. Του αρέσει να διαβάζει μαζί μου. Βγάζουμε όλη τη δουλειά που πρέπει, σωστά, γρήγορα και εύκολα, αλλά σαχλαμαρίζουμε και καλαμπουρίζουμε κιόλα όλη την ώρα.
Μετά τα παιδιά πήγαν για ύπνο κι έμεινα εγώ με τη γυναίκα μου να ψάχνουμε τα κανάλια για το λιγότερο κακό πρόγραμμα. Συνήθως τέτοια ώρα τα βράδια τα περισσότερα κανάλια έχουν ελληνικές ταινίες. Ελληνική ταινία το ένα, ελληνική ταινία το άλλο είναι πραγματικά σαν να έχουμε πάρτι κάθε βράδυ στο σπίτι με τους παλιούς πρωταγωνιστές της καλής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Κάθε μέρα παρελαύνει από τη κουζίνα μας (όπου έχουμε τη συσκευή) όλη η παλιοπαρέα: Γκιωνάκης, Σταυρίδης, Βουγιουκλάκη, Μπάρκουλης κτλ.
Η γυναίκα μου (στα νιάτα της έμοιαζε πολύ με την Τζένη Καρέζη. Τη θυμάμαι. Μου έχει διηγηθεί κι αυτή κάτι ιστορίες όπως τότε που την είχαν περάσει για την Τζένη Καρέζη στη Τσιμισκή στη Θεσσαλονίκη και φώναζαν όλοι από μακριά: «Παιδιά, η Τζένη Καρέζη!»
Μίλησα λίγο με τη γυναίκα μου, της έριξα κι ένα φιλί στο αριστερό μάγουλο.

* *
*

ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ: «Θεατρική πρόβα»
Τέλος είδα μετά λύπης μου ότι στην ΕΤ2 είχε θέατρο, κάτι που η γυναίκα μου βλέπει πάντα. Δεν έχασε ποτέ της τηλεοπτική θεατρική παράσταση στο «Θέατρο της Δευτέρας». Δεν ήταν το χειρότερο πρόγραμμα της εβδομάδας και είναι κάτι που αρέσει στη γυναίκα μου και δεν ήθελα να της χαλάσω το χατίρι (όχι που δεν το προσπάθησα πολλές φορές βέβαια), αλλά εμένα μου είναι αδύνατο να το παρακολουθήσω. Το θέατρο στην τηλεόραση και ιδιαίτερα ση εκπομπή «Το θέατρο της Δευτέρας» μου φαίνεται αβάσταχτα κακή δουλειά. Σπάνια θυμάμαι καμιά καλή παράσταση που να κράτησε κάπως το ενδιαφέρον μου. Τη στιγμή που συνειδητοποίησα την κακή μου τύχη προβαλλόταν μια σκηνή με την Όλγα Πολίτη και δυο άγνωστους ηθοποιούς που έπαιζαν με τους πασίγνωστους και πανομοιότυπους τόνους και τις μανιέρες που έχουν όλοι οι έλληνες ηθοποιοί λες κι έχουνε βγει όλοι από το ίδιο καλούπι. Η Όλγα Πολίτη φορούσε μια σκέτη θαλασσοπράσσινη μπλούζα με κλειστό γιακά κι έμοιαζε σαν μόλις να είχε βγάλει το παλτό της. Με τα ξανθά μαλλιά της χυτά, σε μια στιγμή, δε ξέρω γιατί, μου θύμισε τη Βουγιουκλάκη. Παρακολούθησα για λίγο την απελπισμένη προσπάθεια των κατακαημένων ηθοποιών να διασωθούν μέσα στην αβάσταχτη πλαδαρότητα του ρυθμού που είχε η κακοσχεδιασμένη δράση και δεν μπόρεσα να αποφύγω ορισμένους παραλληλισμούς με κάποιο δικό μου θεατρικό έργο που συζητιόταν εκείνον τον καιρό να ανεβεί από το Εδεσσαϊκό θέατρο και μάλιστα με δική μου σκηνοθεσία. Αυτά τα πράγματα θα τα πρόσεχα πολύ στο δικό μου το έργο, σκέφτηκα. Ρυθμός και ροή της δράσης θα ήταν τέλεια. «Θα πάρω και έναν τηλεβόα στις πρόβες και θα τους αλλάξω τον αδόξαστο στις φωνές».
(Σ.σ. τελικά το έργο δεν ανέβηκε ποτέ. Το πράγμα χάλασε από τις πρώτες πρόβες ακόμη που τους έστειλα ένα γράμμα παραίτησης. Για κακή μου τύχη έπεσα σε διοικητικά προβλήματα με δύο διοικήσεις να σαμποτάρει η μία την άλλη του σκοτωμού).
Τελικά έφυγα από την κουζίνα που έβλεπα τηλεόραση προς την πόρτα για μέσα, για την κρεβατοκάμαρα, μπροστά και δεξιά όπου στο όνειρο έδειξα το δέντρο προς το οποίο (στο όνειρο) τους είχαν προτρέψει να κινηθούν καθώς μιλούσαν. Τελικά δεν έφυγαν αυτοί αλλά εγώ. Κινήθηκα προς την πόρτα όπως τους είχα προτρέψει στο όνειρο να κινηθούν προς το δέντρο. Η πόρτα ήταν ακριβώς στην αντίστοιχη θέση με το δέντρο, όπως όλα μέσα στο όνειρο: ο λεκές, η Τζένη Καρέζη, όλα... Έφυγα για ύπνο γιατί ήταν πραγματικά ένα θέαμα απαράδεκτο. Και να φανταστείς ότι στην ουσία αυτή ήταν η καλύτερη θεατρική παραγωγή που έχουν καταφέρει να παρουσιάσουν ποτέ τα κανάλια μας και μάλιστα σε εβδομαδιαία βάση. Η εκπομπή «Το θέατρο της Δευτέρας» έχει παρουσιάσει ένα τεράστιο θεατρικό ρεπερτόριο κάθε Δευτέρα, χρόνια ολόκληρα. Και θα μπορούσε να είναι η ποιοτική ανάσα στον αχυρώδη τηλεοπτικό ορυμαγδό όλης της εβδομάδας και γι’ αυτό με ενοχλεί ακόμη περισσότερο! Αχυροπολτός κι ο Ίψεν κι ο Τέννεσυ Ουίλιαμς κι όλοι! Αφόρητη κατάσταση...
Α, και κάτι ακόμη: ο χώρος που δόθηκε το πάρτι και η θεατρική παράσταση αργότερα, ήταν στην κορυφή του λόφου γιατί το σπίτι μας είναι ένα διαμέρισμα στον τελευταίο, πέμπτο όροφο - κάτι σαν επίπεδη κορυφή λόφου δηλαδή. Ένα γήπεδο τένις, πάνω κάτω, σε μια κορυφή τσιμεντένιου (δυστυχώς) λόφου...

σ.τ./ Έδεσσα/29.11.90

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ   

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου έχει ολοκληρωθεί στα προηγούμενα κεφάλαια και λειτουργεί αρκετά εύκολα, αρκεί: 
1. Να αναγνωρίσουμε τη θέση και τον προσανατολισμό των αντικειμένων του ονείρου μέσα στον ονειρικό χώρο, τόσο σε σχέση:  
α. Με το υποκείμενο/ονειρευόμενο.
β. Του ενός προς το άλλο.
2. Να αναγνωρίσουμε το συναίσθημα που εμπνέει το κάθε αντικείμενο.
(Σ.σ. Δεν είναι απαραίτητο να αναγνωρισθεί το συναίσθημα όλων των ονειρικών αντικειμένων, συχνά αρκεί απλώς να εντοπισθεί το συναίσθημα που σχετίζεται με κάποιο σημαντικό αντικείμενο).
3. Να εντοπίσουμε το αρχικό συμβάν εντοπίζοντας τα αντικείμενα του ονείρου που έχουν ίδιες θέσεις και σχέσεις στο χώρο και στο συναίσθημα με αυτά του αρχικού συμβάντος.
Παρ’ όλο που τα στοιχεία αυτά ήταν υπεραρκετά για τη λειτουργία της χωροσυναισθηματικής ερμηνείας, δούλεψα το περιεχόμενο αυτού του Γ κεφαλαίου από προσωπική περιέργεια, για να δω κατά πόσο μπορεί να ενσωματωθεί το χωροσυναίσθημα στην έλλογη περιγραφή της πραγματικότητας, όπως την ξέρουμε ως την πιο απλή καθημερινότητα. Έβλεπα ότι αυτό θα ήταν μια γερή δοκιμασία για την εγκυρότητα της ερμηνείας και ότι θα φώτιζε καλύτερα τη λειτουργία του ονείρου και βέβαια τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του. Αυτό που προσπάθησα να κάνω στο παρόν Γ κεφάλαιο ήταν να κατανοήσω (για τον εαυτό μου πρώτα) και να περιγράψω (για τον αναγνώστη) την πραγματικότητα του ονείρου, έτσι που να φαίνεται ότι είναι συνέχεια της πραγματικότητας της εγρήγορσης.
Εννοείται ότι επίκεντρο, και θεμέλιο μάλιστα, αυτής της περιγραφής που ξεκινάει απ’ την εγρήγορση και φτάνει ως το όνειρο, είναι όλα εκείνα τα κοινά στοιχεία της εγρήγορσης και του ονείρου, που έγιναν φανερά στα δύο πρώτα κεφάλαια.
Επειδή τα στοιχεία αυτά επισημάνθηκαν από την εμμονή τους να υπάρχουν τόσο στο αρχικό συμβάν, όσο και στην επαναδραματοποίησή του στο όνειρο, τα θεώρησα ως σημαντικά σημεία που σημάδευαν την πορεία, που έπρεπε να ακολουθήσει μια περιγραφή, για να γεφυρώσει τις δύο πραγματικότητες.

Φυσικά, όλο αυτό το Γ κεφάλαιο, παρά τις απόλυτες εκφράσεις και τη βεβαιότητα που αυτές συχνά αποπνέουν, δεν είναι παρά μια πρώτη, πρόχειρη και αστήρικτη κατανόηση της λειτουργίας του ονείρου, που ολοκληρώθηκε ως μια σειρά από λογικές υποθέσεις και συμπεράσματα, που στηρίχθηκαν σε αυτά τα ανεπαίσθητα αλλά και αναμφισβήτητα φαινόμενα που παρατήρησα κοινά και στο όνειρο και στην εγρήγορση.

 

* *
*
1. Προσεγγίζοντας το όνειρο,
(με τη λογική της εγρήγορσης)
Στα προηγούμενα κεφάλαια ορίσαμε την εικόνα ως «ένα σύνολο ποιοτικών στοιχείων που υπάρχουν (από τύχη ή σχεδιασμό) ως μια συγκεκριμένη διεάταξη στο χώρο ή αλληλουχία στο χρόνο».
Εννοείται ότι αυτά τα ποιοτικά στοιχεία που αποτελούν την εικόνα με τις διάφορες ομαδοποιήσεις τους, είναι το ύστατο περιεχόμενο της εικόνας που δεν αναλύεται παραπέρα.
Παράδειγμα ποιοτικής ομαδοποίησης: όλα τα γράμματα/στοιχεία της λέξης «πολυκατοικία» είναι ποιοτικά ομαδοποιημένα με βάση ορισμένες ιδέες/ταξινομούσες αρχές και αποτελούν μία «εικόνα», κυρίως γιατί έχουν όλα ένα (μαύρο) χρώμα (ποιότητα), σε αντίθεση με τη λευκή σελίδα (φόντο), τα οποία έχουν και συγκεκριμένα όρια στο χώρο (πάνω στη σελίδα) ή στο χρόνο της (προφορικής τους ανάγνωσης).
Σ.σ. Εννοείται ότι θα είχαμε μία ποιοτική διαφορά μεταξύ των γραμμάτων αν το καθένα είχε διαφορετικό χρώμα (πράσινο, κίτρινο, κόκκινο κτλ.

Διάταξη και αλληλουχία
Η γραπτή λέξη «πολυκατοικία» και η προφορική λέξη «πολυκατοικία» αντιπροσωπεύουν (και στην ουσία είναι) μία εικόνα για τη συνείδηση, αν και η μία λέξη (η γραπτή) υπάρχει στο χώρο (γραμμένη πάνω στη σελίδα), και η άλλη (η προφορική) υπάρχει στο χρόνο (της ανάγνωσης). Αυτό συμβαίνει γιατί με την ανάγνωση εγκαθίσταται μία πλήρης αντιστοιχία γραμμάτων και φθόγγων (χώρου και χρόνου, οπτικού και ακουστικού περιεχομένου), έτσι που η γραπτή λέξη (οπτική εικόνα στο χώρο) να είναι για τη νόηση αντίστοιχη της προφορικής λέξης (ακουστικής εικόνας στο χρόνο).
Δηλαδή (χωρική) διάταξη και (χρονική) αλληλουχία κάποιων ποιητικών στοιχείων (αισθημάτων) μπορεί και να αντιπροσωπεύουν για τη συνείδηση ένα και το αυτό αντικείμενο, αρκεί να έχει εγκατασταθεί μεταξύ τους μια τέλεια χωροχρονική αντιστοίχηση.
Στο παρόν, για οικονομία και όσο δε θα είναι απαραίτητες περισσότερες διευκρινίσεις, όταν αναφερόμαστε σε «εικόνα», θα εννοούμε ποιοτική (χωρική) διάταξη, αλλά θα εννοούμε ότι πάντα αυτή μπορεί να ισχύει και για όποια (χρονική) αλληλουχία μπορεί να είναι ανάλογη και αντίστοιχη με αυτή τη διάταξη.

Η πραγματικότητα της εικόνας
Εννοείται φυσικά ότι στην εγρήγορση η εικόνα/ποιοτική διάταξη δεν είναι ένα απόλυτα αυτοτελές σύνολο, αλλά μια πραγματικότητα που διαστρωματώνεται σε πολά επίπεδα, γιατί η ίδια εικόνα είναι ταυτόχρονα και στοιχείο ενός όλο και μεγαλύτερου συνόλου, όπως ταυτόχρονα η ίδια εικόνα είναι ένα αναλυτικό σύνολο ενός αριθμού ποιοτικών στοιχείων.

Με δυο λόγια, η εικόνα είναι ένα σύνολο ποιοτικών στοιχείων (αισθημάτων) και ταυτόχρονα ένα στοιχείο ενός μεγαλύτερου συνόλου.

Για παράδειγμα: Ένα τσαμπί σταφύλι είναι μία πλήρης εικόνα και ταυτόχρονα ένα στοιχείο μιας μεγαλύτερης εικόνας, π.χ. μιας κληματαριάς με πολλά παρόμοια τσαμπιά, η οποία (κληματαριά) είναι και αυτή στοιχείο σε ένα σύνολο πολλών κληματαριών μέσα σε έναν αμπελώνα, που και αυτός είναι ένα στοιχείο στο σύνολο των χωραφιών ενός κάμπου κοκ. Είναι δηλαδή, περιεχόμενο ενός όλο και μεγαλύτερου περιέχοντος συνόλου.
Επίσης, αυτό το ίδιο τσαμπί, ως εικόνα, είναι ένα οπτικό σύνολο που θα μπορούσε να αναλυθεί σε στοιχεία, που είναι οι ρόγες του κοκ, μέχρι εκεί που φτάνει το ισχυρότερο μικροσκόποιο. 
Προσοχή όμως! Αυτές είναι υπαρκτές δυνατότητες που δε συμβαίνουν πάντα όλες μαζί στο αρχικό συμβάν της εγρήγορσης. Το αρχικό συμβάν «συμβαίνει» για το υποκείμενο όχι ως δυνατότητα ή ως υπόθεση, αλλά ως πραγματικότητα, συγκεκριμένο, οριστικό και αμετάκλητο, σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο και με ένα συγκεκριμένο χωροχρονικό εύρος. «Ο γέγονε γέγονε» και έχει φορτίσει το θυμικό με συγκεκριμένο και πραγματικό συναίσθημα.

Η ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΕΙΚΟΝΑΣ-ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ
Η εικόνα του αρχικού συμβάντος, το αντίστοιχο συναίσθημα και η εκπροσώπησή του στο νου (εικόνα/είδωλο/παράσταση) συμβαίνουν με συγκεκριμένες δυνατότητες αντιστοίχησης (αλληλεπίδρασης και αλληλοεκπροσώπησης). Η εικόνα δηλαδή γεννά αντίστοιχο συναίσθημα στο θυμικό και το συναίσθημα «γεννά» αντίστοιχη εικόνα στο νου.
Στο κεφάλαιο Α και στο παράδειγμα με το μήλο που άλλαζε όψη μεταβάλλοντας ανάλογα και το συναίσθημα στο θυμικό του προσβλέποντος, πήραμε μια ιδέα για τη δυνατότητα της εικόνας να μεταβάλλει το συναίσθημα μεταβάλλοντας τον εαυτό της.
Από αυτό φαίνεται ότι είναι δυνατό να εξαχθούν πολλά και διάφορα συμπεράσματα, μεταξύ των οποίων και ότι στην έλλογη πραγματικότητα της εγρήγορσης, δύο υποθετικά πανομοιότυπες εικόνες δεν μπορεί παρά να εμπνέουν (ή να εκπροσωπούν) πανομοιότυπο συναίσθημα στο θυμικό του προσβλέποντος.
Για παράδειγμα: Δύο πανομοιότυπες φωτογραφίες, π.χ. από ένα συσπασμένο, συνοφρυωμένο πρόσωπο, σε κοινό ουδέτερο φόντο, δεν μπορεί παρά να εμπνέουν κεντρικά, στο θυμικό του προσβλέποντος, το ίδιο συναίσθημα: αυτό της οργής.
Αυτή η πρόταση, όμως, δεν μπορεί παρά να έχει σχετική μόνο ισχύ, γιατί για το υποκείμενο οι δύο φωτογραφίες δεν θα είναι ποτέ πανομοιότυπες. Αυτό που θα τις διαφοροποιεί οπωσδήποτε είναι η θέση τους μέσα στο χώρο σε σχέση με το υποκείμενο και σε σχέση της μίας προς την άλλη.
Δηλαδή οι εικόνες μπορεί να είναι όμοιες κατά μορφή (κατά εσωτερική χωρική διευθέτηση των ποιοτικών τους στοιχείων),, αλλά αυτές οι διαφορετικές θέσεις των φωτογραφιών μέσα στο χώρο (ή/και στο χρόνο του προσβλέποντος) μπορεί (είναι δυνατό) και να οριοθετήσουν κάποια διαφορετική σημασία μεταξύ τους. (Π.χ. Η φωτογραφία που είναι στα δεξιά του υποκειμένου μπορεί να είναι η πρωτότυπη και να έχει μεγάλη αξία, ενώ αυτή στ’ αριστερά να είναι πολύ πετυχημένο, αλλά απλό και φτηνό αντίγραφο).

Με άλλα λόγια, ο κανόνας αυτός των όμοιων εικόνων που αντιστοιχούν σε όμοιο συναίσθημα στο θυμικό του προσβλέποντος έχει μόνο σχετική ισχύ, γιατί αυτές οι εικόνες, εκτός από την εσωτερική διάταξη των ποιοτικών τους στοιχείων, μπορούν να αξιολογηθούν και από τη θέση που έχουν στο χώρο και στο χρόνο του προσβλέποντος αυτές οι ίδιες στο σύνολό τους.
Έτσι, δύο εικόνες όμοιες (κατά εσωτερική διευθέτηση των στοιχείων τους) μπορούν να εμπνεύσουν το ίδιο συναίσθημα, αρκεί και οι θέσεις που θα καταλαμβάνουν στο χώρο (π.χ. σε κάποιο αρχικό συμβάν) να μην είναι ετερόσημες, σε ό,τι αφορά την αξιολόγησή τους.
Πρακτικά κάθε τούβλο είναι πανομοιότυπο με κάθε άλλο τούβλο, αλλά τρία συγκεκριμένα τούβλα (π.χ.) σε ορθογώνια τριγωνική διάταξη, διαφέρουν ως σύνολο από τρία τούβλα σε ισόπλευρη τριγωνική διάταξη. Τότε θα διαφέρει σε κάτι και το κάθε τούβλο ξεχωριστά ως στοιχείο της εικόνας: στη συγκεκριμένη θέση που θα έχει στο χώρο, όπως θα διαφέρει και στις χωρικές σχέσεις με τα υπόλοιπα τούβλα.

 Η ΑΣΥΝΕΠΕΙΑ ΕΙΚΟΝΑΣ-ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ
Αν όμως ο κανόνας έχει έστω και σχετική ισχύ, και λειτουργεί κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, φαίνεται εντελώς αδύνατο να ισχύει και το αντίθετό του. Φαίνεται, δηλαδή, παντελώς αδύνατο για δύο διαφορετικές εικόνες να αντιστοιχούν σε πανομοιότυπο συναίσθημα.
Και στο προηγούμενο παράδειγμα με τις δύο φωτογραφίες, δεν είναι δυνατό να δεχτώ ότι η φωτογραφία ενός οργισμένου προσώπου και ενός χαμογελαστού προσώπου φανερώνουν ίδιες καταστάσεις του θυμικού και το ίδιο συναίσθημα, ανεξάρτητα και άσχετα από οποιαδήποτε θέση κι αν έχουν οι δύο εικόνες στο χώρο. Δε γίνεται γιατί κατ’ αρχάς οι εικόνες είναι διαφορετικές σε μορφή (σε εσωτερική διευθέτηση των ποιοτικών τους στοιχείων). Αφού διαφέρει η εικόνα σε μορφή, θα διαφέρει οπωσδήποτε και το συναίσθημα. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν είναι απαραίτητη η αξιολόγηση της διαφορετικής θέσης στο χώρο για να διαφοροποιηθεί το συναίσθημα. Η προσβλέπουσα συνείδηση διαφοροποιεί τις δύο εικόνες πρώτα κατά μορφή, κατά τις εσωτερικές ποιοτικές τους διευθετήσεις, που είναι διαφορετικές, και οι οποίες κανονικά εμπνέουν και διαφορετικό συναίσθημα στο θυμικό του προσβλέποντος.
Δηλαδή, αλλιώς αισθάνομαι απέναντι σε ένα χαμογελαστό πρόσωπο και αλλιώς απέναντι σε ένα οργισμένο και αυτό φαίνεται να είναι πρωταρχικό και απόλυτο, όπως είναι αδύνατο να βλέπω ένα τούβλο και να το συγχέω με ένα τρένο και να αισθάνομαι το συναίσθημα που κανονικά θα έπρεπε να μου εμπνέει ένα τρένο. Το τούβλο και το τρένο είναι δύο διαφορετικά υλικά αντικείμενα που έχουν διαφορετικές εικόνες και αναγκαστικά πρέπει να προκαλούν διαφορετικό συναίσθημα στο θυμικό του προσβλέποντος.
Προσοχή όμως! Αυτό φαίνεται αδύνατο μόνο για την εγρήγορση, γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει πολύ συχνά στο όνειρο, όπου (π.χ.) ένα τούβλο μπορεί να προκαλέσει το συναίσθημα που προκαλεί ένα τρένο και ακριβώς γι’ αυτό μοιάζει να είναι κάτι περί-εργο και πρέπει να το ψάξουμε.

Η αρχή του μίτου

Στο όνειρο, το παράδοξο της διαφοροποίησης του συναισθήματος από την εικόνα, σε σχέση με την κωδικοποιημένη και οικεία πραγματικότητα της εγρήγορσης, θέτει τη βάση για τη διερεύνηση της σχέσης του ονείρου και του αρχικού συμβάντος σε ό,τι αφορά αυτή ακριβώς τη διαφοροποίηση.
Με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι η αρχή για την ανίχνευση της σχέσης του ονείρου και του αρχικού συμβάντος, σε ό,τι αφορά τη διαφοροποίηση εικόνας και συναισθήματος είναι σωστό να γίνει ακριβώς εκεί που διαπιστώθηκε αρχικά αυτή η ιδιομορφία, δηλαδή στο όνειρο, αλλά επειδή σ’ αυτή τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου δεχόμαστε ότι το όνειρο δεν είναι παρά μία (πιστή) αναπαράσταση κάποιου αρχικού συμβάντος, βγάζουμε το συμπέρασμα ότι εκεί, στο αρχικό συμβάν και στην εγρήγορση, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το παράδοξο κι από εκεί πρέπει να αρχίσουμε.

2. ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ
Με όσα έχουμε πει μέχρι τώρα γι’ αυτή τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου μπορούμε να υποθέσουμε ότι η συνείδηση στο όνειρο, όπως και η τέχνη στην εγρήγορση, επεμβαίνει άμεσα στην ονειρική εικόνα, για να διευθετήσει έμμεσα και τα αντίστοιχα συναισθήματα. Για την ακρίβεια επαναδραματοποιεί κάποιο αρχικό συμβάν της εγρήγορσης συνθέτοντας μια εικόνα παρόμοια με αυτήν του αρχικού συμβάντος, χρησιμοποιώντας για δομικά υλικά (στοιχεία, πρώτη ύλη) διάφορες κατάλληλες εικόνες/είδωλα, που υπήρχαν καταγραμμένες στη μνήμη του υποκειμένου από προηγούμενα (πρότερα) συμβάντα πριν ακόμη συμβεί το όνειρο και το αρχικό συμβάν της εγρήγορσης.
Από αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι έχουμε εδώ ένα είδος διεργασίας που ολοκληρώνεται σε τρία επίπεδα:
α. Στο αρχικό συμβάν της εγρήγορσης.
β. Στο όνειρο.
γ. Σε διάφορες άλλες καταστάσεις του παρελθόντος (πρότερα συμβάντα) από όπου αντλεί η συνείδηση τα στοιχεία/εικόνες για να συναρμολογήσει τη συνολική ονειρική εικόνα σε αντικατάσταση της πραγματικής εικόνας του αρχικού συμβάντος.
Σημείωση: Ακριβώς όπως στην ποίηση λειτουργεί η παρομοίωση, που και αυτή αντικαθιστά μία εικόνα με μία ή περισσότερες άλλες, τέτοιες που  στο σύνολό τους να εμπνέουν το ίδιο συναίσθημα που εμπνέει και η αρχική εικόνα: 

Παράδειγμα
«Σαν βράχος είναι οι πλάτες του, 
σαν κάστρο η κεφαλή του 
και τα πλατιά τα στήθια του 
(σαν) τοίχος χορταριασμένος»

Όπως είναι γνωστό: βράχος, κάστρο και τοίχος αναπαριστούν τις πλάτες, την κεφαλή και τα στήθια του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Η κάθε εικόνα/στοιχείο της παρομοίωσης (βράχος, κάστρο, τοίχος) εμπνέει παραπλήσιο συναίσθημα με το μέρος του κορμιού που αντιστοιχεί (πλάτες, κεφαλή, στήθια) και έτσι η συνολική εικόνα της παρομοίωσης (το τεχνητό σύνολο αυτών των τριών εικόνων) εμπνέει (και ενισχύει μάλιστα) το συνολικό συναίσθημα που αποπνέει (όλη) η εικόνα του Ανδρούτσου, (το αρχικό, φυσικό σύνολο).

Έτσι και στο όνειρο, με την επαναδόμηση των στοιχείων ενός αρχικού συμβάντος, έχουμε τρεις διαφορετικές εικαστικές εκδοχές για το ίδιο συναίσθημα που μοιάζει να εξυπηρετείται εξίσου καλά από τρία διαφορετικά οπτικά περιεχόμενα:
α. Τη συνολική εικόνα του αρχικού συμβάντος της εγρήγορσης, με το συγκεκριμένο περιεχόμενό της.
β. Τη συνολική εικόνα του ονείρου, με το δικό της περιεχόμενο.
γ. Τις εικόνες/στοιχεία, που δανείστηκε η συνείδηση από τα πρότερα αρχικά συμβάντα, τα καταγραμμένα στη μνήμη, που τα χρησιμοποίησε ως πρώτη ύλη για να συναρμολογήσει αυτή τη συ-νολική εικόνα του ονείρου.

Εφαρμογή
Δηλαδή, αν εφαρμόσουμε τα παραπάνω στο όνειρο που πήρα ως εναρκτήριο παράδειγμα («Η φιλονικία», με τη βόλτα στη θάλασσα που κάναμε η γυναίκα μου κι εγώ), έχουμε τρεις εικόνες από τρία διαφορετικά επίπεδα:
α. Την εικόνα από το αρχικό συμβάν με τη βόλτα στη θάλασσα, που ήταν (και είναι) ένας απόλυτα συγκεκριμένος και υπαρκτός παραθαλάσσιος χώρος.
β. Τη συνολική φανταστική και μη υπαρκτή εικόνα του ονείρου με τα συμβάντα στους ονειρικούς δρόμους Σαρανταπόρου, Ανα-παύσεως και Καραμήτσου, που στο όνειρο (και μόνο) ήταν ένας ενιαίος δρόμος, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι.
γ. Τις εικόνες των πραγματικών και υπαρκτών δρόμων:  
1. Σαρανταπόρου
2. Αναλήψεως και
3. Καραμήτσου.
Οι εικόνες αυτές ήταν ήδη στη μνήμη μου, όπως είχαν καταγραφεί εκεί, στη διάρκεια πολλών και διάφορων πρότερων συμβάντων στο παρελθόν μου.

Μετά από αυτά βλέπουμε ότι:
α. Το αρχικό συμβάν με τη βόλτα στη θάλασσα είναι πραγματικό και τα δεδομένα του χώρου στον οποίο έγινε η βόλτα έχουν θέση στην έλλογη περιγραφή της πραγματικότητας. Δηλαδή για τη συνείδηση είναι «πραγματικά» γιατί έχουν πλήρη περιγραφική συνέπεια και αντιστοιχία με την περιβάλλουσα πραγματικότητα.
β. Η ονειρική βόλτα στους δρόμους Σαρανταπόρου, Αναπαύ-σεως και Καραμήτσου είναι φανταστική, αφού η εικόνα του χώρου (συγκεκριμένα, η συνέχεια της οδού Αναλήψεως με την οδό Καραμήτσου) είναι τελείως φανταστική και χωρίς σωστή αντιστοιχία με την πραγματικότητα και γι’ αυτό δεν έχει θέση στην έλλογη πραγματικότητα της εγρήγορσης που είναι διαφορετική, (αλλού είναι η Αναλήψεως και αλλού η Καραμήτσου).
γ. Τα υλικά/εικόνες που χρησιμοποίησε το όνειρο είναι κομμάτια της πραγματικότητας και είναι πραγματικότητα κι αυτά γιατί, ως τμήματα και μόνο, έχουν θέση στην πραγματικότητα της εγρήγορσης, γιατί έχουν πραγματική αντιστοιχία (και προσανατολισμό!) με αυτήν. Είναι δρόμοι πραγματικοί. 
Προσοχή! Αυθαίρετη είναι μόνο η ανασύνθεσή τους ως συνέχεια του ενός μέσα στον άλλον. 
Στο παράδειγμα: η Αναλήψεως είναι δρόμος υπαρκτός, το ίδιο και η Καραμήτσου. ως τμήματα ήταν μέσα στη μνήμη μου και κάποτε στο παρελθόν, σε κάποιο ή κάποια πρότερα συμβάντα, τα είχα δει, τα είχα κατανοήσει και τα είχα αποδεχτεί ως εικόνες κομμάτια της πραγματικότητας. 
Επαναλαμβάνω: Αυθαίρετη είναι μόνο η συνέχεια της Αναπαύ-σεως μέσα στην Καραμήτσου, όπως την είδα στο όνειρο. Αυτή η εικόνα δεν ήταν μια μνημονική καταγραφή, αλλά μια ονειρική κατασκευή. Αυτό είναι πεντακάθαρο. 

Τελικά, βλέπουμε ότι σ’ αυτό το συγκεκριμένο παράδειγμα έχουμε τρεις εικόνες:
α. Την πραγματική συνολική εικόνα του αρχικού συμβάντος στη θάλασσα (παραλία, τροχόσπιτο κτλ).
β. Τη συνολική εικόνα του ονείρου (Σαρανταπόρου, Αναλήψεως, Καραμήτσου, Γάτσου) που αντιστοιχεί στη συνολική πραγματική εικόνα του αρχικού συμβάντος, γιατί σχηματίζουν το ίδιο ακανόνιστο «Π».
γ. Τις εικόνες/στοιχεία της ονειρικής εικόνας, που ως τμήματα και μόνο έχουν σωστές αντιστοιχίες και προσανατολισμό, με την πραγματικότητα της εγρήγορσης, αλλά ως σύνολο είναι ψευδές και κατασκευασμένο.

Αναλογία
Με άλλα λόγια έχουμε εδώ κάτι σαν ονειρική αναπαράσταση ενός (υπαρκτού) σπιτιού, με (υπαρκτά) υλικά που είναι αληθινά γιατί πάρθηκαν από πολλά άλλα υπαρκτά σπίτια.
Αυτό που είναι αυθαίρετο είναι μόνο η ονειρική ανασυναρμολόγησή τους.
Δηλαδή
Α. Έχουμε το υπαρκτό σπίτι του Γιάννη που έχει κόκκινα κε-ραμίδια, πράσινα παράθυρα και μαύρες πόρτες.
Β. Έχουμε την ονειρική δόμηση και αναπαράσταση του ίδιου σπιτιού έτσι που να έχει: κόκκινα κεραμίδια, πράσινα παράθυρα και μαύρες πόρτες.
Γ. Έχουμε τα δομικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν από τα εξής πραγματικά σπίτια:
1. Κόκκινα κεραμίδια από το υπαρκτό σπίτι του Γιάννη (το οποίο μπορεί να έχει κίτρινα παράθυρα και πόρτες). 
2. Πράσινα παράθυρα από το υπαρκτό σπίτι του Νίκου (το οποίο μπορεί να έχει καφέ κεραμίδια και πόρτες). 
3. Μαύρες πόρτες από το υπαρκτό σπίτι του Κώστα (το οποίο μπορεί να μην έχει καθόλου κεραμίδια, να έχει πλάκα μπετόν και να έχει καφέ παράθυρα).

Δηλαδή, το σπίτι που κατασκεύασε το όνειρο έχει κόκκινα κεραμίδια, πράσινα παράθυρα και μαύρες πόρτες ακριβώς όπως και το πραγματικό σπίτι, ΑΛΛΑ ΟΜΩΣ είναι ένα σπίτι/τέρας, γιατί ναι μεν κατασκευάστηκε με αληθινά υλικά ως πρώτη ύλη, αλλά με εντελώς αυθαίρετη ανασύνθεσή τους!

Εύλογη απορία

Γιατί είναι αναγκαία άραγε αυτή η ψευδοπραγματικότητα;

3. Η ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΩΘΗΣΗΣ
Μετά από αυτά και επικεντρώνοντας την ανάλυσή μας στην απώθηση, στη διαφοροποίηση δηλαδή, της νόησης από το αρνητικό συναίσθημα και την εναρκτήρια αρνητική εικόνα, που τα προκάλεσε όλα αυτά στο αρχικό συμβάν, παρατηρούμε ότι:
Α. Στο αρχικό συμβάν (αυτού του ίδιου ονείρου «Η φιλονι-κία», που πήραμε για παράδειγμα) υπάρχει κάποιο αρνητικό συναίσθημα στο θυμικό, το οποίο  προκλήθηκε από κάποιο αρνητικό αιχμηρό σχόλιο, όπως υπάρχει και κάποια απώθηση, δηλαδή κάποια απόσταση της συνείδησης (και μάλιστα της νόησης) από αυτό το συγκεκριμένο αρνητικό δίπολο εικόνα/συναίσθημα.   
Η συνείδηση στο αρχικό συμβάν έχει επίγνωση ότι ειπώθηκε κάτι αρνητικό, αλλά δεν το νοεί και δεν το σχολιάζει και ενεργεί σαν αυτό να μην υπήρχε. Το υποκείμενο κάνει τα στραβά μάτια γι’ αυτό και η απώθηση είναι πλήρης.
Σημείωση: Είναι φανερό ότι ο όρος «απώθηση» δεν εννοείται εδώ ακριβώς όπως και ο ψυχαναλυτικός όρος. Απώθηση εδώ εννοείται ένα αρνητικό αισθητήριο ερέθισμα (εικόνα) που έχει καταγραφεί στη μνήμη του υποκειμένου, αλλά και στο θυμικό του ως εξίσου αρνητικό (δυσάρεστο και ανεπιθύμητο) συναίσθημα,, αλλά το έχει αγνοήσει η νόηση που δεν το νοεί και μέσα από αυτήν και η συνείδηση.
Με δυο λόγια: Απώθηση εδώ σημαίνει: «νοητική αγνόηση μιας εικόνας που προκάλεσε κάποιο αρνητικό (δυσάρεστο) συναίσθημα στο θυμικό του υποκειμένου».
Στο παράδειγμα, η συνείδηση έχει επίγνωση ότι ειπώθηκε κάτι αρνητικό, αλλά δεν το νοεί (δεν προσπαθεί να το κατανοήσει) και δεν το σχολιάζει καν σαν αυτό να μην υπήρχε.

Β. Στο όνειρο τώρα δεν υπάρχει αγνόηση αλλά αντίθεση της συνείδησης (και της νόησης!) προς το αρνητικό ερέθισμα του ονείρου (κάποιο παραπλήσιο σχόλιο). Στο όνειρο δεν υπάρχει σιωπηλή αντιμετώπιση του αρνητικού σχολίου και «στραβά μάτια», αλλά έχει ξεσπάσει ένας καβγάς με αφορμή ακριβώς αυτό το συγκεκριμένο σχόλιο που έγινε στο όνειρο και το οποίο είναι παραπλήσιο και εξίσου δυσάρεστο με αυτό του αρχικού συμβάντος. Το όνειρο είναι πιστή αναπαράσταση του αρχικού συμβάντος και σε ό,τι αφορά την ποιότητα του συναισθήματος, το οποίο είναι αρνητικό και στο  όνειρο.
Στο όνειρο όμως υπάρχει αντίθεση της συνείδησης και της νόησης προς το αρνητικό σχόλιο. Δεν υπάρχει απώθηση με την έν-νοια της αγνόησης, της απόστασης από αυτό ή της απροθυμίας για κατανόηση του σχολίου, αφού στο όνειρο η συνείδηση και η νόηση δεν το αγνοεί καθόλου, αλλά το αντιπαλεύει, συμμετέχει ενεργητικά στον καβγά, ανταποκρίνεται με ζέση στο αιχμηρό ονειρικό σχόλιο που γίνεται από το ίδιο πρόσωπο που είχε κάνει το αρνητικό σχόλιο στο αρχικό συμβάν, ακριβώς στο αντίστοιχο σημείο της διαδρομής, στην αρχή της.

Με δυο λόγια, στο αρχικό συμβάν έχουμε αρνητική στάση, ενώ στο όνειρο έχουμε αρνητική δράση.

Πιο αναλυτικά
Η ενεργοποίηση της νόησης στο όνειρο γίνεται δυνατή επειδή ο καβγάς δεν γίνεται ακριβώς για το ίδιο αιχμηρό σχόλιο του αρχικού συμβάντος, το οποίο είχε αγνοηθεί από τη νόηση, αλλά για κάποιο παραπλήσιο, και μάλιστα είναι κάτι (συζυγικό καβγαδάκι) που είχε ξαναγίνει  αρκετές φορές στο παρελθόν (σε πρότερα συμβάντα) με τα ίδια, γνώριμα αποτελέσματα. 
Στο όνειρο, δηλαδή, δεν υπάρχει απόσταση της ψυχής από τα πράγματα, ούτε καμιά απροθυμία νοητικής περιγραφικής δραστηριότητας, αλλά μια υγιής νοητική αντίδραση προς τις αρνητικές εικόνες του ονείρου, οι οποίες κομμάτι κομμάτι, όπως είδαμε, είναι πραγματικές πρότερες μνημονικές καταγραφές.

Με άλλα λόγια, το όνειρο φαίνεται σαν να θέλει να μας πει ότι εφόσον η νοητική αντίδραση στο όνειρο είναι υγιής απέναντι στα  μνημονικά τμήματα που απαρτίζουν τη συνολική ονειρική εικόνα (υπάρχει, δηλαδή, συνέπεια νόησης-εικόνας-συναισθήματος), άρα και το σύνολο της νοητικής δράσης στο όνειρο θα πρέπει να είναι υγιές, όπως σωστό για τη συνείδηση θα πρέπει να είναι και το σύνολο της ονειρικής εικόνας (αφού θα είναι σωστό για τη νόηση) . Αλλά πρόκειται για τερατώδες ψέμα γιατί το σύνολο του ονειρικού κατασκευάσματος είναι τερατωδώς ψεύτικο. Όλοι ξέρουμε ότι τα όνειρά μας είναι τερατωδώς ψεύτικα! Και μ’ αυτή την ανάλυση ξέρουμε πλέον ακριβώς πως και σε τι είναι ψεύτικα.
Στην κυριολεξία το όνειρο είναι ένα ψεύτικο σπίτι χτισμένο με αληθινά τούβλα!

Ο παραλήπτης 
Τελικά ποιόν προσπαθεί να ξεγελάσει το όνειρο; Υπάρχει κανένας τόσο βλάκας που να χάψει κάτι τόσο εξόφθαλμο; Μα, φυσικά! Υπάρχει η ΝΟΗΣΗ, η οποία, από μόνη της:
1. Έχει την ιδιορρυθμία να καταλαβαίνει πολύ καλά το μερικό αλλά ν’ αγνοεί το σύνολο, (σ.σ. ακριβώς λόγω του μικρού της εύρους).
2. Έχει το γνώρισμα να τα πάει πολύ καλά σε ό,τι αφορά το χώρο.
3. έχει την αρχή να μη συμβιβάζεται ποτέ με μιαν ψευδή, στρεβλή ή λανθασμένη αισθητήρια περιγραφή! Η νόηση (σ.σ. στο δικό της εύρος), δεν θα δεχόταν ποτέ (ούτε στην εγρήγορση, ούτε στο όνειρο) μια διάταξη ή αλληλουχία των στοιχείων μιας εικόνας διαφορετική από αυτήν που η ίδια θεωρεί σωστή.

Πιο αναλυτικά, η νόηση γνωρίζει τη μουσική κλίμακα (ντο, ρε, μι, φα, σολ, λα, σι) μόνο νότα-νότα και όχι ως σύνολο, («σύνολα», γνωρίζει μόνο η ευρεία αντίληψη). Η νόηση από μόνη τη, δηλαδή, μπορεί να έχει ενεστώσα επίγνωση μόνο (π.χ.) της νότας «φα», αλλά (προσοχή!) και ότι μετά τη «φα» σειρά έχει η «σολ». (Σ.σ. Όπως οι νότες αυτές μπορούν π.χ. να είναι γραμμένες, διατεταγμένες σε ένα χαρτί, όπως και θα εκφωνηθούν  με την ίδια σειρά). Η νόηση δέχεται τη «σολ» και μόνο, ως σωστή διαδοχή της «φα», γιατί αυτή είναι η σωστή καταγραφή της μουσικής κλίμακας που υπάρχει εγκαταστημένη στη μνήμη από πρότερα συμβάντα, και έτσι την έχει γνωρίσει και τη δέχεται η συνείδηση με ην ευρύτερη αντίληψη: «Ντο, ρε, μι, φα, σολ, λα, σι». Αυτή είναι η μόνη σειρά (χωρική διάταξη ή χρονική αλληλουχία), που δέχεται νότα-νότα και η νόηση ως αληθινή και σωστή.
Η νόηση είναι μια γραμμική επίγνωση μικρού χωροχρονικού εύρους και μια ενεργός φορά (κατεύθυνση και ταχύτητα) που μπορεί να γνωρίζει μόνο ένα ενεστός στοιχείο της συνολικής εικόνας κάθε φορά, αλλά (προσοχή!) και τη σειρά του επόμενου στοιχείου (τον αρμό του).
Για τη φορά της νόησης μετά το 5 είναι το 6 (στην αρίθμηση των μονάδων: 1,2,3,4,5,6,7,8,9,0). Έτσι το έχει μάθει και έτσι το τηρεί, ό,τι και αν μπορεί να σημαίνει αυτό για τη λογική (την επίγνωση του συγκεκριμένου συνόλου) σε κάθε δεδομένο συμβάν. Ό,τι και αν συνεπάγεται αυτό για τη φόρτιση του θυμικού ή για οποιονδήποτε. Για τη νόηση μετά το 5 είναι το 6. Τελεία και παύλα.
Τελικά όλα αυτά της πάνε γάντι τόσο πολύ, που δεν μπορεί παρά αυτή να είναι ο παραλήπτης του ονειρικού κατασκευάσματος!

 
4. Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ
Σαν συμπερασματική ανακεφαλαίωση των παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι, αν στη διάρκεια ενός αρχικού συμβάντος στην εγρήγορση, κάποια πραγματική και συγκεκριμένη εικόνα φορτίσει το θυμικό του υποκειμένου με ένα συναίσθημα που το υποκείμενο για οποιονδήποτε λόγο δεν το επιθυμεί και το θεωρεί αρνητικό, τότε αυτή η συγκεκριμένη (και μόνο) εικόνα, όπως και το ανάλογο και αντίστοιχο συναίσθημα που αυτή ενέπνευσε, απωθούνται, δηλαδή δεν περιγράφονται με τη νοητική διαύγεια, δεν κατανοούνται και δε βρίσκουν θέση στη μνήμη, στο έλλογο οικοδόμημα της πραγματικότητας του υποκειμένου.
Σημείωση: Αυτή η ανωμαλία παρουσιάζεται συχνά στο όνειρο ως ένας συγκεκριμένος διαχωρισμός συναισθήματος και εικόνας (άλλα βλέπουμε και άλλα αισθανόμαστε).
Για να κατορθώσει την άρση της συγκεκριμένης απώθησης η συνείδηση στον ύπνο, κατασκευάζει μια κατάσταση παρόμοια με εκείνη του πραγματικού αρχικού συμβάντος της εγρήγορσης, χρησιμοποιώντας παρόμοιες παραστάσεις από αυτές που υπάρχουν καταγραμμένες στη μνήμη. Στην κυριολεξία ντύνει (απεικονίζει) το αρχικό, ανεπιθύμητο συναίσθημα με εικόνες τέτοιες που να αντιστοιχούν σ’ αυτό, όπως και οι εικόνες του αρχικού συμβάντος, οι οποίες, πρώτες αυτές, ενέπνευσαν αυτό το αρχικό ανεπιθύμητο συναίσθημα. Όπως και στην ποίηση, η συνείδηση στο όνειρο μοιάζει σαν να βουτάει το συγκεκριμένο συναίσθημα μέσα στη μνήμη και να κολλάνε πάνω του συμπαθητικά όσα υλικά/εικόνες ταιριάζουν από τα περιεχόμενα της μνήμης. Όσες εικόνες, δηλαδή, μπορούν να παραστήσουν, να εκφράσουν και να αποδώσουν κομμάτι κομμάτι ολόκληρο το συναίσθημα και ταιριάζουν σε μορφή (σε χωρική διάταξη των ποιοτικών τους στοιχείων) με τις πραγματικές εικόνες του αρχικού συμβάντος, έτσι που τμηματικά να αναπαρασταθεί ολόκληρο το ανεπιθύμητο συναίσθημα.
Ακριβώς όπως σχηματίζονται οι μαγνητικές γραμμες ανάμεσα στους δύο πόλους ενός πέταλου - μαγνήτη, όταν το βουτήξουμε σε ρινίσματα σιδήρου. Τα ρινίσματα προσανατολίζονται στο μήκος των μαγνητικών γραμμών του μαγνήτη και είναι στην ουσία η οπτική αναπαράσταση εκείνου που δε φαίνεται, δηλαδή της μαγνητικής δύναμης, ακριβώς όπως οπτική αναπαράσταση κάποιας δύναμης χωρίς εικόνα (του θυμικού φορτίου) είναι και το όνειρο.

Με δυο λόγια, είναι φανερό ότι η συνολική εικόνα του αρχικού συμβάντος, αντικαθίσταται στη διάρκεια του ονείρου από άλλη εικόνα και μάλιστα μια εικόνα που δομείται με εικόνες/στοιχεία τέτοια που να έχουν παρόμοια ποιοτική διάταξη με τα στοιχεία της εικόνας του αρχικού συμβάντος.

Παράδειγμα
Αν η εικόνα που φόρτισε αρνητικά το θυμικό του υποκειμένου είχε τετράγωνο συνολικό σχήμα, στο όνειρο θα αντικατασταθεί από μία ή περισσότερες εικόνες (σπίτια, καρπούζια, πορτοφόλια, ρολόγια) και σε μια διάταξη/διευθέτηση τέτοια που να σχηματίζουν και πάλι το ίδιο τετράγωνο, ακριβώς όπως και του αρχικού συμβάντος.
Η συνείδηση στο όνειρο δεν ενδιαφέρεται για το ποιες εικόνες θα χρησιμοποιήσει για να επαναδραματοποιήσει το αρχικό συμβάν, αλλά και για το που (στο χώρο της φαντασίας) και πως (προσανατολισμός) θα διευθετήσει τα στοιχεία τους!
Όποιες και αν είναι οι εικόνες,  θα πρέπει τα στοιχεία τους να διευθετηθούν έτσι (σε τετράγωνο στο παράδειγμα) που να καλύπτουν ακριβώς την τετράγωνη αρνητική εικόνα που βίωσε το υποκείμενο στο αρχικό συμβάν και η οποία εντυπώθηκε στη μνήμη έτσι ακριβώς, τετράγωνη.
Το τι ιστορία θα βγει λογικά στο όνειρο από ένα σπίτι, που είναι δίπλα σε ένα καρπούζι, που είναι δίπλα σε ένα πορτοφόλι, που είναι δίπλα σε ένα ρολόι, είναι αδιάφορο, όσο τρελή και ασυνάρτητη και αν είναι αυτή η ιστορία. Η ονειρική δραματική αφήγηση είναι πάντα ασυνάρτητη για τη λογική της εγρήγορσης την επόμενη μέρα. Αδιάφορο. Η λογική της εγρήγορσης είναι απούσα  από το όνειρο.
Το σημαντικό είναι οι ονειρικές εικόνες να είναι σωστά διευθετημένες πάνω στο εντύπωμα που έκανε το αρχικό συμβάν στη μνήμη, για να ξεγελαστεί η νόηση στο όνειρο, όπως αυτή θα νοεί τα στοιχεία της ονειρικής εικόνας, το ένα μετά το άλλο. Είναι τόσο απλό.

5. ΤΟ ΤΣΙΜΠΟΥΡΙ
Με αυτό το εναρκτήριο αρνητικό ερέθισμα του αρχικού συμβάντος που καταγράφηκε ταυτόχρονα στο νου (ως εικόνα) και στο θυμικό (ως συναίσθημα) αλλά απωθήθηκε, η νόηση και η συνείδηση του υποκειμένου έχουν βρει πραγματικό μπελά. Αντιμετω-πίζουν ένα πολύ μεγαλύτερο δίλημμα απ’ό,τι αρχικά φαίνεται.

Η νοητική αρτιότητα
(Απέναντι στην αρτιότητα των ποιοτήτων)
Η συνείδηση κατ’ αρχάς δεν μπορεί να μη δεχτεί μια εικόνα αν αυτή είναι πράγματι σωστή πρώτα για τη νόηση. Η νόηση είναι η πιο έγκυρη κρίση για τη συνείδηση, και την εικόνα που είναι σωστή για τη νόηση, είναι αδύνατο να μη τη δεχτεί η συνείδηση. Και αυτό το συναίσθημα που απωθήθηκε, όντως πρέπει να δημιουργήθηκε από μια άρτια και σωστή εικόνα, αλλιώς δεν θα το είχε δεχτεί πρώτη η νόηση.
Ποια εικόνα όμως είναι άρτια και σωστή για τη νόηση;

Νόηση και εικόνα
Το θυμικό δονείται με συναισθήματα που προκαλούνται από ανάλογες και αντίστοιχες εικόνες, αλλά είναι η νόηση πάντα (σ.σ. και όχι η λογική ή η συνείδηση στο σύνολό της) που ελέγχει τις εικόνες για νοητική αρτιότητα. Αυτή η αρτιότητα αφορά το ύστατο περιεχόμενο της εικόνας, που είναι οι ποιότητες/στοιχεία της εικόνας, τα οποία, για να είναι άρτια και σωστά για τη νόηση, θα πρέπει οπωσδήποτε κάθε ένα στοιχείο ξεχωριστά να έχει ποιοτικό περιεχόμενο:
α. Σαφές και χωρίς θολότητες για τη διαυγή νοητική αντίληψη,
β. Να έχει εσωτερική ποιοτική συνέχεια (να μην είναι φέτες, φέτες δηλαδή) για να είναι άρτιο και ένα ποιοτικό περιεχόμενο,
γ. Να έχει συγκεκριμένα όρια, να αντίκειται χωροχρονικά δη-λαδή προς κάθε άλλη ποιότητα. Πιο απλά: κάπου να αρχίζει και κάπου να τελειώνει στο χώρο και στο χρόνο.

Με δυο λόγια, αποδεκτό περιεχόμενο για τη νόηση είναι μόνο το ποιοτικά σαφές, εσωτερικά συνεχές και χωροχρονικά καθορισμένο.

Η πολικότητα του θυμικού φορτίου
Αλλά όμως μας είναι πολύ γνωστό από την πλέον κοινή μας καθημερινότητα ότι η νοητική της αρτιότητα δεν αρκεί για να γίνει αποδεκτή μία εικόνα από τη συνείδηση. Αυτή η εικόνα πρέπει να εμπνέει και κάποιο θετικό συναίσθημα στο θυμικό του υποκειμένου. Η συνείδηση δεν απωθεί (καταφάσκει σε, ταυτίζεται με, δέχεται, αγαπάει, θέλει, ενστερνίζεται) μία εικόνα, μόνο όταν αυτή είναι και νοητικά άρτια και θυμικά επιθυμητή. Αυτός ο συνδυασμός (και άρτια εικόνα στο νου και θετικό συναίσθημα στο θυμικό) είναι ο μόνος που κανονικά βρίσκει απόλυτα σύμφωνη τη συνείδηση που αίρει το μηχανισμό της απώθησης.
Γι’ αυτό είναι φανερό ότι ο μηχανισμός της απώθησης μπορεί να ενεργοποιηθεί κάθε φορά, είτε από μια εικόνα νοητικά λανθασμένη, είτε από μια εικόνα που εμπνέει αρνητικό θυμικό φορτίο στο θυμικό του υποκειμένου.

Το δίλημμα
Τα φορτία στο θυμικό γεννάν εικόνες στο νου, στη φαντασία. Η νοητική περιγραφή και η τελική κατανόηση αυτών των εικόνων είναι που περαίνει και τη συναισθηματική φόρτιση, την αντίστοιχη στύση του θυμικού, αλλά σε αυτήν ακριβώς την απόπειρα νοητικής περιγραφής και κατανόησης είναι που επεμβαίνει και ο μηχανισμός της απώθησης, όταν οι εικόνες εμπνέεουν και αντιστοιχούν σε αρνητικό συναίσθημα.
Το θυμικό δεν μπορεί να φτάσει σε κατάσταση ηρεμίας, αν δεν βρουν πρώτα τη σωστή περιγραφή τους οι αντίστοιχες εικόνες στο νου, αλλά και αυτές οι εικόνες δεν μπορούν να περιγραφούν επειδή το απαγορεύει η απώθηση, για όσο αυτές θα αντιπροσωπεύουν κάποιο αρνητικό θυμικό φορτίο. Αυτό ακριβώς είναι το δίλημμα.
Αυτό που μπορεί να κάνει η συνείδηση με τέτοιες εικόνες που αντιστοιχούν σε αρνητικά θυμικά φορτία, είναι να τις αποφύγει, να τις απωθήσει μέχρι το βράδυ, μέχρι το επόμενο όνειρο. Το όνειρο μπορεί να την απαλλάξει από αυτές τις εικόνες και το ανεπιθύμητο θυμικό τους φορτίο.

Πιο αναλυτικά το δίλημμα έχει ως εξής:
Από τη στιγμή που το θυμικό του υποκειμένου φορτίστηκε με το συγκεκριμένο αρνητικό συναίσθημα, δεν μπορεί να το εκφορτίσει σε κανένα άλλο θυμικό, αν δεν του δώσει πρώτα τη σωστή περιγραφή του, τη σωστή εικόνα του,  γιατί αλλιώς καμιά συνείδηση δεν θα το δέχεται αφού η νόησή της δεν θα συμβιβάζεται με μια ψευδή, στρεβλή ή λανθασμένη περιγραφή της εικόνας που το προκάλεσε κι έτσι δεν θα την κατανοεί. Είναι απαραίτητο η περιγραφή να αποδώσει μια εικόνα σαφή, συνεχή και καθορισμένη που θα είναι πιστή αναπαράσταση (απεικόνιση, επροσώπηση) του συναισθήματος. Αλλιώς δεν το δέχεται η δική μας συνείδηση πρώτα-πρώτα. Κανείς δε δέχεται οποιαδήποτε περιγραφή, αν δεν δεχτεί πρώτα τη νοηματική ορθότητά της. Όσο κι αν μας καίει! Δεν μπορούμε να λέμε ασυναρτησίες.
Προσοχή όμως! Το ίδιο δεν θα δέχεται κανείς ένα αρνητικό συναίσθημα, ούτε εμείς πρώτα-πρώτα, ούτε κι όταν ακόμη δοθεί και η ακριβής περιγραφή της αντίστοιχης εικόνας, γιατί η ακριβής περιγραφή του είναι αυτή που το δίνει ως ανεπιθύμητο, δηλαδή ένα-κάποιο αρνητικό και επικίνδυνο συναίσθημα και ποιός θέλει ένα αρνητικό και επικίνδυνο συναίσθημα;
Κι όχι μόνο αυτό. Το κυριότερο είναι ότι και εμείς οι ίδιοι δε θέλουμε να το δεχτούν οι άλλοι ως αυτό που είναι, δηλαδή, κάτι κακό (αρνητικό, ανεπιθύμητο) για μας, όπως είναι στην πραγματικότητα. Γιατί από τη στιγμή που με οποιονδήποτε τρόπο θα γίνει γνωστό στους άλλους, θα έχει παγιωθεί κιόλας ως πραγματικό νοητικό και λογικό γεγονός με όλες τις συγκεκριμένες και πραγματικές του σχέσεις και αμφισυνδέσεις και προεκτάσεις που είναι αρνητικές για μας.
Στο παράδειγμα με τον Σωτήρη, στο κεφάλαιο Β, είδαμε ότι αυτό που περιγράφεται νοητικά ή/και με λόγο ή πράξη, γίνεται μέρος της πραγματικότητας. Και γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να το αποφύγουμε. Καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά το όνομα. Τις ντροπές μας (τα όποια αρνητικά μας συναισθήματα) πάντα και πολύ σωστά, τις κρύβουμε πολύ προσεκτικά από τους άλλους. Και όσο πιο αρνητικό είναι αυτό το κάτι που νιώθουμε, τόσο περισσότερο το απωθούμε από το προσκήνιο της συνείδησής μας και τόσο το κρύβουμε από τους άλλους, ακριβώς για να μην το περιγράψουν νοητικά ή/και λεκτικά και το κάνουν γεγονός.
Τα θετικά για μας και τα νοούμε και τα νιώθουμε και τα δεχόμαστε πολύ ευχαρίστως και τα διατυμπανίζουμε παντού, αλλά το αρνητικό φορτίο που έχει καθίσει στο θυμικό μας φροντίζουμε πάντα και πολύ προσεκτικά να μην το μάθει κανείς. Ούτε εμείς οι ίδιοι δεν θέλουμε να το σκεφτόμαστε! Πολύ περισσότερο δε θέλουμε να το μάθουν οι άλλοι. Ό,τι και αν είναι αυτό, μικρό ή μεγάλο. Κρύβουμε πάντα και το συναίσθημα και την εικόνα που το δημιούργησε.

Το έντεχνο καμουφλάζ
Το ιδανικό για μας θα ήταν να δεχτούν οι άλλοι την περιγραφή του αρνητικού φορτίου μας χωρίς ενστάσεις για την ορθότητά του, αλλά και πολύ ευχαρίστως και χωρίς να καταλάβουν πόσο αρνητικό είναι αυτό για μας. Για να πετύχουμε κάτι τέτοιο θα πρέπει να καμουφλάρουμε κάπως και πολύ επιδέξια μάλιστα το αρνητικό συναίσθημα, χρυσώνοντας το χάπι και περιγράφοντάς το έτσι που όχι μόνο να φαίνεται αλλά και να είναι στην πραγματικότητα θετικό για τον άλλον για να το δεχτεί.
Τέτοια είναι πάντα τα έργα τέχνης. Κάθε έργο τέχνης, πάντα, είναι ένα σωστό και ωραίο κατασκεύασμα για τους άλλους και πρώτα για τον καλλιτέχνη, αλλά γι’ αυτόν τον ίδιο πάντα έχει και κάποιο φαρμάκι κρυμμένο καλά στο κουκούτσι του.
Το κόλπο είναι να μπορείς με την τέχνη να καταφέρνεις και να μεταλλάσσεις κάπως σε μια θετική εικόνα (οπτική ή λεκτική) ή πράξη (συμπεριφορά), κάθε αρνητικό συναίσθημα που έχει φορτίσει το θυμικό σου, αλλά αυτό είναι ένα θαύμα που δεν μπορεί να συμβαίνει συνεχώς και σε καθημερινή βάση. Συνήθως το επικίνδυνο και ανεπιθύμητο αρνητικό συναίσθημα που φόρτισε το θυμικό του υποκειμένου είναι ένα τσιμπούρι απ’ το οποίο πολύ δύσκολα μπορεί ν’απαλλαγεί κανείς. Συνήθως η ακριβής και ειλικρινής περιγραφή του είναι ντροπή για μας τους ίδιους πρώτα και ανεπιθύμητη για όλους και η απώθησή του το μεγεθύνει μάλλον παρά το εξαλείφει. Δεν μπορείς εσαεί να απωθείς τα αρνητικά σου συναισθήματα, κάποτε θα πρέπει και να τα εξαλείψεις, κάπως. Ούτε και η τέχνη μπορεί να συμβαίνει σε τόση μεγάλη, καθημερινή, συχνότητα. Εδώ εμείς μιλάμε για απλά καθημερινά και συχνά συμβάντα. Τα έργα τέχνης είναι πολύ δύσκολα. Για να γίνουν οι εικόνες της τέχνης φορείς του αρνητικού θυμικού φορτίου του υποκειμένου (του καλλιτέχνη) και ταυτόχρονα όμορφα και θετικά αντικείμενα για τους άλλους, θέλουν μεγάλη ειλικρίνεια, πολύ κόπο, χρόνο και ταλέντο και περιγραφική δεινότητα κάποιας μορφής, πρώτα πρώτα. Πολύ δύσκολα πράγματα όλ’αυτά, ενώ οι ανάγκες είναι πολλές και καθημερινές. Δεν μπορούν όλοι (π.χ.) να γράφουν πάντα ένα αριστουργηματικό ποίημα για κάθε τι αρνητικό που τους συμβαίνει κάθε μέρα!
Ο οργανισμός σαν πολύ εξελιγμένο σύστημα πρέπει να διαθέτει κάποια λειτουργία αυτοκαθαρισμού απλή, ευέλικτη και για συχνή, καθημερινή χρήση. Ένα μηχανισμό που να υπάρχει για όλους, από τον πρωτόγονο Βουσμάνο μέχρι τον πιο εξελιγμένο Γερμανό τεχνοκράτη.
Αυτό είναι το όνειρο που έρχεται να δώσει μια λύση στο αδιέξοδο. Το όνειρο είναι το θέατρο για έναν και η συνείδηση είναι ο μεγάλος καλλιτέχνης ταυτόχρονα και ο μοναδικός θεατής. Η συνείδηση στο όνειρο με την δραματοποίηση μιας σειράς κατάλληλα προσανατολισμένων και διευθετημένων εικόνων γειώνει την αρνητική θυμική ένταση ολοκληρώνοντας τον συναισθηματικό κύκλο του ανεπιθύμητου συναισθήματος με την ψευδοκατασκευή-αληθινή-τάχα περιγραφή του.
Το όνειρο υπάρχει για να γειώνει τα ανεπιθύμητα καθημερινά συναισθήματα με τα οποία φορτίζεται το υποκείμενο στη διάρκεια συγκεκριμένων αρχικών συμβάντων στη διάρκεια της ημέρας. Δεν είναι λίγο. Είναι η γείωση της συσκευής και ο σκουπιδοτενεκές του συστήματος!

6. Ο ΔΕΚΤΗΣ
Με όσα είπαμε μέχρι τώρα σ’ αυτήν τη χωροσυναισθηματική προσέγγιση του ονείρου, μπορούμε να επιχειρήσουμε μια ακόμη πιο λεπτομερειακή κατανόηση αυτής της ονειρικής γείωσης-ακύρωσης του αρνητικού συναισθήματος.
Κατ’ αρχάς ο μηχανισμός αυτοκαθαρισμού προϋποθέτει κάποιον δέκτη, όπου θα καταγράφονται και θα επεξεργάζονται τα αισθητήρια ερεθίσματα/εικόνες, τέτοιον που να πληρεί ορισμένες απαραίτητες προϋποθέσεις, από αυτές που έγιναν φανερές με τις έως εδώ αναλύσεις.
- Κατ’ αρχάς, τον δέκτη αυτόν μπορούμε να τον φανταστούμε σαν έναν εσωτερικό χώρο με μία ευαίσθητη επιφάνεια κάποιας υφής, πάνω στην οποία θα διαγράφονται (ή θα προβάλλονται ως εικόνες) οι ποιοτικοί ερεθισμοί που εκλύει ο περιβάλλον χώρος στην πραγματικότητα της εγρήγορσης κάθε μέρα και συνεχώς.
- Αυτή η ίδια υποθετική επιφάνεια/δέκτης θα πρέπει ταυτόχρονα να μπορεί να δέχεται τους εσωτερικούς ερεθισμούς από τις αισθητήριες καταγραφές, που υπάρχουν αποθηκευμένες στη μνήμη, και συγκεκριμένα εκείνες τις παραστάσεις που αναδύονται κάθε φορά στο προσκήνιο της συνείδησης (σ’ αυτόν τον δέκτη), ως ανάλογες και αντίστοιχες με κάποιο συγκεκριμένο θυμικό φορτίο.
- Στον ίδιο δέκτη θα πρέπει να μπορεί να επεμβαίνει και η νόηση, η οποία πάντα νοεί τις εικόνες/παραστάσεις εκείνες που υπάρχουν κάθε φορά στο προσκήνιο της συνείδησης και οι οποίες αντιστοιχούν στις ταυτόχρονες θυμικές φορτίσεις.
- Εδώ θα ηχεί και ο λόγος, ως συγκεκριμένο αισθητό (ηχητικό) περιεχόμενο κι επομένως εδώ θα υπάρχει και η λογική ως μια επίγνωση μεγαλύτερου εύρους από τη νόηση και μάλιστα ως επίγνωση των σταθερών δομών και σχέσεων μεταξύ των περιεχομένων εκείνων που με την κατανόηση (την ολοκλήρωση της νοπητικής διαδικασίας) καταγράφονται στη μνήμη ως ολοκληρωμένες νοηματικές αλυσίδες/εικόνες.
- Προσοχή όμως!, επειδή από τις μέχρι τώρα αναλύσεις βλέπουμε ότι η συνείδηση δίνει μεγάλη σημασία στον προσανατολισμό των εικόνων και ο προσανατολισμός φαίνεται να είναι πραγματική ανάγκη για τη συνείδηση, συμπεραίνουμε ότι και αυτός ο δέκτης είναι απαραίτητο να είναι σωστά προσανατολισμένος απέναντι στο χώρο και στα αντικείμενα της περιβάλλουσας πραγματικότητας, αλλά και απέναντι στις καταγραφές της μνήμης.
Γιατί, για να λειτουργήσει, η παρομοίωση στο ποίημα για τον Ανδρούτσο, που πήραμε για παράδειγμα, θα πρέπει να υπάρχει μια επιφάνεια πάνω στην οποία θα εφαρμόζονται τόσο οι εικόνες/παρομοιώσεις (βράχος+κάστρο+τοίχος=Ανδρούτσος) όσο και οι αρχικές επί μέρους αρχικές εικόνες/στοιχεία της συνολικής αρχικής και «πραγματικής» εικόνας του Οδυσσέα Ανδρούτσου (κεφαλή+πλάτες+στήθος=Ανδρούτσος).
Η επιφάνεια αυτή μπορεί να υποτεθεί σαν το σταθερό, αν και υποκειμενικό σημείο αναφοράς, πάνω στο οποίο θα «εφαρ-μόζονται» τόσο οι αρχικές εικόνες, όσο και οι παρομοιώσεις, η μία πάνω στην άλλη με όσο το δυνατό καλύτερη εφαρμογή, για να μπορεί να γίνει εφικτή η σύνθεση και η ταύτισή τους.
Γλωσσικά: «Σύν-θεση» στην κυριολεξία σημαίνει πολύ απλά και καθαρά «προσθήκη διπλών (ή και πολλαπλών) περιεχομένων στην ίδια θέση». «Συν»-«θέση».
Η «εφαρμογή» επίσης μπορεί να αναλυθεί ακριβώς ως η «επί-(των)-αρμών-αγωγή». Κάτι που σημαίνει ότι ένα περιεχόμενο πρέπει να το φέρουμε (να το άγουμε) πάνω σε ένα άλλο έτσι που τα σημαντικά σημεία του να ταιριάξουν (να εφ-αρμόσουν) πάνω στα σημαντικά σημεία του άλλου. Έτσι μόνο τα σημεία αυτά γίνονται οι αρμοί της εφ-αρμο-γής.
Με άλλα λόγια, Η θεώρηση της εικόνας (που μας εν-δια-φέρει) είναι απαραίτητο να γίνει με τον κατ-ά-λληλο προσανατολισμό γιατί «κατά-άλληλο» σημαίνει την κάθετη (κατά...) αντιστοιχία που πρέπει να έχει το ένα περιεχόμενο προς το άλλο (...άλληλο), σε κάθε εφαρμογή.

Τελικά, είναι φανερό ότι αυτός ο κατάλληλος προσανατολισμός των εικόνων, που πάντα τηρείται με ευλάβεια στην αντίληψη και ιδιαίτερα στην κατανόηση των αντικειμένων της περιβάλλουσας πραγματικότητας, πάει χαμένος αν αυτός ο ίδιος ο δέκτης είναι απροσανατόλιστος και άσχετος σε αντιστοιχία στο χώρο από τις εικόνες και από τα σημαντικά σημεία των εικόνων.

Η φαντασία
Παρά τις πολλές και συγκεκριμένες προϋποθέσεις που είναι απαραίτητο να συνδυάζει, αυτός ο δέκτης υπάρχει και είναι πολύ γνώριμος στην νόηση, αφού είναι το σπίτι της από πάντα. Ο δέκτης είναι η γνωστή μας φαντασία. Εδώ, στη φαντασία, στο προσκήνιο της συνείδησης, συμβαίνουν όλα αυτά τα θαυμαστά, αλλά και πολύ γνώριμα από την πλέον τετριμμένη καθημερινότητά μας. Νόηση, κατανόηση, επινόηση και όλα. Το μόνο καινούργιο είναι αυτή η έμφαση στον προσανατολισμό της φαντασίας που γίνεται φανερή σαν πολύ απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της. Η φαντασία, ένας ψυχικός χώρος, φαίνεται να είναι προσεκτικά προσανατολισμένη απέναντι στους εξωτερικούς ερεθισμούς που έρχονται κάθε φορά από την περιβάλλουσα πραγματικότητα ταξινομημένοι σε αρχικά συμβάντα, ακριβώς όπως προσανατολισμένο είναι και το φυσικό σώμα του υποκειμένου. Είναι φανερό ότι ο προσανατολισμός της ψυχής είναι αντίστοιχος με αυτόν του σώματος και αυτό κατορθώνεται με τον κατάλληλο προσανατολισμό της φαντασίας, που είναι το ενδιάμεσο συνείδησης (ψυχής) και σώματος.
Ό,τι είναι μπρος, πίσω, πάνω, κάτω, δεξιά αριστερά, ή/και προς ανατολάς, δυσμάς, ή ανάμεσα από, πίσω ή δίπλα από, κτλ, για το σώμα, είναι ακριβώς το ίδιο και για τη φαντασία και για τη συνείδηση. Γι’ αυτό και είναι τόσο σχολαστική με τον προσανατολισμό των εικόνων. Αυτές είναι το κοινό περιεχόμενο και ο μπούσουλας όλων.
Σημείωση: Από τις αναλύσεις των ονείρων που κάναμε στα προηγούμενα κεφάλαια και συγκεκριμένα των ονειρικών εικόνων που ανακαλούνταν από τη μνήμη στη φαντασία προσεκτικά διευθετημένες και προσανατολισμένες μάλιστα με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, κατανοούμε ότι η φαντασία είναι προσανατολισμένη πολύ προσεκτικά και απέναντι στις καταγραφές της μνήμης. Κατανοούμε ακόμα ότι και αυτές οι μνημονικές καταγραφές δεν είναι πεταγμένες φίρδην μίγδην μέσα στη μνήμη, αλλά είναι τακτοποιημένες (διευθετημένες, ταξινομημένες) με κάθε δυνατή ταξινομούσα αρχή (ιδέα) που είναι εφικτή και βολεύει κάθε φορά που θα γίνει μία νέα καταγραφή.
Μια τέτοια αρχή είναι και ο προσανατολισμός με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, που χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση των εικόνων κάποιου αρχικού συμβάντος, κάθε φορά που είναι εφικτό και βολικό να γίνει κάτι τέτοιο.
Η ταξινόμηση των μνημονικών καταγραφών με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και η παρόμοια ανάκλησή τους στη φαντασία, φαίνεται να είναι κάτι που ισχύει ακόμα και όταν λανθάνει την αντίληψη της έλλογης καθημερινής εγρήγορσης. Δεν εξηγείται αλλιώς αυτό το φαινόμενο. Η μνήμη είναι μια καταπληκτική ρέπλικα της πραγματικότητας, πρώτα πρώτα σε ό,τι αφορά τις χωρικές θέσεις των αντικειμένων και τις σχέσεις μεταξύ τους. 
Και, τελικά, έτσι, προσανατολισμένο με την ίδια σχολαστικότητα, βλέπουμε ότι συμβαίνει και το όνειρο. Αυτό δεν φαίνεται πλέον καθόλου παράξενο, αφού και το όνειρο εκεί, στη φαντασία, συμβαίνει και μάλιστα με εικόνες/παραστάσεις, δηλαδή με τις ίδιες ποιότητες που συμβαίνει και η πραγματικότητα της εγρήγορσης για τη νόηση και τη συνείδηση.
Η σωστή διευθέτηση και ο προσανατολισμός των στοιχείων μιας εικόνας είναι κάτι που ισχύει το ίδιο, τόσο για τις εικόνες του αρχικού συμβάντος, όσο και για αυτές του ονείρου που δε διαφέρουν για τη συνείδηση. Αυτό είναι όλο κι όλο το μυστικό. Αυτό το συγκεκριμένο ερέθισμα που στο αρχικό συμβάν της εγρήγορσης ήταν «δεξιά ενός άλλου», πρέπει (εκτός των άλλων) να είναι «δεξιά ενός άλλου» και στο όνειρο, για να είναι το ίδιο ερέθισμα για τη νόηση, για τη φαντασία και τη συνείδηση. Η ίδια θέση μπορεί να σημαίνει το ίδιο ερέθισμα, άσχετα αν είναι μέσα ή έξω, μέρα ή νύχτα, όνειρο ή «πραγματικότητα».
Η προσοχή, η νόηση και η συνείδηση πίσω από αυτήν μοιάζουν να είναι ένας αναλογικός ενεργειακός αισθητήρας υψηλής ευκρίνειας και μεγάλης ευαισθησίας, πού έλκεται πάντοτε από τη σχετικά μεγαλύτερη ενεργό ποιοτική καταγραφή. Όποια κι αν είναι αυτή, μέσα ή έξω. Απλώς τη νύχτα που ησυχάζουν τα αισθητήρια ερεθίσματα της περιβάλλουσας πραγματικότητας μπορούν και αναδύονται στη φαντασία οι εσωτερικές καταγραφές της μνήμης που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα φορτία του θυμικού, γιατί μόνο τότε αυτά είναι σχετικά μεγαλύτερα σε μέγεθος. Είναι φανερό ότι στη διάρκεια του ύπνου υπάρχει μια κρίσιμη στιγμή που αρχίζει το όνειρο, τότε που οι φορτίσεις του θυμικού που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες εικόνες στη μνήμη, γίνονται σχετικά μεγαλύτερες σε ένταση από τα αισθητήρια ερεθίσματα της περιβάλλουσας πραγματικότητας, τα οποία είνα συνήθως πολύ μεγαλύτερα από αυτά της μνήμης, που είναι μία ρέπλικα της πραγματικότητας υπό μεγάλη σμίκρυνση. 
Εδώ, στον δέκτη/φαντασία, ο οποίος έχει πλήρη αντιστοίχηση με το θυμικό, με το σώμα και τη μνήμη, συμβαίνει η πραγματικότητα, το ίδιο έγκυρη για τη συνείδηση, μέρα νύχτα. 

7. Η διαδικασία στην εγρήγορση
Μπορούμε να φανταστούμε τη διαδικασία. Η προσοχή στην εγρήγορση (ως εξειδικευμένο και πολύ ευαίσθητο εύρος της νόησης) σαν τυφλοπόντικας-μηχανικός σένσορας εποπτεύει συνέχεια την επιφάνεια του δέκτη/φαντασία, σαν επιλοχίας που κοιτάει το πάτωμα του θαλάμου στην Επιθεώρηση, ανιχνεύοντας και την παραμικρή καταγραφή. Έλκεται αμέσως από οποιοδήποτε αισθητήριο ερέθισμα εντυπωθεί πάνω στην ευαίσθητη επιφάνεια/δέκτη.

Σωστό-λάθος
(Νοητικά ή λογικά)
Η σημαντικότερη δουλειά απασχόληση της συνείδησης με το αισθητήριο ερέθισμα που τράβηξε την προσοχή είναι της νόησης που αναγνωρίζει (νοεί) το αναλυτικό ποιοτικό περιεχόμενο του αντικειμένου που μαγνήτισε την προσοχή.
Έτσι, αν η εικόνα/αισθητήριος ερεθισμός έχει στοιχεία με σαφές ποιοτικό περιεχόμενο, συγκεκριμένα όρια και αρραγή εσωτερική συνέχεια, η νόηση τα δέχεται ένα ένα ως σωστά, άρτια αντικείμενα, αλλιώς τα απορρίπτει ως λανθασμένα και άχρηστα. Όχι ως πληροφορία, αλλά ως θόρυβο και νοηματικό λάθος.
Προσοχή όμως! Η νόηση δέχεται (νοεί) οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να είναι νοητικά άρτιο (σαφές, συνεχές και καθορισμένο) και το θυμικό φορτίζεται από οποιαδήποτε αλληλουχία τέτοιων νοητικά άρτιων ποιοτήτων, αλλά όμως το τελικό προϊόν της νόησης, η συνολική εικόνα, που ολοκληρώνεται με την κατα-νόηση (σ.σ. γλωσσικά κατά-νόηση σημαίνει πλήρης νόηση) γίνεται δεκτή από τη συνείδηση μόνο όταν αυτή είναι και λογική. Δηλαδή η συνείδηση καταφάσκει μόνο όταν τα νοητικά άρτια ποιοτικά στοιχεία ολοκληρωθούν και σε σωστά σύνο-λα/εικόνες, συγκρινόμενα με το μεγαλύτερο και εγκαταστημένο περιεχόμενο του έλλογου συνειδησιακού εύρους.
Δηλαδή η ένσταση στην εγρήγορση (όχι στο όνειρο) μπορεί να είναι και της λογικής, που είναι παρούσα στην εγρήγορση ως μία κρίση πλατύτερη από αυτή της νόησης. Η ένσταση αυτή εγείρεται μετά από μια σύγκριση με έτοιμα κωδικοποιημένα λογικά πακέτα/εικόνες, που είναι σύνολα τέτοιων νοητικά άρτιων ποιοτήτων.
Η νόηση ενδιαφέρεται για τους κρίκους (αισθήματα), η λογική για ολόκληρη την αλυσίδα (το τελικό σύνολο).
Με άλλα λόγια, η αποδοχή ή απώθηση των προϊόντων της κα-τανόησης στη διάρκεια της εγρήγορσης(!) εξαρτάται και από το πόσο λογικά ή παράλογα είναι αυτά ως σύνολα, σε σύγκριση με το όποιο εγκαταστημένο περιεχόμενο της λογικής.
Σημείωση: Στο παράδειγμα με τον Σωτήρη στο κεφάλαιο Β, είδαμε ότι η λεπτομέρεια (πρώτη «καλημέρα» σε τόσα χρόνια) που δεν ταίριαζε με το εγκατεστημένο λογικό/γνωστικό πακέτο «τυπική συμπεριφορά του Σωτήρη», δεν έγινε αποδεκτή από κάποιο κέντρο της συνείδησης (ως αταίριαστη, παράλογη, ακατανόητη) και εμέθηκε για μηρυκασμό, επανεκτίμηση και κατανόηση.
Θετικό-αρνητικό
(Ευχάριστο-δυσάρεστο)
Την κρίση σωστό-λάθος συμπληρώνει η κρίση καλό-κακό. Ταυτόχρονα δηλαδή, το νοηματικά και λογικά σωστό αντικείμενο κρίνεται και ως θετικό ή αρνητικό για το ίδιο το υποκείμενο, δηλαδή, αν το θυμικό φορτίο του είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο, ειδικά γι’ αυτό (το υποκείμενο),τώρα.  

- Το θετικό συναίσθημα  
Αν το αντικείμενο είναι και νοητικά/λογικά άρτιο και θυμικά θετικό, το τρενάκι προσοχή-νόηση και πίσω απ’αυτά η ίδια η συνείδηση, κολλάει πάνω του και το ακολουθεί σε όλο του το μήκος (το...περι-γράφει, δηλαδή!) μέχρι να το αναλώσει όλο, απορροφώντας την ενέργειά του.   

Σημείωση: Αν αυτή η θεωρητική πρόταση αποδειχτεί ποτέ αληθής, τότε η συνείδηση (στην οποία θα καταλήγει η συναισθηματική ενέργεια που απορροφάται με αυτή τη νοητική διαδικασία) μοιάζει σαν ένας ζωντανός συναισθηματικός οργανισμός που τρέφεται ακριβώς  με... (συναισθηματική) ενέργεια. Δηλαδή ενέργεια με νοητικά σωστές αισθητές ποιότητές και θετικού φορτίου, και πάντως με ενέργεια που είναι μία πίσω από οποιοδήποτε ενεργειακό «είδος»: συναισθηματική, αισθητή, αιολική, ηλιακή, πυρηνική κτλ!  
Η συνείδηση μοιάζει να είναι ένα μυστήριο κάτι που ενεργεί ανάλογα με την ενέργεια των νοηματικά σωστών αισθημάτων. Δονείται με τη δόνησή τους, λάμπει με τη λάμψη τους, πάλλεται με τον παλμό τους κοκ. Γι’ αυτό και η προσοχή (στην εγρήγορση) έλκεται πάντα, αντανακλαστικά και υποχρεωτικά, από τα αντικείμενα εκείνα που παρουσιάζουν κάποια ιδιαίτερη ενέργεια (παλμό, λάμψη, δόνηση κτλ).
Η συνείδηση δηλαδή μοιάζει σαν ένα εσωτερικό ενεργειακό πεδίο με απόλυτη υποχρέωση αντίδρασης απέναντι στην πρωταρχική δράση (ενέργεια) των αντικειμένων της περιβάλλουσας πραγματικότητας. Έτσι από τη στιγμή που κάποια εικόνα φορτίσει το θυμικό με ανάλογο και αντίστοιχο συναίσθημα, πρέπει αυτό οπωσδήποτε να κατανοηθεί, για να ηρεμήσει η συνείδηση. Σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει μόνο ένας δρόμος: μπροστά!

Η συνείδηση στην εγρήγορση, με τις κεραίες της προσοχής μπροστά στη νόηση, αντιδρά ή ανιχνεύει συνεχώς την ευαίσθητη επιφάνεια του δέκτη, ανιχνεύοντας έτσι εσωτερικά και ταυτόχρονα εξωτερικά το χώρο, ψάχνοντας τα αντικείμενα για την αποθηκευμένη ενέργεια, σαν την επιφάνεια του δίσκου που έχει ο ανιχνευτής μετάλλων, που ψάχνει το έδαφος μέχρι ν’ακούσει το χαρακτηριστικό μπλιπ ο χειριστής.
Στην εγρήγορση, στη διάρκεια της ημέρας, όταν η συνείδηση δε βρίσκει ενέργεια στα γνωστά, οικεία αντικείμενα του περιβάλλοντος χώρου, αισθάνεται την πείνα ως ανία ή και πολύ χειρότερα. 

- Το αρνητικό συναίσθημα  
Τι γίνεται όμως όταν ένα νοητικά σωστό αίσθημα ανιχνευτεί, αλλά χαρακτηριστεί αρνητική η φόρτιση του θυμικού (το συναίσθημα) που ακολουθεί πάντα την εικόνα σαν σκιά; Τότε ο ανιχνευτής/νόηση αποτραβιέται από την επικίνδυνη επιφάνεια (ή για την ακρίβεια λογικά μοιάζει σαν να απωθείται από το αρνητικό της φορτίο) για όσο διαρκεί η έκλυση και η παρουσία του αρνητικού ερεθίσματος πάνω στην ευαίσθητη επιφάνεια/δέκτη. 

Σημείωση, έτσι εξηγείται η «ομίχλη», το θόλωμα της αισθητήριας νοητικής διαύγειας στην αντίληψη της εγρήγορσης, ιδίως στη διάρκεια πολύ έντονων αρνητικών καταστάσεων και συναισθημάτων. Αυτό που είναι γνωστό στην ψυχιατρική ως «συνειδησιακό λυ-κόφως». Αυτό προκαλείται, στην κυριολεξία από μία κάποια απόσταση που παίρνει στιγμιαία η νόηση από το αισθητήριο ερέθισμα πάνω στον ευαίσθητο δέκτη, απόσταση αρκετή για το ξενετάρισμα της αντίληψης και το θόλωμα γι’ αυτήν (όλων) των αντικειμένων της πραγματικότητας μέσα-έξω.
Δηλαδή, η νόηση δεν μπορεί να πάρει απόσταση αποκλειστικά και μόνο από το αρνητικό αντικείμενο, αλλά μπορεί να πάρει απόσταση από όλο τον δέκτη και σαν συνέπεια από όλες τις εικόνες μέσα-έξω.
Παρομοίωση: η φαντασία, υπάρχει σαν αμφίπλευρος φακός με ταυτόχρονη θέαση και δυνατότητα σάρωσης και του εξωτερικού χώρου της περιβάλλουσας πραγματικότητας και του εσωτερικού περιεχόμενου της μνήμης. Η πραγματικότητα συμβαίνει για τη συνείδηση πάντα και μέσα και έξω ταυτόχρονα.

Πάντως, το στιγμιαίο αυτό ξενετάρισμα της νόησης έχει σαν αποτέλεσμα το θόλωμα της διαύγειας του αντικειμένου (έξω), που το βλέπουμε πλέον σαν «μέσα σε όνειρο», ή σαν μέσα σε ομίχλη. (Σ.σ. Αυτή την ομίχλη που περιέγραψε τόσο ζωντανά ο Κεν Κέισυ στη «Φωλιά του Κούκου»).
Με άλλα λόγια, η απώθηση είναι ένας αυτόματος μηχανισμός άμυνας, ο οποίος αφαιρεί από το αντικείμενο αίσθημα ένα πολύ βασικό του χαρακτηριστικό: τη σαφήνεια. Είπαμε ότι το αισθητήριο ερέθισμα για να είναι πλήρες και σωστό για τη νόηση πρέπει να έχει περιεχόμενο σαφές, συνεχές και καθορισμένο, αλλά με αυτό το ξενετάρισμα του λείπει ακριβώς μια από αυτές τις βασικές του ιδιότητες: η σαφήνεια. 
Όπως και να έχουν όλα αυτά, η απώθηση, η σοφή και σωτήρια τήρηση των αποστάσεων από το αρνητικό αισθητήριο ερέθισμα είναι σωστή και υγιής κίνηση, αλλά δε λύνει το πρόβλημα, απλώς το μεταθέτει. Το αρνητικό θυμικό φορτίο που προκάλεσε δεν έχει μηδενιστεί, αλλά παραμένει κάπου και σε κάποια λανθάνουσα κατάσταση και έρχεται και ξανάρχεται στο θυμικό ως συγκεκριμένη αρνητική φόρτιση, και στη φαντασία ως ανάλογη και αντίστοιχη εικόνα με ενοχλητική αδυναμία νοητικής περιγραφής και περάτωσης.
Μπορούμε να φανταστούμε το αρνητικό αντικείμενο που διέγραψε τη τροχιά του στην επιφάνεια του δέκτη/φαντασία, αρνητικό και επικίνδυνο σαν μια σταγόνα δηλητήριο με συγκεκριμένη μορφή, εσωτερική συνέχεια, έκταση και θέση για το υποκείμενο, ακριβώς όπως και όπου καταγράφηκε χωρίς να έχει καταναλωθεί από τη νόηση που δεν το περιγράφει και μάλιστα δεν το πλησιάζει καν. Είναι γνωστό ότι υπάρχει, είναι αναγνωρισμένο από τη συνείδηση (ως φορτίο και ως θέση), αλλά παραμένει ασαφές (λόγω της απώθησης) και «ακατανόητο» στις λεπτομέρειές του, επειδή η νόηση δεν έχει ασχοληθεί μ’ αυτό (και γι’ αυτό είναι και... «ακατανάλωτο»).

Σημείωση
Είναι γνωστή η ανάλογη στάση της συνείδησης στην έλλογη εγρήγορση, που είναι πάντα πολύ απρόθυμη να κατανοήσει ό,τι αρνητικό της συμβαίνει. Συγκεκριμένα: «κάνει τάχα ό,τι δε κατάλαβε...», «κάνει τα στραβά μάτια», ενώ στην πραγματικότητα παλεύει με τον τρόπο της με αυτό το αρνητικό αντικείμενο.

Χωρίς τη νοητική περιγραφή όμως, (τη μόνη που κατά τα φαινόμενα μπορεί να το φέρει σε κάποιο πέρας) το αρνητικό συναισθηματικό φορτίο θα έμενε έτσι για πάντα στο θυμικό, όπως και η αντίστοιχη αρνητική εικόνα στη φαντασία, αν δεν υπήρχε το όνειρο.
Προσοχή! Ο κίνδυνος που συνεπάγεται αυτό είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά. Ένα αρνητικό φορτίο στο θυμικό συνεπάγεται μια αρνητική εικόνα στο νου η οποία μπορεί να γίνει ο πρώτος αρνητικός ποιοτικός κρίκος που πάνω του θα συνδεθούν ατέλειωτες αρνητικές νοηματικές αλυσίδες και -το χειρότερο!- ανάλογες συμπεριφορές από το σώμα που ακολουθεί υποχρεωτικά με συγκεκριμένες και ανάλογες πράξεις (ενέργειες, συμπεριφορές) τις όποιες φορτισμένες εικόνες/ιδέες του νου. Ακόμη και αυτές που καταστρέφουν στα σίγουρα το υποκείμενο. «Μην σου μπει η ιδέα», που λένε.
Στο όνειρο γίνεται το σκούπισμα του αρνητικού συναισθήματος από το θυμικό και η λείανση της επιφάνειας του δέκτη από τις αρνητικές εικόνες για να δεχτεί την επόμενη μέρα νέες καταγραφές, νέα αισθητήρια ερεθίσματα, νέες εικόνες.

8. Η διαδικασία του ονείρου
Μετά από όλα αυτά είναι εύκολο να φανταστούμε τη διαδικασία της απορρόφησης του αρνητικού φορτίου. Στο όνειρο το αρνητικό συναίσθημα ντύνεται με ανάλογες εικόνες από τα έτοιμα και αληθινά υλικά που έχει και κουβαλάει ως εικόνες/παραστάσεις η μνήμη, από παλιά πρότερα συμβάντα. Είναι απαραίτητο να είναι σωστές σε μορφή και θέση, για να μην τις απορρίψει η νόηση ως ψευδείς περιγραφές της πραγματικότητας. Οι εικόνες αυτές της μνήμης, όπως όλες οι εικόνες, μπορούν και αντιστοιχίζονται με τη συναισθηματική ενέργεια του θυμικού και γι’ αυτό είναι δυνατό η αντιστοίχηση να γίνει με αυτές, αντί με την αρνητική και απωθημένη (γι’ αυτό και ασαφή) εικόνα του αρχικού συμβάντος. 

Η αντικατάσταση της εικόνας
Εδώ βλέπουμε ότι ήρθε η στιγμή να απαντηθεί η κεντρική απορία που μας είχε μείνει από το κεφάλαιο Α: «γιατί το όνειρο δεν κρατάει και την ίδια εικόνα του αρχικού συμβάντος, αφού κρατάει τη μορφή, τη θέση και το ίδιο συναίσθημα». Ο λόγος που η συνείδηση στο όνειρο αντικαθιστά την εικόνα του αρχικού συμβάντος, ολόκληρη ή κάποια στοιχεία της, με τις παραπλήσιες ονειρικές εικόνες (από τη μνήμη), είναι ότι η εικόνα του αρχικού συμβάντος, ή κάποια στοιχεία της, δεν είναι νοητικά άρτια, είναι θολά γιατί τους λείπει η σαφήνεια, λόγω της απώθησης.
Έτσι γίνεται φανερό και ποια συμβάντα της εγρήγορσης γίνονται όνειρα. Η επιλογή είναι φυσική. Στη διάρκεια του ονείρου απλώς αναδύονται στο θυμικό εκείνα τα θυμικά φορτία που έχουν, στο σύνολό τους ή εν μέρει, θολές (λόγω της απώθησης) αντίστοιχες εικόνες/παραστάσεις στο προσκήνιο της συνείδησης, στο δέκτη /φαντασία.

Με δυο λόγια, στο όνειρο η συνείδηση ξαναζεί με νοητική σαφήνεια, αυτό ακριβώς που δεν μπόρεσε να ζήσει με την ίδα σαφήνεια στο αρχικό συμβάν της εγρήγορσης.
Έτσι, στο όνειρο, αυτά τα απωθημένα συναισθηματικά φορτία αναδύονται και αντιστοιχίζονται με άλλες, παρόμοιες εικόνες και όχι με αυτές τις ίδιες ακριβώς εικόνες του αρχικού συμβάντος, οι οποίες είναι ασαφείς και γι’ αυτό νοητικά λανθασμένες.
Δηλαδή, το όνειρο, όλο κι όλο, είναι η αντιστοίχηση του απωθημένου συναισθήματος με μια κατάλληλη, σαφή και άρτια ονειρική (και πρότερη πλέον) εικόνα και η τελική κατανόησή της.

Τελικά, έτσι, με αυτή την αντιστοίχηση και κατανόηση περαίνεται και η απωθημένη αρνητική θυμική φόρτιση που ήταν σε εκκρεμότητα και τα προκαλούσε όλ’ αυτά. Η ψυχική γαλήνη και ισορροπία είναι το τελικό ζητούμενο που επιτυγχάνεται με τη θυμική αποφόρτιση.

Η αντιστοίχηση
Το πρόβλημα είναι το συγκεκριμένο αρνητικό θυμικό φορτίο που απωθήθηκε, γιατί οι εικόνες που το εκπροσωπούσαν στη φαντασία δεν μπορούσαν να φτάσουν σε κάποιο νοητικό πέρας. Η διευθέτηση αυτής της ανωμαλίας γίνεται με τη διευθέτηση κάποιων εικόνων που αντιστοιχούν στο αρνητικό θυμικό φορτίο. Στο όνειρο, ακριβώς όπως και στην εγρήγορση, η συνείδηση (με τη νόηση) επεμβαίνει άμεσα στις εικόνες της φαντασίας, για να διευθετήσει έμμεσα τα ανάλογα και αντίστοιχα συναισθηματικά φορτία στο θυμικό. 

Το ευτυχές τέλος
Η συνείδηση με τη διαδικασία του ύπνου απομονώνεται από τα ενοχλητικά ερεθίσματα της περιβάλλουσας πραγματικότητας. Στην τέλεια απομόνωση του ύπνου περιμένει καρτερικά πότε θα αρχίσουν να ξεδιπλώνονται στη φαντασία οι πρότερες μνημονικές εικόνες, που αντιστοιχούν στις απωθημένες θυμικές φορτίσεις που την ενδιαφέρουν κάθε φορά.
Σημείωση: Από τα προηγούμενα κεφάλαια έγινε φανερό ότι τα θυμικά φορτία που αναδύονται στο όνειρο κατά προτεραιότητα είναι αυτά της περασμένης μόλις μέρας. Οι αταξινόμητες νωπές καταγραφές που έχουν ακόμη οξύτητες και αντιστοιχούν σε ζωηρές και εναργείς εικόνες και έτσι αυτές είναι οι σχετικά μεγαλύτερες και παίρνουν υψηλές θέσεις προτεραιότητας στο μαγνητισμό, στην προσέλκυση της προσοχής και της νόησης στη διάρκεια του ονείρου.

Οι εικόνες του ονείρου είναι οι ανταύγειες που προβάλουν στο ταβάνι της φαντασίας οι προβολείς των θυμικών φορτίσεων απ’ το υπόγειο του θυμικού. Κάθε συγκεκριμένο συναίσθημα ενεργοποιεί μέσα στη μνήμη όλες τις κατάλληλες εικόνες που αναδύονται στο προσκήνιο της συνείδησης, (στη φαντασία δηλαδή), η μία ως συνέχεια της άλλης, πάνω στην εικόνα/καταγραφή του αρχικού συμβάντος και όλες πάνω στην επιφάνεια του δέκτη/ φαντασία.
Τα ασαφή υπολείμματα της εικόνας του αρχικού συμβάντος, που υπάρχουν και αυτά και υφαίνονται μαζί με την ονειρική εικόνα, δεν ενοχλούν γιατί είναι παραπλήσια με την ονειρική εικόνα και σε μορφή και σε προσανατολισμό και σε θέση. Οι ονειρικές εικόνες είναι μνημονικές παραστάσεις παρόμοιες σε ποιοτικό περιεχόμενο, τοποθετημένες σε ταυτόσημες θέσεις, με αυτές του αρχικού συμβάντος. Έτσι, η συνείδηση στη διάρκεια του ονείρου ταυτίζει την ονειρική εικόνα με την εικόνα του αρχικού συμβάντος, γιατί η ονειρική εικόνα είναι μία ποιοτική διευθέτηση ανάλογη και αντίστοιχη με τη διάταξη που έχουν τα ποιοτικά στοιχεία της αρχικής εικόνας.
Όπως, για παράδειγμα, στον κινηματογράφο γίνεται η αντικατάσταση του πρωταγωνιστή με τον κασκαντέρ στις επικίνδυνες σκηνές. Πολύ εύκολα, αρκεί να του μοιάζει (ίδια μορφή) λίγο ή πολύ. Μερικές φορές, αρκεί να φορέσει τα ίδια ρούχα (π.χ. πράσινο σακάκι, κόκκινο παντελόνι), αλλά (προσοχή) και να καταλάβει την ίδια θέση στο χώρο και στην γενική εικόνα. Σε τι να διαφοροποιήσει η συνείδηση δύο εικόνες που είναι όμοιες γι’ αυτήν σε μορφή (στη θέση και τη διευθέτηση των στοιχείων τους), όπως και σε θέση μέσα στο χώρο; Μόνο σε ό,τι αφορά τη δράση (ενέργεια). Πολύ απλά, είναι εντελώς απαραίτητο ο κασκαντέρ να κάνει, με επαρκή συνέπεια, ό,τι έκανε και ο πρωταγωνιστής πριν αναλάβει δράση ο κασκαντέρ. Δηλαδή, να συνεχίσει να κάνει αυτό που έκανε προηγουμένως και ο πρωταγωνιστής με επαρκή συνέπεια. Αυτό είναι απαραίτητο και για την ονειρική επαναδραματοποίηση του αρχικού συμβάντος.

Παράδειγμα ταύτισης
(Σε μορφή, θέση και ενέργεια)
Αν (π.χ.) είχε σχήμα σταυρού η εικόνα του αρχικού συμβάντος που προκάλεσε το συγκεκριμένο αρνητικό συναίσθημα, τότε στη διάρκεια του ονείρου, όταν θα αναδυθεί αυτό το συναίσθημα στο θυμικό, θα προβληθούν και στη φαντασία όλες οι εικόνες/παραστάσεις/καταγραφές της μνήμης που είχαν παρόμοια μορφή. Οι σταυροί που έχει δει το υποκείμενο στη διάρκεια της ζωής του θα αναδυθούν από τη μνήμη στο προσκήνιο της συνείδησης, και θα υπάρχουν εκεί, στη διάρκεια του ονείρου, ο ένας σαν συνέχεια του άλλου.
- Επίσης, αν ο σταυρός αυτός στο αρχικό συμβάν κατείχε μια θέση σχετικά ψηλότερα από τα άλλα αντικείμενα της εικόνας και από το υποκείμενο, τότε θα ανακληθούν από τη μνήμη μόνο οι σταυροί εκείνοι που κάποτε στο παρελθόν του υποκειμένου καταγράφηκαν σε παρόμοια θέση, ψηλά.
- Επειδή, όμως, στην ενέργεια του συγκεκριμένου συναισθήματος αντιστοιχεί και η συγκεκριμένη εκείνη η εικόνα με την ανάλογη δυνατότητα αντιπροσώπευσης αυτής της ενέργειας, πρέπει και ο σταυρός ή οι σταυροί που θα αντιστοιχηθούν στο όνειρο με το συναίσθημα, να μπορούν να αναπαράγουν και αυτή την ενέργεια που παρήγαγε η εικόνα του σταυρού στο αρχικό συμβάν.
Δηλαδή, εκτός από σωστή μορφή και θέση, οι εικόνες/σταυροί θα πρέπει να είναι παρόμοιοι και σε ενέργεια, (δράση, τρόπο, συ-μπεριφορά). Τότε θα είναι πραγματικά αδύνατο για τη νόηση να ανιχνεύσει κάποια διαφορά μεταξύ τους. 

Έτσι
- Αν  (π.χ.) ο σταυρός που ενέπνευσε το αρνητικό συναίσθημα στο αρχικό συμβάν «έλαμψε ξαφνικά από ψηλά», στο όνειρο θα ανακληθούν από τη μνήμη όλοι οι σταυροί που καταγράφηκαν εκεί στη μνήμη, όταν κάποτε στο παρελθόν «έλαμψαν ξαφνικά από ψηλά», όπως και ο σταυρός στο αρχικό συμβάν.
- Αν πάλι (π.χ.) ο σταυρός του αρχικού συμβάντος «έπεσε από πάνω προς τα κάτω και από αριστερά του υποκειμένου προς τα δεξιά του», τότε στο όνειρο θα ανακληθούν από τη μνήμη όλοι οι σταυροί που κάποτε στο παρελθόν του υποκειμένου «έπεσαν από πάνω αριστερά του προς τα κάτω δεξιά».
- Το ίδιο θα ισχύσει και αν ο σταυρός στο αρχικό συμβάν δονήθηκε ξαφνικά ή κάηκε ή έσπασε ή βράχηκε κοκ.

Προσοχή, όμως, είναι ολοφάνερο ότι όσο αυξάνονται οι προϋποθέσεις, οι κατάλληλες καταγραφές μέσα στη μνήμη λιγοστεύουν δραματικά και η επιλογή των εικόνων/δομικών υλικών για την αναπαράσταση του αρχικού συμβάντος πρέπει να γίνει μέσα από ένα πολύ μικρότερο αριθμό καταγραφών από το παρελθόν. Μπορεί δηλαδή να μην υπάρχει στη μνήμη του υποκειμένου/ονειρευόμενου μνημονική καταγραφή από πρότερο συμβάν όπου κάποιος σταυρός «να έπεσε από ψηλά».
Μπορούμε να φανταστούμε πόσο στενεύουν τα περιθώρια, αν σκεφτούμε την άπειρη περιπλοκότητα με την οποία συμβαίνει η πραγματικότητα για το υποκείμενο κάθε φορά. 

Παράδειγμα 
Σε ένα αρχικό συμβάν ένας σταυρός που βρισκόταν κάπου ψηλά μπορεί να έλαμψε ξαφνικά και μετά να έπεσε από πάνω αριστερά προς τα κάτω δεξιά του υποκειμένου, να χτύπησε πάνω σε ένα στρόγγυλο τσίγκινο πιάτο, να έβγαλε έναν πολύ χαρακτηριστικό ήχο, στη συνέχεια να έκανε ένα συγκεκριμένο γκελ και να πέρασε δίπλα από το κεφαλάκι του μωρού που κοιμόταν στην κούνια και να έπεσε μέσα σε μια λεκάνη με νερό με ένα μεγαλόπρεπο σπλατς! 
Η αλληλουχία του συναισθήματος θα είναι ανάλογη. Όταν ο σταυρός έλαμψε, το υποκείμενο (π.χ.) ένιωσε μια στιγμιαία αισθητική απόλαυση. Όταν άρχισε να πέφτει, άρχισε για το υποκείμενο και μια μικρή αγωνία. Όταν χτύπησε στο πιάτο, ένιωσε ένα συγκεκριμένο φόβο μη σπάσει ο σταυρός. Όταν πέρασε δίπλα απ’ το μωρό, έναν πολύ μεγαλύτερο φόβο μην χτυπήσει το παιδί! Και όταν έπεσε στη λεκάνη, μια ανακούφιση και μια ιλαρότητα από την αναπάντεχη, αλλά όχι και πολύ δυσμενή κατάληξη της όλης τροχιάς που διέγραψε. 

Σημείωση
Εννοείται φυσικά ότι η αλληλουχία των εικόνων μπορεί να συμβεί αρκετά γρήγορα, τόσο που να μη προλάβει να την κατανοήσει το υποκείμενο έτσι, με κάθε λεπτομέρεια. Η καταγραφή όμως του συναισθήματος, της αλληλουχίας των συμβάντων, όπως και της καταγραφής των συγκεκριμένων εικόνων γίνεται ακριβώς έτσι και μπορεί να αναποληθεί με κάθε λεπτομέρεια. Πάντα νιώθουμε και αντιλαμβανόμαστε και θυμόμαστε πολύ περισσότερα από όσα νοούμε ή κατανοούμε. Αλίμονο.

Πάντως, το δίλημμα είναι πρόδηλο: είναι αδύνατον να βρεθεί σε οποιαδήποτε μνήμη ακριβώς η ίδια καταγραφή σε ό,τι αφορά τη μορφή και τη θέση των πρωταγωνιστικών αντικειμένων του συμβάντος, με ταυτόχρονη αντιστοίχηση στην ενέργεια, έστω και μόνο του πρωταγωνιστικού αντικειμένου, τουλάχιστον του σταυρού, για να μην πούμε και όλων των αντικειμένων που πήραν κάποιο μέρος στη δράση αυτού του αρχικού συμβάντος (τσίγκινο πιάτο, μωρό στην κούνια, λεκάνη με νερό κτλ). 
Η απάντηση του ονείρου στο ολοφάνερο δίλημμα είναι η παρομοίωση και το κολλάζ των στοιχείων που απαρτίζουν το σύνολο της εικόνας του ονείρου. Όπως και στην τέχνη. Αυτό το ένα αρχικό συμβάν μπορεί να αποδοθεί στο όνειρο με πολλές εικόνες, ορισμένα κατάλληλα στοιχεία των οποίων, θα αποδίδουν το αρχικό συμβάν με σχετική ακρίβεια. Η μία εικόνα θα υπάρχει πάνω στην άλλη αρμολογημένη έτσι που τα σημαντικά σημεία της να αποτελούν φυσική συνέχεια της άλλης κατά μορφή, θέση και δράση. Στο ίδιο παράδειγμα
-  Για την αναπαράσταση του αρχικού συμβάντος με τον σταυρό που αναφέραμε για παράδειγμα είναι απαραίτητη κατ’ αρχάς, η εικόνα κάποιου σταυρού. Αυτή μπορεί να είναι οποιαδήποτε εικόνα/σταυρός από τις πολλές πρότερες καταγραφές της μνήμης ή όλοι οι σταυροί που έχει δει κατά καιρούς το υποκείμενο σε μία ενιαία σύνθεση.
-  Η λάμψη του σταυρού μπορεί να αποδοθεί με μια εικόνα από ένα κάποιο παρόμοιο σε θέση και μορφή αντικείμενο που είχε λάμψει κάποτε στο παρελθόν με παρόμοιο τρόπο.
Προσοχή! Δε χρειάζεται το πρωταγωνιστικό αντικείμενο να είναι σταυρός σε όλη τη διάρκεια του ονείρου, αρκεί το αντικείμενο που θα τον αντικαταστήσει να μπορεί να έχει κάποια συγγένεια με αυτόν σε μορφή, θέση ή ενέργεια. Π.χ. Ο δάσκαλος, ο Μ., όπως είδαμε στο σχετικό όνειρο («Η δωροδοκία»), μπορεί στη συνέχεια να γίνεται σκούπα, αρκεί να εξυπηρετεί τη θυμική αντιπροσώπευση και ιδίως τη συνέχεια της δράσης.
-   Η πτώση μπορεί να αποδοθεί με την πτώση κάποιου αντικειμένου που έγινε στο παρελθόν με παρόμοιο τρόπο και κατεύθυνση. Μπορεί να αποδοθεί (π.χ.) ακόμα και με ένα πουλάκι που κάποτε πέταξε από ψηλά αριστερά προς τα κάτω και δεξιά, αρκεί να έκανε παρόμοιο βολ πλανέ με τον σταυρό, όταν έπεφτε και αυτός.
-  Και για να μην τα πολυλογούμε, η ονειρική εικόνα στο σύνολό της μπορεί να αποδοθεί με εικαστικά στοιχεία από πολλές άλλες πρότερες εικόνες από το παρελθόν, που είναι καταγραμμένες στη μνήμη του ονειρευόμενου, τέτοιες που στο σύνολό τους να αναπαριστούν και να επαναδραματοποιούν το αρχικό συμβάν και σε μορφή και σε ενέργεια. 

Παρομοίωση
Το ονειρικό κατασκεύασμα είναι σαν μια σειρά καθρέφτες τοποθετημένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, σε τέτοια διευθέτηση που να μπορούν να αντικατοπτρίζουν το αρνητικό αντικείμενο/αποτύπωμα στην επιφάνεια του δέκτη σε όλη του την έκταση. 
Προσοχή όμως! οι καθρέφτες αυτοί δεν αντικατοπτρίζουν την εικόνα του αντικειμένου (γιατί δεν είναι κοινοί καθρέφτες. Αυτοί οι ίδιοι οι «καθρέφτες» είναι εικόνες), αλλά αντικατοπτρίζουν μόνο την ενέργεια που έχει το αρνητικό αποτύπωμα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι εικόνες/ενεργειακά κάτοπτρα, όπως όλες οι εικόνες/παραστάσεις της μνήμης, που στην ουσία τους είναι κάποια βιονευρική ενέργεια σε μια συγκεκριμένη διαδρομή μέσα στο κεντρικό νευρικό σύστημα με επιπτώσεις και αναλογίες σε όλο τον οργανισμό.

Τελικά, όπως και να έχει αυτό, στη διάρκεια της δραματοποίησης του ονείρου, το φορτίο, από μια αλληλουχία ερεθισμάτων που ήταν στο θυμικό, γίνεται μια ανάλογη και αντίστοιχη αλυσίδα ονειρικών εικόνων που προβάλουν στη φαντασία με την ενάργεια της νόησης. Η νόηση είναι ένα στένεμα της συνείδησης που συμβαίνει ευθέως ανάλογα με τη φόρτιση του θυμικού και ό,τι χάνει σε εύρος το κερδίζει σε ενάργεια.

Το ονειρικό συμβάν
Όταν ωριμάσει η στιγμή, το όνειρο συμβαίνει ως κατανόηση των ονειρικών εικόνων, με γραμμική χρονική ανέλιξη, όπως πάντα συμβαίνει στην πραγματικότητα η νόηση και η πραγματικότητα για τη νόηση.
Όταν σημάνει η ώρα του ονείρου, τα στοιχεία του ονειρικού κατασκευάσματος με την επαρκή για τη νόηση ποιοτική σαφήνεια, σαν μαριονέτες ικανές και εντεταλμένες να κάνουν μία και μόνη συγκεκριμένη ενέργεια τη στιγμή που τα διαπερνά το φορτίο του θυμικού, όπως αυτό αναδύεται γραμμικά στο όνειρο,, επαναδραματοποιούν την ίδια (θυμική) ιστορία του αρχικού συμβάντος με άλλες εικόνες.

Δηλαδή: Το όνειρο συμβαίνει για τη νόηση ως ένα δραματικό συμβάν πανομοιότυπου συναισθήματος με αυτό του αρχικού συμβάντος, αλλά με διαφορετικές εικόνες.
Η κατανόηση
Τότε, και μόνον τότε, αντιδρά το μηχανάκι της νόησης μαγνητισμένο από το θετικό πλέον φορτίο πάνω στις ονειρικές επιφάνειες-εικόνες-κομμάτια του ονείρου και τις κατανοεί περιγράφοντας αυτές πλέον (κομμάτι κομμάτι) ακολουθώντας τη γραμμή του φορτίου, κατανοώντας και εκφορτίζοντας τελικά αυτές τις φορτισμένες στη διάρκεια του ονείρου εικόνες/επιφάνειες χώρου, ολοκληρώνοντας τη διαδικασία. Στο όνειρο έχουμε και εικόνες και συναισθήματα και νόημα - φανταστικό έστω.

Δηλαδή: βλέπουμε ότι η αποφόρτιση μπορεί να γίνει και στο όνειρο όπως και στην εγρήγορση αποκλειστικά και μόνο μέσα από αυτήν την ίδια τη νόηση. 

Με άλλα λόγια, η συνείδηση  ποτέ δε δέχεται κάτι, αν αυτό δεν περάσει πρώτα και με επιτυχία μάλιστα από το νοητικό εύρος.
Αυτό βλέπουμε να ισχύει το ίδιο καλά και για την εγρήγορση, αλλά και για το όνειρο! Η νοητική κρίση λειτουργεί το ίδιο ασυμβίβαστη και στο ξύπνιο και στον ύπνο! Μόνο που στο όνειρο η συνείδηση τής παίζει παιχνιδάκια και την ξεγελάει. Της χρυσώνει το χάπι για να το καταπιεί χωρίς ενστάσεις. Για να δεχτεί να νοήσει την αρνητική εικόνα του αρχικού συμβάντος που ήταν ένα ανεπιθύμητο και απωθημένο αισθητήριο εντύπωμα πάνω στην επιφάνεια του δέκτη/φαντασία, που δεν το δεχόταν στην εγρήγορση ακριβώς επειδή ήταν νοητικά/λογικά λανθασμένο και θυμικά αρνητικό και ένας εισβολέας στο σύστημα.
Την έχει πατήσει όμως ο εισβολέας, γιατί με τη διαδικασία αυτή έχει γίνει εντύπωμα-σαν-φέτες-από-σαλάμι-αέρος, γιατί οι ονειρικές εικόνες είναι αληθινές μεν ως τμήματα, αλλά το σύνολο που αποτελούν, η μία δίπλα στην άλλη στη διάρκεια του ονείρου, είναι ψεύτικο γιατί είναι φέτες-φέτες και το αισθητό περιεχόμενο που είναι φέτες και δεν έχει ισχυρή εσωτερική συνέχεια είναι στην ουσία ένα ανύπαρκτο σύνολο.
Οι κρίκοι μόνο όταν γίνουν αλυσίδα μπορούν να μας δέσουν.
Στο τέλος οι αποφορτισμένες πλέον ονειρικές εικόνες-επιφάνειες χώρου αποσυναρμολογούνται χωρίς την ένταση του συναισθηματικού φορτίου που τις κρατούσε δίπλα δίπλα στην ευκαιριακή τους συναρμολόγηση και ξαναγυρίζουν στη θέση τους, στη μνήμη, ως εικόνες ουδέτερες, μέσα στις τόσες που κουβαλάει η μνήμη.
- Αποφορτισμένη εικόνα σημαίνει μια εικόνα στη προσωρινή «λήθη» της μνήμης, όπως
- Φορτισμένη εικόνα σήμαινε μια ενεργό εικόνα στο προσκήνιο της συνείδησης (στη φαντασία, που υπάρχει ως προέκταση και κοινός τόπος μνήμης και θυμικού).

Γλωσσικά: «Α-λήθεια» είναι η «μη-λήθη». Α-λήθεια δηλαδή είναι το αντίθετο της μνήμης, στη λήθη της οποίας υπάρχουν οι καταγραφές σε κατάσταση λανθάνουσα ή «λάθους». Ακριβώς. «Λάθος» είναι το δωρικό αντίστοιχο του «λήθος» που σημαίνει λησμονιά. Α-λήθεια δηλαδή μπορεί να είναι καθετί που θα έχει νοηματική πιστότητα με κάποια καταγραφή της μνήμης. Γι’ αυτό και μόνο η πιστή και αληθής περιγραφή μπορεί να σημάνει τα αντικείμενα/παραστάσεις της μνήμης, να τα ενεργοποιήσει και να τα ανακαλέσει στο προσκήνιο της συνείδησης, στη φαντασία. Να τα κάνει δηλαδή ενεστώσα και ενεργό «πραγματικότητα» γι’ αυτήν.
- «Πραγματικότητα», τώρα, εννοείται η πράξη (ενέργεια, δράση, συμπεριφορά) ,το «πραχθέν», αυτό που συμβαίνει πραγματικά στο θυμικό ως συναίσθημα, στη φαντασία ως ενεργό είδωλο στη μνήμη (μέσα) ή/και ως ενεργός «πραγματική» εικόνα (έξω) στο περιβάλλον.
Με τα ψέματα δεν μπορούν να γίνουν όλα αυτά. Δε συμφωνεί κατ’ αρχάς η νόηση που νοεί μόνο μια πραγματική διευθέτηση σαφών, συνεχών και καθορισμένων ποιοτήτων, που θα είναι απαραίτητα και πιστή αναπαράσταση της μνημονικής καταγραφής. Πίστη σημαίνει πρώτα νοητική συμφωνία και μετά α-λήθεια.
(Σ.σ. Τελικά είναι πολύ απαραίτητη αυτή η «ψευδοπραγμα-τικότητα» του οενρικού κατασκευάσματος).

Μετάλλαξη και αποφόρτιση
Το συναίσθημα στο θυμικό αποζητούσε μια εικόνα να το ανακλάσει σαν αντικατοπτρισμός, στην περιβάλλουσα πραγματικότητα ή στη μνήμη, αδιάφορο. Και αποζητούσε εκείνη την εικόνα ακριβώς και μόνο που μπορούσε να το αναπαράγει με νοηματική πιστότητα. Και μόνο από τη στιγμή που αποφορτίστηκε το φορτίο στο θυμικό έμεινε ελεύθερη και η ονειρική εικόνα να αποσυναρμολογηθεί και τα κομμάτια της να αποσυρθούν στη λήθη της μνήμης. Αυτή η εικόνα ως σύνολο δεν υπάρχει παρά ως «όνειρο» και μόνο.
Σημείωση: Παρατηρούμε ότι το όνειρο μοιάζει (πάρα πολύ για να το αγνοήσουμε) σαν μια μετάλλαξη ενέργειας, που συμβαίνει ανάμεσα στο χώρο της φαντασίας και στο χώρο των  εικόνων της μνήμης, μέσα από το χρόνο του ονειρικού δράματος.
Δηλαδή, από τον ένα χώρο στον άλλο μέσα από το χρόνο (χώρος-χρόνος-χώρος).
Παρατηρούμε επίσης ότι από όλα τα συνειδησιακά εύρη (νόηση, λογική, φαντασία, μνήμη) μόνο η νόηση έχει γραμμική χρονική ανέλιξη. Ταιριάζει. Γι’ αυτό είναι η νόηση μόνο που μπορεί να εκφορτίσει το θυμικό φορτίο. Γιατί μόνο η νόηση, (μέσα από το δικό της χρόνο), μπορεί να μεταλλάξει τις εικόνες στη φαντασία (που εκπροσωπούν το συναίσθημα), σε ανάλογες και αντίστοιχες εικόνες στη μνήμη. Χώρος (εικόνα στη φαντασία)--χρόνος(νόηση της εικόνας)-χώρος (εικόνα στη μνήμη). Ταιριάζει.
Και μάλιστα θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι γι’ αυτό ακριβώς οι οπτικές εικόνες είναι πρωταρχικές και απαραίτητες για τη νοητική λειτουργία και στην εγρήγορση και στο όνειρο. Γιατί αυτές είναι «επιφάνεια» και «χώρος», τόσο μέσα στη φαντασία και τη μνήμη, όσο και έξω στην περιβάλλουσα πραγματικότητα.
Δηλαδή, οι εικόνες της περιβάλλουσας πραγματικότητας (χώρος) στη διάρκεια (χρόνος) της αισθητήριας εμπειρίας μεταλλάσσονται σε εικόνες/παραστάσεις (χώρος), δηλαδή σε χωρικές καταγραφές μέσα στη μνήμη. Χώρος(περιβάλλον)-χρόνος(νόηση) -χώρος (μνήμη).
Γι’ αυτό π.χ. στο όνειρο «Το μπάσκετ» ο προφορικός λόγος (εικόνα στο χρόνο) αντιπροσωπεύτηκε από μπάλες (οπτική εικόνα στο χώρο) όπως και από το νερό (επίσης οπτικό χωρικό περιεχόμενο), που ανάβλυζε στην πηγή, στη βρύση, στη χοάνη.
Στο όνειρο η απωθημένη εικόνα (χώρος) στη φαντασία, μέσα από τη διάρκεια (χρόνος) της νόησής της, καταλήγει ανενεργός και ουδέτερη εικόνα (χώρος) μέσα στη μνήμη.
Φυσικά όλα αυτά είναι καθαρά υποθετικά, αλλά να, ταιριάζουν όλα αρκετά καλά. 

9. Η ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
Το ονειρικό κατασκεύασμα περιγράφεται από τη νόηση χωρίς να ενοχληθεί η συνείδηση που το περίγραμμα του αντικειμένου δεν έχει συνολικό λογικό ειρμό, χάρη σε μια άλλη ιδιότυπη ...διευθέτηση των συνειδησιακών λειτουργιών, που επιτυγχάνεται με μια ιδιόμορφη αναδίπλωση αυτής της ίδιας της συνείδησης στη διάρκεια του ονείρου. 
Στη διάρκεια της νοητικής περιγραφής του ονειρικού κατασκευάσματος δεν είναι παρούσα η συνείδηση με όλο το εύρος που έχει στη διάρκεια της έλλογης εγρήγορσης. Όσα συνειδησιακά κέντρα είναι ενοχλητικά για τη διαδικασία του ονείρου ή μη απαραίτητα απλά...κοιμούνται. Στο όνειρο είναι παρούσα μόνο η νόηση ως γραμμική λειτουργία μέσα στο χρόνο χωρίς παρελθόν ή μέλλον (θεώρηση και επίγνωση του συνόλου). Στη διάρκεια του ονείρου, και όσο αυτό συμβαίνει ως ενεστώς δράμα, η συνείδηση στενεύει τον εαυτό της τόσο, που να μπορεί να προσλάβει μόνο ένα τμήμα του ονειρικού κατασκευάσματος κάθε φορά και να το κατανοεί ως τμήμα και μόνο, αφού το στενό εύρος της πλέον έχει μικρή χωρητικότητα και μπορεί να προσλάβει (να χωρέσει) μόνο ένα μέρος του ονειρικού κατασκευάσματος κάθε φορά, αδυνατώντας να το χωρέσει ως σύνολο. 
Προσοχή! Η συνολική θεώρηση θα ήταν δυνατό να γίνει μόνο με όλο το εύρος της έλλογης συνείδησης, κάτι ανεπιθύμητο όμως για την ίδια τη συνείδηση, γιατί τότε θα προσλάμβανε όλο το ονειρικό κατασκεύασμα με μιας ως συνολική εικόνα και θα «συνειδητοποιούσε» αναγκαστικά ότι το ονειρικό κατασκεύασμα ως σύνολο δεν έχει λογικό ειρμό, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να το δεχτεί  (να το απωθήσει) ως ασυνάρτητο και γι’ αυτό ασυμβίβαστο με τις βασικές της ιδιότητες, που ισχύουν φανερά για την έλλογη εγρήγορση, αλλά και για το όνειρο, όπως βλέπουμε πλέον με αυτή την ανάλυση. 

Με άλλα λόγια, αν μπορούσε η συνείδηση να δει (να συνειδητοποιήσει) ολόκληρο το ονειρικό κατασκεύασμα, θα το απέρριπτε ακριβώς ως ασυναρτησία και λογικά απαράδεκτο! Αλλά δεν μπορεί. Το βλέπει μόνο κομμάτι κομμάτι, επίτηδες και από σχεδιασμό! Γιατί ως κομμάτια είναι σωστά και αληθινά για τη νόηση και σε μορφή, και σε θέση  και σε προσανατολισμό σε σχέση τόσο με το υποκείμενο, όσο και μεταξύ τους, όπως είναι σωστά και σε δράση (ενέργεια, τρόπο, συμπεριφορά).

Η ασυνέχεια του ονείρου
Με αυτή την αναδίπλωση της συνείδησης και επειδή λείπει η λογική που θεωρεί τις διάφορες ποιότητες ως σύνολα/εικόνες, το όνειρο μπορεί και συμβαίνει γι’ αυτήν εντελώς ασύνδετο (ασυνεχές, άσχετο) τόσο μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του ονείρου (που ποτέ δεν γίνονται μία συνολική εικόνα), όσο και με τις άλλες εικόνες της μνήμης, και πολύ περισσότερο, με τις εικόνες της περιβάλλουσας πραγματικότητας.
Ειδικά γι’ αυτή την τελευταία αδυναμία σύνδεσης, είναι φανερό ότι με την απομόνωση του ύπνου το όνειρο συμβαίνει εντελώς ασυνεχές και ασύνδετο με την περιβάλλουσα πραγματικότητα, γι’ αυτό και μπορεί και συμβαίνει με όσο παραλογισμό είναι απαραίτητο αυτό να συμβεί.
Το ονειρικό κατασκεύασμα, δηλαδή, δεν είναι μια εικόνα περιεχόμενο ενός μεγαλύτερου περιέχοντος συνόλου (φόντο), όπως είναι πάντα οι εικόνες της εγρήγορσης, αλλά ένα περιεχόμενο με φόντο το απόλυτο κενό, (το απόλυτο κενό από εικόνες, εννοείται), ακριβώς επειδή στο όνειρο απουσιάζει οποιοδήποτε άλλη εικόνα πέρα από τις εικόνες που ενδιαφέρουν.
Με άλλα λόγια, στο όνειρο βλέπουμε μόνο αυτό που ενδιαφέρει και τίποτε άλλο απολύτως. Το ονειρικό συμβάν είναι μια εικόνα χωρίς λογική σύνδεση με οποιαδήποτε άλλη εικόνα, ούτε της μνήμης, ούτε της περιβάλλουσας πραγματικότητας. Το όνειρο μπορεί να είναι όσο παράλογο και όσο αρνητικό θέλει, αρκεί να μη δομηθεί τελικά σε ένα λογικό πακέτο/εικόνα ή να μη ζητήσει συνέχεια στην έλλογη περιγραφή της πραγματικότητας. Γι’ αυτό κοιμόμαστε και απομονωνόμαστε για να το δούμε.
Στο όνειρο δεν υπάρχουν λογικά πακέτα, γιατί απουσιάζει η λογική, η συνεκτική δύναμη που στην εγρήγορση τα κρατάει ολόκληρα (ως σύνολα), επειδή τα θεωρεί (τα γνωρίζει) ολόκληρα ως σύνολα. Στο όνειρο υπάρχουν χύμα οι ποιότητες, στη θέση τους, όπως είναι καταγραμμένες, με όποια ιδέα/ταξινομούσα αρχή είχαν καταγραφεί, αλλά ελεύθερες για οποιονδήποτε συνδυασμό απαιτήσουν οι φορτίσεις του θυμικού που αναδύονται στη διάρκεια του ονείρου. Το όνειρο συμβαίνει ως νοητική αλληλουχία κάποιας ποιοτικής διάταξης, όπως πάντα συμβαίνει για τη νόηση η πραγματικότητα. Μόνο που η διάταξη αυτή υπάρχει στο όνειρο πρόσκαιρη (για όσο διαρκεί το όνειρο) και μόνη (άσχετη προς οτιδήποτε άλλο). Οι κατανοήσεις των ονειρικών ποιοτήτων μόνο συμβαίνουν, δεν παγιώνονται κιόλα σε λογικά σύνολα, γιατί απουσιάζει η λογική, η δύναμη της επίγνωσης που συνδέει, που συν-έχει αυτά τα σύνολα, ούτε συγκρίνονται καν με άλλα τέτοια εγκατεστημένα λογικά πακέτα, γιατί στο όνειρο αυτά είναι λυμένα και το ποιοτικό τους περιεχόμενο «χύμα». Το όνειρο ολοκληρώνεται κάθε φορά ως μία κατανόηση παρθενική και μόνη και... εγκαταλείπεται αμέσως μετά.

Τελικά, μ’αυτή τη διευθέτηση του εαυτού της, ο χρόνος που καταναλώνει η συνείδηση για την περιγραφή του ονειρικού κατασκευάσματος είναι μόνο το συνεχές παρόν του νοητικού εύρους! Και έτσι καταφέρνει να ...φάει κομμάτι κομμάτι ό,τι της απαγορεύεται να καταπιεί ολόκληρο με μιας.

Η επόμενη μέρα
Πραγματικά, το υποκείμενο στην εγρήγορση της επόμενης μέρας που βλέπει την πραγματικότητα μέσα από τα γυαλιά της έλλογης συνείδησης, συνεπής στις ιδιότητες της τελευταίας ή αδιαφορεί για το περιεχόμενο του ονείρου (όταν και εφόσον το θυμηθεί) ή αδυνατεί να το κατανοήσει, και γενικά αρνείται να το συμπεριλάβει στο οικοδόμημα της έλλογης πραγματικότητας της εγρήγορσης, ΣΑΝ ΣΥΝΟΛΟ και μόνο, γιατί τα τμήματά του τα έχει ήδη αποδεχτεί πλήρως και από καιρό!
Στο όνειρο η συνείδηση δέχεται μία μία όλες τις χάντρες του κομπολογιού χωρίς να δεχτεί το κομπολόι, γιατί λείπει το σχοινάκι, η λογική, που δένει τις χάντρες σε ένα σύνολο, σε ένα ενιαίο αντικείμενο.
Αυτό που κάνει το όνειρο είναι πολύ απλό, αλλά και πολύ έξυπνο!  Είναι αστείο να ακούς τους ανθρώπους στην εγρήγορση της επόμενης μέρας να διηγούνται κάθε φορά τα όνειρά τους, συνήθως ως οικείες επί μέρους εικόνες (άλογα, αξιωματικοί, κουτάλια, γέφυρες κτλ), αλλά ως μυστήριο και εξωτικό σύνολο, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι αυτό ακριβώς είναι το όνειρο.
Η συνείδηση σε όλο το εύρος της όμως, που υπάρχει πλατύτερα από τη νόηση, από τη λογική και από την προσβλέπουσα συνείδηση, έχει διαφορετική θεώρηση της πραγματικότητας και δε φαίνεται να συμμερίζεται την κοντόθωρη γνώμη της λογικής για τη χρησιμότητα του ονείρου και έχει απόλυτο δίκιο. 
Φυσικά, για κάποιο κέντρο της συνείδησης το συνεχές παρόν είναι πιθανόν να μπορεί να αποκωδικοποιηθεί ως σύνολο, αλλά όχι και από την έλλογη συνείδηση στην εγρήγορση της επόμενης ημέρας, η οποία μοιάζει να αδιαφορεί γι’ αυτή την εκδοχή και μάλιστα απορρίπτει την ονειρική κατασκευή (ένα σύνολο χωρίς λογικό ειρμό) και πάλι ως ασυναρτησία, που στην πραγματικότητα έτσι ακριβώς είναι για το εύρος της έλλογης συνείδησης, που στην εγρήγορση πλέον είναι παρούσα κι έχει το πάνω χέρι.
Το ζητούμενο φαίνεται να έχει επιτελεστεί και στο πρωινό ξύπνημα η συνείδηση μοιάζει φρέσκια φρέσκια, ήσυχη και ικανοποιημένη με την ...κατανάλωση του συναισθηματικού φορτίου, αλλά και την ταυτόχρονη εξουδετέρωση του... «αρνητικού αντικειμένου/εισβολέα» πάνω απ’ την επιφάνεια του... «δέκτη/φα-ντασία», ο οποίος, σε τελική ανάλυση, μοιάζει πολύ για να μην το σημειώσουμε, σαν μία περίπλοκη συναισθηματοπαγίδα και η συνείδηση σαν ένας επιδέξιος όσο και πανούργος συναισθηματοκυνηγός με ασίγαστη όρεξη για συναισθηματικό φορτίο. Και αυτό το φορτίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η απλή ενέργεια του Θεού... 

Με άλλα λόγια, η συνείδηση στο όνειρο μοιάζει σαν απλώς να κλείνει τα μάτια για να φάει κομμάτι κομμάτι αυτό που της απαγορεύεται να φάει ολόκληρο και με ανοιχτά τα μάτια στην εγρήγορση. Οι μοναχοί που «βάφτιζαν» ψάρι το κοτόπουλο, για να φάνε κρέας σε περίοδο νηστείας από κάπου πρέπει να είχαν μάθει το κόλπο.
(Σ.σ. Φαντάζομαι ότι θα έπρεπε να το κόβουν και ψιλά ψιλά κομματάκια, για να καταστρέφεται η αρχική εικόνα και να μη φαίνεται ότι το αρχικό σύνολο ήταν κοτόπουλο και όχι ψάρι)
Το κόλπο είναι να δεις έμμεσα (με άλλες εικόνες και άλλες πε-ριγραφές, νοητικές ή λεκτικές) αυτό που αντιστοιχεί στο ίδιο θυμικό ενεργειακό φορτίο. Όπως ο Περσέας είδε έμμεσα, κοιτώντας μέσα από τον καθρέφτη που του είχε χαρίσει η θεά Αθήνα, την τερατώδη μορφή της Μέδουσας: φίδια στα μαλλιά, χάλκινα χέρια, πύρινα μάτια, δόντια χοίρου και φτερά. Κυριολεκτικά εφιαλτικό ονειρικό κατασκεύασμα!

Τελικά
Το θέατρο όπου παίζονται μέρα νύχτα αυτά τα τραγικωμικά παιχνίδια και η ίδια η ιλαροτραγωδία της ζωής, είναι η φαντασία, όπως το ξέρουμε πολύ καλά όλοι από την πλέον κοινή καθημερινότητά μας, εκεί όπου το θυμικό υπάρχει σε ευχερή ζεύξη με την εικόνα.
Η φαντασία (ένα εξειδικευμένο εύρος της συνείδησης) και το θυμικό πάλλονται ταυτόχρονα, ανάλογα και αντίστοιχα με τον παλμό της εικόνας. Το υλικό σώμα ακολουθεί με ανάλογες και αντίστοιχες πράξεις (ενέργειες, συμπεριφορές) τον παλμό και των δύο. Νόηση, θυμική στύση και συμπεριφορά εξαρτώνται άμεσα και απόλυτα από τις εικόνες που παίρνει το υποκείμενο κομμάτι κομμάτι με τα αισθητήρια όργανα από την περιβάλλουσα πραγματικότητα.
Η φαντασία είναι ο θάλαμος επιχειρήσεων στο ρετιρέ, όπου γίνονται οι κατάλληλες ποιοτικές διευθετήσεις των ενεργειακών φορτίων που αναπτύσσονται στα υπόγεια του θυμικού, που είναι η ενεργειακή αποθήκη στη δυναμική συναλλαγή υποκειμένου-αντικειμένου.
Ποιο όμως και που είναι το θυμικό;

                                            σ.τ./Εδεσσα/1.11.90

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τώρα που έφτασα στον επίλογο αισθάνομαι ότι με τον απόλυτο τρόπο που έχω περιγράψει αυτή τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου, έχω δώσει την εντύπωση ότι το όνειρο είναι κάτι σαν μια μηχανική διαδικασία που συμβαίνει κάθε βράδια απαράλαχτα όπως την περιέγραψα. Φαίνεται δηλαδή, σαν να ισχυρίζομαι ότι έχω εξηγήσει πλήρως και με κάθε λεπτομέρεια τη λειτουργία του ονείρου, κάτι που δεν αληθεύει. Το όνειρο ίσως να μην είναι μόνο η επαναδραματοποίηση ενός αρχικού συμβάντος, όπως την περιγράφει η χωροσυναισθηματική του ερμηνεία. Κι ούτε ξέρω τι άλλο ακόμα μπορεί να είναι. Έχω κάνει πολλές σκέψεις και έχω βρει πολλές λογικές συνέχειες τις οποίες έχω αναλύσει διεξοδικά σε άλλη εργασία, αλλά σωστό είναι αυτό το βιβλίο να τελειώσει εδώ, γιατί κάπου θα έπρεπε να τελειώσει.
Αυτός ο επίλογος ολοκληρώνει και διευρύνει κατά κάποιο τρόπο τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου γιατί προσθέτει νέες διαστάσεις στο όνειρο. Ο αναγνώστης που δυσκολεύτηκε να δεχτεί ως ειλικρινείς και αληθείς όλες τις περιγραφές των ονείρων που έχω κάνει μέχρι τώρα, θα πρέπει να οπλιστεί με ακόμα μεγαλύτερη... κατανόηση. Η κατανόηση είναι μια λειτουργία που πηγάζει από μια ψυχική κατάσταση, που και αυτή εμπνέεται από μια αισθητική εμπειρία. Με άλλα λόγια, μόνο ο αναγνώστης που έχει ευχαριστηθεί το κείμενο μέχρι εδώ, μπορεί εύκολα να δείξει και άλλη κατανόηση.
Για επίλογο διάλεξα δύο όνειρά μου που έχω δει τελευταία και πολύ μετά την ολοκλήρωση της κατανόησης της χωροσυναισθηματικής ερμηνείας του ονείρου και την ολοκλήρωση του αρχικού κειμένου. Τα όνειρα αυτά τα έχω ονειρευτεί πραγματικά, όσο εξωπραγματικά και αν μοιάζουν. 

 

* *
*      

Νύχτα 20 προς 21 Αυγούστου 1990 

Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΟ                  
(Ένα όνειρο) 

Στην αρχή βάδιζα σ’ ένα δρόμο με ασυνήθιστα μεγάλη κίνηση. Πεζοί και τροχοφόρα πηγαινοέρχονταν σε όλο του το μήκος. Στη συνέχεια βρέθηκα μέσα σ’ ένα στρατιωτικό φορτηγό κλούβα γεμάτο ηλεκτρονικά όργανα και συσκευές τηλεπικοινωνίας, σαν κι εκείνες που έχουν στις Διαβιβάσεις. Είχα τηλεπικοινωνιακές επαφές με διάφορους φίλους. Στη συνέχεια το όνειρο απέκτησε και κάποιο σεξουαλικό περιεχόμενο, αφού από το δρόμο περνούσαν και διάφορες γυναίκες που δε μ'άφηναν αδιάφορο. Βρέθηκα να βαδίζω δίπλα σε κάποια που ξεχώρισε απ'όλες. Της μιλούσα με ενδιαφέρον και σαν να τη φλέρταρα και λίγο. Είχε μαλλιά καστανόξανθα, ίσια μάλλον κι ένα πρόσωπο στο οποίο δεν φαίνονταν καθαρά τα χαρακτηριστικά.
Εδώ νομίζω μάλιστα ότι είχε πέσει προσωπική λογοκρισία. Επειδή αυτή η γυναίκα θα ήταν φαίνεται κάποιο πρόσωπο από αυτά που δεν θα έπρεπε να αγγίξω σεξουαλικά, πιστεύω ότι ο ίδιος μου ο εαυτός επίτηδες είχε σβήσει τα χαρακτηριστικά της για να μην το θυμάμαι στην εγρήγορση της επόμενης ημέρας, όταν θα ξυπνούσα. Αυτό μου φαίνεται σαν ένα πάρα πολύ λογικό ενδεχόμενο.
Πάντως, όπως και να έχουν όλα αυτά, όταν φλέρταρα την απρόσωπη γυναίκα με κάποια μεγαλύτερη επιμονή, αυτή επιτάχυνε το βήμα της και ανακατεύτηκε με τους άλλους περαστικούς. Χάθηκε στην κίνηση του δρόμου. Θυμάμαι μάλιστα, χωρίς να ξέρω πόσο σημαντική είναι αυτή η λεπτομέρεια, πως όλοι βάδιζαν προς μία κατεύθυνση, απομακρύνονταν προς το βάθος του δρόμου. Κανείς δεν ερχόταν προς τα «εδώ». Μόνο εγώ, αφού έχασα τη γυναίκα από τα μάτια μου, γύρισα προς τα πίσω, προς το ονειρικό «εδώ», μόνος και αντίθετα προς τη φορά που βάδιζαν όλοι οι άλλοι.
Βάδισα για λίγο πάνω σε κάποιον έρημο δρόμο, από αριστερά προς τα δεξιά του ονειρικού χώρου. Είχα την αόριστη αίσθηση ότι ήταν χωματόδρομος και η περιοχή αγροτική, αντίθετα με την προηγούμενη που ήταν αστική, ίσως επειδή ο δρόμος τώρα ήταν ερημικός και ο χώρος είχε την αίσθηση της ανοιχτωσιάς και της απεραντοσύνης που έχει η εξοχή.
Πράγματι ο χωματόδρομος γρήγορα με έβγαλε σε ένα χωράφι. Στρίβοντας λοξά δεξιά, προς τα «εδώ» πάλι, πέρασα μέσα στο χωράφι από ένα άνοιγμα που είχε για είσοδο, εντελώς ελεύθερο, χωρίς πορτόφυλλο ή όποιο άλλο εμπόδιο. Δεν προχώρησα καθόλου προς το κέντρο του χωραφιού, πήγα δίπλα από το άνοιγμα της εισόδου ως τη μέσα μεριά ενός φράχτη από αγριόχορτα που υπήρχε εκεί και ήταν το μόνο σύνορο του χωραφιού με το δρόμο.
Εκεί δούλευαν δύο άνθρωποι. Ενας γεωργός και η κόρη του. Η ασχολία τους έκανε φανερή την ιδιότητά τους χωρίς να ειπωθεί τίποτα σχετικό από οποιονδήποτε. Σκυφτοί, αντικριστοί, ο γεωργός από μέσα και η κόρη από έξω με τα δρεπάνια στα χέρια αμίλητοι, ουδέτεροι και απασχολημένοι καθάριζαν τα αγριόχορτα στο μήκος των συνόρων του χωραφιού με το δρόμο.
Έσκυψα κι εγώ να βοηθήσω παραδίπλα από τον γεωργό κι η κόρη πάντα απ’ έξω. Βρέθηκα μ'ένα δρεπάνι στο χέρι κι εγώ να θερίζω τα χόρτα που τα έβλεπα πεντακάθαρα μπροστά μου.. Ένιωθα μια ευεξία κι ένα ευχάριστο συναίσθημα συντροφικότητας με τον γεωργό και την κόρη του που δούλευε μαζί μου. Το όνειρο άρχισε να αποκτά και μια φανταστική διαύγεια, σχεδόν σαν της εγρήγορσης. Αμέσως όμως με την ένταση της ενάργειας μαζί θαρρείς το όνειρο άρχισε να χαλάει. Πρώτα ήταν κάτι χόρτα από αυτά που έκοβα που μου έμοιασαν σαν αγριογαρίφαλα. Τα κοίταξα προσεκτικά και αναρωτήθηκα ανήσυχος μήπως δεν ήταν σωστό να τα κόβω κι αυτά μαζί με τ’ αγριόχορτα. Όμως δεν ρώτησα κανέναν από τους άλλους αν έπρεπε ή όχι να τα κόβω.  Προσπαθούσα να βγάζω μόνος μου συμπεράσματα. Ένιωσα παράξενα. Ξαφνικά τους αισθάνθηκα ξένους και αυθαίρετη και άστοχη ίσως την ενέργειά μου να αρχίσω να δουλεύω μαζί τους. Προς στιγμή προσπάθησα να συνεχίσω τη δουλειά, βεβιασμένα κάπως και παρά τα αρνητικά συναισθήματα, αλλά η ειδυλλιακή ατμόσφαιρα είχε χαλάσει πλέον ανεπανόρθωτα και από ένα τραγούδι που ακουγόταν όπως δουλεύαμε, σαν από μεγάφωνα που υπάρχουν συνήθως σε στρατόπεδο. Το αναγνώρισα αμέσως, αν και δεν το θυμάμαι τώρα που καταγράφω το όνειρο. Σίγουρα πάντως ήταν ένα φασιστικό τραγούδι. Ίσως το «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει πατέρα». Πάγωσα. Κάτι πήγαινε πολύ στραβά πλέον. 
Αποφάσισα αδίστακτα να σπάσω την περιστασιακή σχέση μου με το σιωπηλό δίδυμο των αγροτών. Κίνησα ήσυχα να αποσυρθώ και πήγα να βγω από το άνοιγμα της εισόδου στο δρόμο για να φύγω χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν.
Όμως η κόρη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε δείξει ότι έδινε σημασία ή ότι είχε προσέξει καν την παρουσία μου, ήρθε με μανία καταπάνω μου σαν ατιμασμένη αρραβωνιαστικιά που την εγκαταλείπει ο σκορδόπιστος!
Συναντηθήκαμε στο άνοιγμα του χωραφιού από όπου και είχα μπει. Μόλις έφτασα εκεί με πρόθεση να βγω προς τα έξω είχε φτάσει κι αυτή από έξω προς τα μέσα, αφού ήταν από την έξω πλευρά του χωραφιού όλη την ώρα. Θανατηφόρα επικίνδυνη και αποφασισμένη. Χωρίς να μου πει τίποτα για να με μεταπείσει ή οτιδήποτε άλλο, και χωρίς να διστάσει στιγμή μου κατέβασε κατάστηθα ένα μαχαίρι με όλη της τη δύναμη. Με κάρφωσε ακριβώς στο στέρνο. Πόνεσα και ξαφνιάστηκα. Δεν περίμενα ότι θα ξεπερνούσε τα όρια και θα έφτανε σ’ αυτό το σημείο. Κυριολεκτι-κά έμεινα κατάπληκτος. Πριν με ξαναχτυπήσει κατάφερα να πιάσω το χέρι της στον αέρα. Γυάλισε το μέταλλο τριγωνικό και ίσιο σαν μικρό τραπεζομάχαιρο με πλαστική άσπρη λαβή μέσα στη φούχτα της. Πάλευα για τη ζωή μου. Σιωπηλά, χωρίς να ειπωθεί κουβέντα από κανέναν από τους δύο μας, παλεύαμε με όλη μας τη δύναμη. Της κράτησα το χέρι πολύ σφιχτά. Της το γύρισα λίγο προς τα πάνω και άλλαξα σημείο απ'όπου το έσφιγγα. Τώρα της κρατούσα την παλάμη κάπως πίσω από το μαχαίρι της για να μην μπορεί να κόψει το δικό μου χέρι που έσφιγγε το δικό της. Έσφιξα πολύ δυνατά για να πονέσει και να αφήσει το μαχαίρι να πέσει κάτω. Έβλεπα λίγη ώρα τα χέρια μας που συστρέφονταν με τη πάλη. Είδα για λίγο καθαρά το χέρι μου που έσφιγγε το δικό της.
Μέσα σε μια στιγμή ήρθε ο θρίαμβος και η καταστροφή. Μόλις την κατάφερα και γύρισα να φύγω με κάρφωσαν στην πλάτη, ακριβώς στο αντίστοιχο σημείο που με είχαν καρφώσει από μπροστά την πρώτη φορά, αλλά από πίσω στο ύψος της ωμοπλάτης. Ο πόνος ήταν συγκεκριμένος και οξύς. «Η μητέρα της!» φώναξα, που δεν την είχα δει ποτέ στο όνειρο, ενώ πιο λογικό θα ήταν να υποπτευθώ και να πάει το μυαλό μου στον πατέρα της, με τον οποίον δουλεύαμε μαζί πριν από λίγο.
Το συναίσθημα της αγωνίας και του τρόμου κορυφώθηκε με το τελευταίο αυτό πισώπλατο χτύπημα, τόσο που ξύπνησα αμέσως.

Τα χέρια
Δεν τελείωσα όμως εδώ. Δεν ήθελα να αφήσω τον έλεγχο. Δεν ήθελα να παραδοθώ τόσο εύκολα. «Μη φοβάσαι! Μη φοβάσαι!», επαναλάμβανα στον εαυτό μου, «Συνέχισε!» Να συνεχίσω τί;
Ναι, κάτι προσπαθούσα να κάνω μέσα στο όνειρο και το περιεχόμενο του ονείρου ήταν φοβερό γιατί κάτι μέσα μου ήθελε να με αποπροσανατολίσει. Δεν ήθελε να μ'αφήσει να δω τα χέρια μου. Γιατί εδώ και λίγο καιρό έχω αποφασίσει να καταφέρω μια γνωστή ινδιάνικη εσωτερική άσκηση: Να βρω τα χέρια μου μέσα στο όνειρο. Αυτό το κοίταγμα δεν είναι παρά μια βουλητική πράξη στη διάρκεια μιας αυτόματης εμπειρίας, που είναι το όνειρο.
Το να θυμηθείς δηλαδή και να κοιτάξεις βουλητικά τα χέρια σου μέσα στο όνειρο σημαίνει να βάλεις τη βούληση (και την έλλογη συνείδηση ως ένα βαθμό) σε ένα χώρο, τον ονειρικό, όπου ο εαυτός το απαγορεύει ή τουλάχιστον σίγουρα δεν το συνηθίζει.
Ο εαυτός μου τον τελευταίο καιρό έκανε την εμπειρία του ονείρου τρομαχτική κάθε φορά που ονειρευόμουν κάτι που είχε να κάνει με τα χέρια (και πιθανώς πλησίαζα να θυμηθώ ότι έπρεπε να τα κοιτάξω), ακριβώς για να αποπροσανατολίσει την πρόθεσή μου αυτή. 

ΤΑ ΤΡΙΑ ΟΝΕΙΡΑ

Από τότε που άρχισα να το σκέφτομαι έχω δει τρία όνειρα («Οι πασιέντσες», «το έκζεμα», «η μάχη για το χώρο») τα οποία, μεταξύ των άλλων, είχαν ως περιεχόμενο και τα χέρια μου και η δράση μέσα στο όνειρο περιστρεφόταν γύρω από αυτά.

Οι πασιέντσες

Στο πρώτο όνειρο έπαιζα χαρτιά. Νομίζω ότι έριχνα πασιέντσες. Δε σκέφτηκα όμως να κοιτάξω τα χέρια μου, παρόλο που φαίνονταν πεντακάθαρα μπροστά μου καθώς έριχνα τα τραπουλόχαρτα γι' αυτό που θα λέγαμε στην εγρήγορση «πολλή ώρα». Η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο παιχνίδι και στα τραπουλόχαρτα, όπως κανονικά θα έπρεπε, αν δεν υπήρχε η εκφρασμένη απόφασή μου να βρω τα χέρια μου στο όνειρο. Τα χέρια μου ήταν εκεί για να προσπαθήσω να τα κοιτάξω, αλλά έχασα την ευκαιρία, που πέρασε ανεκμετάλλευτη.
Με άλλα λόγια δηλαδή, κοίταζα τα χέρια μου, που ήταν μπροστά μου συνεχώς σ’ αυτό το  όνειρο, αλλά σε καμιά στιγμή δεν τα κοίταξα βουλητικά και με επίγνωση ότι τα κοιτάζω, αυτά, και όχι τα τραπουλόχαρτα ή το παιχνίδι.
Όμως το γεγονός ότι την άλλη μέρα, στην εγρήγορση, θυμήθηκα, κατάλαβα και σημείωσα την ευκαιρία ήταν μία πρόοδος, μία κάποια αρχή. Τότε μάλιστα συνειδητοποίησα και για πρώτη φορά ότι αυτές οι σκόρπιες σκέψεις που έκανα εκείνο τον καιρό, να βρω τα χέρια μου στο όνειρο, ήταν πιο σοβαρές από ό,τι τις πίστευα εγώ ο ίδιος. Κάτι μέσα μου όμως τις είχε πιστέψει και ανταποκρινόταν στα σοβαρά.
Στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχα πάρει ακριβώς μια συνειδητή «απόφαση» να βρω τα χέρια μου στο όνειρο. Στην αρχή ήταν μόνο αυτές οι σκόρπιες σκέψεις πάνω σε κάτι που φαινόταν ενδιαφέρον. Σιγά σιγά είχαν δέσει από μόνες σε κάτι πιο συμπαγές, σε κάτι που τώρα πια θα μπορούσα να το πω «απόφαση».

Το έκζεμα

Τη δεύτερη φορά, σε άλλο όνειρο, κοίταξα τα χέρια μου, αλλά με κάποια αγωνία, γιατί είχαν γεμίσει σπυριά και εκζέματα. Είναι φανερό, όπως πίστεψα από την πρώτη στιγμή, ότι σ’ αυτό το όνειρο είχα αρχίσει να θυμάμαι πως έπρεπε να κοιτάξω τα χέρια μου, αλλά ο εαυτός μου με πρόλαβε. Μετέτρεψε το βουλητικό κοίταγμα των χεριών σε ανακλαστική αγωνία για κάποιο έκζεμα που είχαν. Η αγωνία για το έκζεμα είχε παρασύρει την προσοχή μου προς αυτό το ίδιο το πρόβλημα καθαρά και όχι στο γεγονός ότι κοίταζα τα χέρια μου μέσα στο όνειρο, κάτι που είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα, αφού πλέον με απασχολούσε το έκζεμα, και πολύ έντονα μάλιστα σαν πρόβλημα φοβερό και τρομερό. Το βλέμμα μου αμέσως έφυγε από τα χέρια, πήγε στο στέρνο μου, που είχε γεμίσει κι αυτό με το ίδιο έκζεμα και μετά έτρεξε πάνω σ'όλο μου το κορμί. Ήταν ένα πολύ ζωντανό όνειρο κι αυτό.
Κοίταξα τα χέρια μου και παντού με ένταση, εστιάζοντας θέλοντας και μη τη προσοχή μου στο ονειρικό πρόβλημα, τα εκζέματα, που τα έβλεπα σαν κόκκινα και άσπρα σπυριά που γέμιζαν την επιφάνεια πυκνά πυκνά. Δεν έβλεπα πλέον τα «χέρια» αλλά τα εκζέματα και ήταν μια εμπειρία πολύ έντονη και τρομερή. Η διαφορά πρέπει να είναι ελάχιστη αλλά και ταυτόχρονα τεράστια. Στην κυριολεξία κοίταζα τα χέρια μου (επιτέλους!), αλλά έβλεπα μόνο τα εκζέματα, το πρόβλημα, και τίποτα άλλο. Είχα χάσει το παιχνίδι πολύ γρήγορα και πολύ άδοξα, μέσα σε μεγάλη αγωνία για την υποτιθέμενη αρρώστια μου αυτή. Έτσι είχα ξυπνήσει τότε. 
Κάποιος μου έπαιζε παιχνίδια και είχε για όπλο τις εικόνες και τα συναισθήματα, που τα χειριζόταν καταπώς τον βόλευε. Ο «εαυτός» μου έλεγα χωρίς να πολυψάχνω τον όρο. Η λειτουργία που είχε για στόχο ο «εαυτός» μου ήταν η προσοχή μου, την οποία απροπροσανατόλιζε με τα κόλπα του. Πίσω από την προσοχή μου έτρεχε πάντα η νόησή μου και πίσω της η συνείδησή μου, η ψυχή μου, που «κάποιος» δεν την άφηνε να λειτουργήσει βουλητικά μέσα στο όνειρο. Ένα τρενάκι αυτά τα τρία, προσοχή-νόηση-συνείδηση, μια αμαξοστοιχία, που την έσερνε το ευαίσθητο μηχανάκι της προσοχής μπροστά, που πήγαινε όπου τη μαγνήτιζε το οπτικό πρόβλημα που έβαζε μπροστά της ο μάγος εσώτερος εαυτός για να προφυλάξει τα αφύλαχτα χωράφια του.

Η μάχη για το χώρο

Το τωρινό όνειρο ήταν η τρίτη φορά που στο περιεχόμενο κάποιου ονείρου έρχονταν τα χέρια και κάποιο παράξενο παιχνίδι γύρω από αυτά. Το θέρισμα των αγριόχορτων γινόταν με τα χέρια, που κρατούσαν το δρεπάνι σε πρώτο πλάνο. Είχα ακόμη μία πολύ καλή ευκαιρία για να προσπαθήσω να τα «δω».  Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να σκεφτώ μέσα στο όνειρο: «Α! να τα χέρια μου.» Αυτή η σκέψη ήταν μία από τις άπειρες που θα μπορούσα να κάνω στο όνειρο, αλλά αυτή η συγκεκριμένη θα έκανε τη διαφορά. Θα ήταν μια σκέψη που θα την είχα βάλει εγώ ο ίδιος μπροστά μου. θα την είχα προγραμματίσει εγώ βουλητικά και εμβόλιμα μέσα στην αυτόματη αλληλουχία των ονειρικών εικόνων και των σκέψεων.
Και αυτή τη φορά όμως ο «εαυτός» μου έβαζε ανυπέρβλητα εμπόδια ανάμεσα σε μένα και στα χέρια μου. Ήταν ένας μάγος που κατασκεύαζε την πραγματικότητα καταπώς τον συνέφερε. Το παιχνίδι του ήταν να τραβήξει την προσοχή μου μακριά από τα χέρια μου με όποιον τρόπο. Η τεχνική του στην παρεμβολή εμποδίων ήταν αξιοθαύμαστη. Η αρχή του τέλους ήρθε με τα αγριογαρίφαλλα που «ανησύχησα» μήπως και τα κόψω κατά λάθος. Το παιχνίδι χάθηκε ακριβώς εκεί, γιατί η εικόνα τους ενέπνευσε το αίσθημα της ανησυχίας και καταστράφηκε αυτό που είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Έτσι βρέθηκα από τη μία ψυχική κατάσταση (της ενάργειας και της ευεξίας) σε κάποια άλλη (της ανησυχίας), που ήταν εντελώς αντίθετη. Αποπροσανατολίστηκα εντελώς.
Με δυο λόγια δηλαδή, έβαλε ένα αγριογαρίφαλο μπροστά μου και μαγνήτισε την προσοχή μου μακριά από τη βουλητική συνέχεια που επιθυμούσα και είχα προγραμματίσει. Έτσι απλά, αλλά σίγουρα. Δε χρειαζόταν τίποτα περισσότερο. Τίποτα πιο εντυπωσιακό ή πιο δραματικό. Στη συνέχεια με οδήγησε όπου ήθελε. Μετά ήρθε το φασιστικό τραγούδι, όταν επέμενα να συνεχίσω με το ζόρι το θέρισμα, και αυτό ήταν το δεύτερο και μεγαλύτερο εμπόδιο που με ανάγκασε να τα παρατήσω και να σηκωθώ να φύγω, γιατί ήταν σφάλμα που προσπάθησα να εκβιάσω τα πράγματα αντί να πετύχω κάπως τη φυσική τους ανέλιξη προς τα εκεί που ήθελα.
Η «προδομένη αρραβωνιαστικιά μου» πρέπει να ήταν η ίδια μου η βούληση, που είχε προγραμματιστεί με την απόφασή μου να δω τα χέρια μου, η οποία, παρόλο που στο όνειρο φάνηκε σαν θανάσιμος εχθρός που είχε έρθει να με μαχαιρώσει, στην πραγματικότητα αυτή είχε έρθει να με βοηθήσει να δω το χέρι μου, γιατί κρατούσε ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ το μαχαίρι και αυτό το χέρι ήταν που έπιασα και κράτησα για πολύ ώρα ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΧΕΡΙ για να την αποκρούσω.
Σκέφτομαι δηλαδή, ότι εφόσον η ονειρική δράση είχε επικεντρωθεί σε κάποιο χέρι, σημαίνει ότι πιθανόν θα είχε να κάνει με την αποφάσή μου αυτή να βρω τα χέρια μου στο όνειρο. Είναι πολύ λογικό. Και αφού η γυναίκα στο όνειρο με τις ενέργειές της είχε φέρει τη δράση να περιστραφεί γύρω από τα χέρια μας, ήταν σύμμαχος σε ό,τι αφορούσε την απόφασή μου να δω τα χέρια μου, έστω κι αν στο όνειρο εμφανίστηκε σαν εχθρός. Κάποιος, ίσως αυτός ο ίδιος μου ο φόβος για το άγνωστο, την έκανε να φαίνεται σαν εχθρός.
Φαίνεται πως στο όνειρο βλέπεις σαν εικόνα ό,τι έχεις στο θυμικό σαν παρούσα επιθυμία, σαν ενεστός συναίσθημα. Το όνειρο είναι σαν ένα στιγμιαίο θερμοκήπιο, όπου τα συναισθήματα ζωντανεύουν σε κινούμενες εικόνες. Εγώ φαίνεται ότι φοβόμουν αυτή την ίδια την απόφασή μου να βρω τα χέρια μου στο όνειρο και έτσι είδα αυτό το αίσθημα του φόβου να υλοποιείται σαν γυναίκα που ερχόταν να μου κάνει κακό με το μαχαίρι ακριβώς εκεί, σε αυτό που ήθελα και φοβόμουν να δω: στο χέρι της. Η βούλησή μου έμοιαζε κι αυτή σαν μάγος, που είχε τα δικά του μέσα να τραβήξει την προσοχή μου προς το σημείο που ήθελε. Και ήταν βίαιη, όπως βίαιος είμαι κι εγώ καμιά φορά στην πραγματικότητα.
Το όνειρό μου αυτό ήταν ένα θανάσιμο παιχνίδι ανάμεσα σε δύο μάγους, που μεταμόρφωναν μια ο ένας και μια ο άλλος την ψυχική πραγματικότητα και τα δεδομένα του ονείρου, παίζοντας μπαλάκι με την προσοχή και την αντίληψή μου, ανάλογα με την αρχική εγγραφή που είχα κάνει εγώ, βάζοντας στόχο μέσα στην ψυχή μου να βρω τα χέρια μου στο όνειρο. Η απόφαση μόνο ήταν δική μου. Και το πείσμα σίγουρα.   

Το τέλος του παιχνιδιού
Έτσι βρέθηκα εντελώς ξύπνιος, τρομαγμένος από το παιχνίδι των εντυπώσεων, να επαναλαμβάνω στον εαυτό μου «Μη φοβάσαι. Μη φοβάσαι», όχι -καθόλου- για να του δώσω ψεύτικο θάρρος, αλλά μόνο για να μη χάσω, από άχρηστο φόβο προς την απατηλή επιφάνεια, το μυστήριο και πραγματικό περιεχόμενο του βάθους. Ο φόβος προς τις ψεύτικες εικόνες του ονείρου είναι κι αυτός ένας ψεύτικος και αποπροσανατολιστικός φόβος. Αυτός είναι που ξεκινάει όλα τα προβλήματα γιατί ξεκινάει όλες τις αρνητικές εικόνες. Ο φόβος. Στην πραγματικότητα το παιχνίδι παίζεται σε άλλο επίπεδο.
Όμως, όσο αποπροσανατολιστικός κι αν ήταν ο φόβος μου, για μένα εκείνη τη στιγμή ήταν πολύ πολύ υπαρκτός και έντονος. Τη στιγμή που ξύπνησα διακατεχόμουν καθαρά από δύο αντίρροπες ψυχικές φορτίσεις. Η μία ήταν ο φόβος που μου είχε προκαλέσει το όνειρο όπου με είχαν μαχαιρώσει κανονικά και μάλιστα δύο φορές. Η δεύτερη καθοδηγητική δύναμη ήταν η περιέργειά μου, η επιθυμία μου να δω και να καταλάβω. Μία δυνατή ερευνητική διάθεση, που ερχόταν από μέσα μου βαθιά και δε λογάριαζε τίποτα! Ήταν αυτή η ίδια ποιότητα και δύναμη της βούλησης που έψαχνε να βρει τα χέρια μου μέσα στα απαγορευμένα χωράφια  του βαθύτερου εαυτού, κόντρα στον μάγο εαυτό, που πάλευε με νύχια και με δόντια να μην εγκαταλείψει ούτε μια σπιθαμή από τα κεκτημένα.
Αυτή η διάθεση να δω και να καταλάβω, όσο πεισματικά λανθασμένη στην αρχή, ήταν που με κρατούσε σε ηρεμία και έλεγχο, σε αντίθεση με τον τρόμο που μου είχε προκαλέσει το όνειρο.
«Μη φοβάσαι. Μη φοβάσαι», επαναλάμβανα ήρεμα όσο μπορούσα, προσπαθώντας να κατασκευάσω μια σχεδία ήρεμης αυτοκυριαρχίας μέσα στον ωκεανό του φόβου. Μάλλον θα είχα αρχίσει να καταλαβαίνω πια πως μόνο η ηρεμία θα μπορούσε ίσως να κερδίσει και όχι η βία.
Αυτές ακριβώς οι δύο αντίθετες δυνάμεις που επενεργούσαν μέσα μου εκείνη τη στιγμή της βιαστικής μετάβασης στην εγρήγορση είχαν πάνω μου και στη γύρω πραγματικότητα το εξής παράξενο αισθητήριο αποτέλεσμα: Στην αρχή, κυνηγημένος από το φόβο, αναδύθηκα κακήν κακώς στην καθημερινή πραγματικότητα και βρήκα τον εαυτό μου ξαπλωμένο ανάσκελα στο κρεβάτι μου, μέσα στην σκοτεινή μου κρεβατοκάμαρα, όπως τη φώτιζε πολύ αμυδρά σε ορισμένα σημεία του τοίχου το φως από την κολόνα του δρόμου. Αμέσως ενήργησε η κατευναστική δύναμη του «μη φοβάσαι» και βρέθηκα ξανά πίσω, κατ'ευθείαν μέσα στο όνειρο, στο ίδιο χωράφι, και αμέσως μετά βρέθηκα σε μια διλημματική και πρωτόγνωρη για μένα κατάσταση ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες, του ονείρου και της εγρήγορσης. Είχα συνείδηση της γύρω πραγματικότητας της κρεβατοκάμαρας με όλο το καθημερινό της περιεχόμενο, με τα μεγέθη, τον προσανατολισμό και τις ποιότητες όλες στη θέση τους, και ταυτόχρονα το κεφάλι μου μόνο θαρρείς και ήταν βουτηγμένο μέσα σε μια τρύπα, όπου κυριαρχούσε μία άλλη πραγματικότητα, με όλες τις εικόνες, τα μεγέθη, τις ποιότητες και τη δράση της, η πραγματικότητα του ονείρου, εντελώς διαφορετική από την πραγματικότητα της κρεβατοκάμαρας.
Το παράξενο ήταν ότι η συνείδησή μου μπορούσε κάπως και θεωρούσε και τις δύο αυτές πραγματικότητες για όσο διάστημα κράτησε αυτή μου η εμπειρία και μπαινόβγαινα από τη μία στην άλλη. Μπορούσα να δω γύρω μου την κρεβατοκάμαρα, όπως μπορούσα να δω και την εικόνα του ονείρου με τη διαύγεια και όλη τη βουλητική συναίσθηση που έβλεπα κάθε εικόνα της εγρήγορσης. Η αντίληψή μου κάπως δεν είχε καμιά δυσκολία να υπάρχει μέσα σε οποιαδήποτε από τις δύο πραγματικότητες αρκεί να άλλαζε η προοπτική, το σημείο θέασης των πραγμάτων.
Για μερικά δευτερόλεπτα έμπαινα και έβγαινα έτσι από το όνειρο στην περιβάλλουσα πραγματικότητα της εγρήγορσης. Είτε στην κρεβατοκάμαρα είτε στο χωράφι του ονείρου ένιωθα φυσιολογικά και είχα σωστή σχέση με το χώρο και τα διάφορα αντικείμενα, αλλά όμως στην ταυτόχρονη θεώρηση και στη σύγκριση του ενός προς το άλλο αυτά είχαν εμφανή διαφορά για την αντίληψή μου, που μπορούσε πλέον και τα συνέκρινε για πρώτη φορά.
Αυτή η σύγκριση ήταν μια ξεχωριστή εμπειρία. Τα μεγέθη της ονειρικής πραγματικότητας φαίνονταν μικρότερα από τα μεγέθη της πραγματικότητας της εγρήγορσης. Και μάλιστα τα μικρότερα μεγέθη του ονείρου ήταν σαν να περιέχονταν κάπως μέσα σε αυτά της εγρήγορσης, ακριβώς όπως, για παράδειγμα, τα μεγέθη της τηλεόρασης περιέχονται μέσα στα μεγέθη της πραγματικότητας και ένας ελέφαντας ή ένα υπερωκεάνιο μέσα στην τηλεόραση μοιάζουν σαν να «χωράνε» μέσα στην κρεβατοκάμαρα μας, η οποία περιέχει την τηλεόραση, η οποία με τη σειρά της περιέχει και τον ελέφαντα και το υπερωκεάνιο.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η αντίληψη δεν έχει πρόβλημα να υπάρξει ούτε με τα μεγέθη της τηλεόρασης ούτε με τα μεγέθη της κρεβατοκάμαρας. Προσαρμόζει τον εαυτό της και στα δύο, εναλλάξ και αυτόματα χωρίς φανερό πρόβλημα. Με τη διαφορά ότι σ’ αυτή μου την εμπειρία μπαινόβγαινα πότε μέσα στην «τηλεόραση» του ονείρου, που ήταν τότε η αποκλειστική μου πραγματικότητα χωρίς δυνατότητα άλλης σύγκρισης, και πότε μέσα στην πραγματικότητα της κρεβατοκάμαρας, που ήταν τότε αυτή η μόνη και αποκλειστική πραγματικότητά μου. Όμως υπήρξαν και κάτι στιγμες που τα έβλεπα και τα δύο, δίπλα δίπλα για πρώτη φορά, και μπορούσα να τα συγκρίνω.
Με άλλα λόγια, δηλαδή, στη διάρκεια της εμπειρίας μου αυτής υπήρξε μία επίγνωση της κρεβατοκάμαρας, μία επίγνωση του ονειρικού χωραφιού και μία επίγνωση των δύο επιγνώσεων.
Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτή η προσαρμοστικότητα της αντίληψης στα διαφορετικά μεγέθη, αν και αυτό δεν είναι τίποτα ακατανόητο. Αυτή η προσαρμοστικότητα της αντίληψης γίνεται φανερή στον καθένα μας καμιά φορά με κάτι φωτογραφίες που απεικονίζουν αντικείμενα τέτοια που δεν μπορεί να υπολογιστεί το μέγεθός τους και χρειάζεται να μπει κάποιο γνωστό αντικείμενο, ένας άνθρωπος για παράδειγμα, ο οποίος με το οικείο του μέγεθος είναι ένα γνώριμο αρχικό σημείο αναφοράς που δίνει στο σύνολο της εικόνας τις πραγματικές της διαστάσεις για να μπορέσει η αντίληψη και η συνείδηση να αντιληφθεί «σωστά» και να προσαρμόσει τον εαυτό της στις διαστάσεις αυτές, όποιες και αν είναι αυτές.
Με άλλα λόγια, δηλαδή, μπορεί να βλέπεις μια φωτογραφία και στην αρχή να νομίζεις ότι ο καταρράκτης που φαίνεται δεν είναι και πολύ ψηλός (τον υπολογίζεις τέσσερα-πέντε μέτρα ύψος), αλλά μόλις προσέξεις τη φιγούρα του ανθρώπου σε κάποια γωνιά, αναθεωρείς τις εκτιμήσεις σου και αντιλαμβάνεσαι ότι ο καταρράκτης θα έχει πολύ μεγάλο ύψος, πάνω από είκοσι μέτρα, ας πούμε. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση η αντίληψή σου προσαρμόζεται αρκετά εύκολα στις διαστάσεις και αντιλαμβάνεται τα υπόλοιπα στοιχεία της φωτογραφίας ανάλογα. Απλώς για όσο καιρό πίστευες ο καταρράκτη ήταν πιο χαμηλός νόμιζες και ότι η κοτρόνα μπροστά στον καταρράκτη ήταν βότσαλο και το δέντρο θάμνος.
Έτσι και στην κατάσταση αυτή που βρέθηκα, ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες, η αντίληψή μου είχε τέτοιες σχέσεις προοπτικής και προσαρμογής με τα μεγέθη και γενικά με την πραγματικότητα της κρεβατοκάμαρας από τη μία και της ονειρικής εικόνας από την άλλη. Προσαρμοζόταν εναλλάξ και στη μία και στην άλλη και ένιωθα κανονικά, άνετα και φυσιολογικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τα μεγέθη, που μόνο στην ταυτόχρονη εποπτεία φαίνονταν πως ήταν διαφορετικά.
Μετά από αυτό συνειδητοποίησα ότι η αντίληψη έχει μεγάλη προσαρμοστικότητα σε ό,τι αφορά γενικά το μέγεθος. Είναι γνωστό αυτό από την καθημερινή πρακτική. Μπορείς να δεις μία φωτογραφία μεγάλων διαστάσεων (π.χ. 50 Χ 50 εκατοστά) και την ίδια φωτογραφία, δίπλα δίπλα, σε σμίκρυνση (π.χ. 5 Χ 5 εκατοστά) και το βλέμμα σου να πηγαίνει από τη μικρή φωτογραφία στη μεγάλη χωρίς να γίνεται φανερό κανένα σοβαρό πρόβλημα μεγέθους για την αντίληψη, που προσαρμόζεται κάθε φορά αυτόματα και αβίαστα στα μεγέθη της κάθε φωτογραφίας.
Το κλειδί για την κατανόηση της λειτουργίας της αντίληψης σε ό,τι αφορά τα μεγέθη της εγρήγορσης και του ονείρου, είναι ότι στο παράδειγμα αυτό με τις δύο φωτογραφίες (με τη δεκαπλάσια διαφορά στο μέγεθος) έχουμε και τις δύο μπροστά μας ταυτόχρονα, όπως επίσης ταυτόχρονα έχουμε και την περιβάλλουσα πραγματικότητα με τα οικεία μεγέθη της, μέσα στην οποία υπάρχουν (εμπεριέχονται) οι δύο φωτογραφίες. Όσον αφορά το μέγεθος δηλαδή, σ’ αυτό το παράδειγμα με τις δύο φωτογραφίες, έχουμε ταυτόχρονη εποπτεία της συνείδησης πάνω σε τρία διαφορετικά επίπεδα (μικρή φωτογραφία, μεγάλη φωτογραφία και πραγματικότητα). Και μάλιστα έχουμε αυτό το επίπεδο της οικείας πραγματικότητας της εγρήγορσης, ως έγκυρο κέντρο αναφοράς, συμβατικό μεν αλλά αναμφισβήτητο (ιστορικό και πανανθρώπινο).  Αυτό είναι που στην ταυτόχρονη εποπτεία κρατάει με την (έστω και συμβατική) αυθεντικότητά του τα διάφορα επίπεδα στη θέση τους και τις όποιες κεντρόφυγες τάσεις σε έλεγχο. Η κοινή και ισχυρή μας πίστη ότι αυτό το επίπεδο της πραγματικότητας είναι το κεντρικό, το έγκυρο και αυταπόδεικτο σημείο αναφοράς για όποιο άλλο επίπεδο. Αυτό ακριβώς είναι που λείπει από το όνειρο και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη διαφορά. Το όνειρο συμβαίνει πάντα και για όλους εντελώς αποκομμένο από την πραγματικότητα της εγρήγορσης. Το όνειρο μπορεί και λειτουργεί, επειδή λείπει από μέσα του οποιοδήποτε «πραγματικό» σημείο αναφοράς. Εκτός από αυτή την τελευταία φορά για μένα.

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου τώρα, ανάσκελα, είχα συνείδηση της κρεβατοκάμαρας γύρω μου, μαζί και το κεφάλι μου με το συγκεκριμένο του μέγεθος, μέσα στα οικεία μεγέθη των αντικειμένων της κρεβατοκάμαρας και μέσα στο κεφάλι θαρρείς, είχα ολοζώντανη και την εικόνα του ονείρου, η οποία σε λίγες φευγαλέες και τόσο σπουδαίες για την επίγνωσή μου στιγμες φάνταξε με μικρότερα μεγέθη από αυτά της οικείας πραγματικότητας, τα οποία προς στιγμή μπορούσα να τα θεωρήσω ταυτόχρονα κάπως ή δίπλα δίπλα με τα μεγέθη της εγρήγορσης. Το θέμα ήταν απλά και μόνο ποιον από τους δύο χώρους θα διάλεγα για να υπάρξω. Στον έναν (κρεβατοκάμαρα) με ωθούσε ο φόβος, στον άλλον (ονειρικό χωράφι) η περιέργεια. Όπως πάντα δηλαδή, το συναίσθημα (φόβος ή περιέργεια) ήταν καθαρά ο πιλότος των ψυχικών μου επιλογών. 
Τελικά παρέμεινα στο όνειρο, παρόλο που ήμουν πραγματικά πολύ φοβισμένος. Κοίταζα, κοίταζα με δέος, προσπαθώντας να είμαι όσο μπορούσα πιο ήρεμος. Ο ονειρικός χώρος άλλαζε. Έβλεπα σαν από μέσα διάφορα μυστήρια όργανα (σπλάχνα, σιαγόνες) να κινούνται αργά με τη ζωική λειτουργία σαν σε τομή ζωντανού οργανισμού. Ένιωθα τη βαθιά ανάσα του μέσα από τις εσωτερικές του λειτουργίες για λίγο. Ο... «εαυτός» με αποπροσανατόλιζε πάλι, αντί για τον εσώτερο ψυχικό εαυτό μού έδειχνε μια γκροτέσκα και φοβερή εικόνα ενός εσώτερου οργανικού εαυτού. Έβλεπα από πολύ κοντά, σχεδόν εξ επαφής, τα σπλάχνα, μέσα στο αίμα, να λειτουργούν φυσιολογικά με την ανάσα του οργανισμού. Μετά είδα ένα πρόσωπο σαν ζωγραφισμένο, προφίλ ίσως, γιατί είδα μόνο το ένα μάτι να με κοιτάει ακίνητο. Μεγάλωσε και παραμορφώθηκε για λίγο. Μετά άλλαξε και ήταν ζωγραφισμένο θαρρείς πάνω σε έναν καμβά γιατί διακρινόταν πεντακάθαρα η ύφανση του καμβά κάτω από τη ζωγραφιά.
Για μια στιγμή είδα την κρεβατοκάμαρα πάλι μέσα στο ίδιο μοτίβο του καμβά. Μετά πάλι το πρόσωπο και τέλος βρέθηκα κανονικά στην κρεβατοκάμαρα. Εντελώς ξύπνιος. Φοβόμουν. Άπλωσα το χέρι μου και άναψα το πορτατίφ. Η ώρα ήταν ακριβώς 3.40'. Παρέμεινα έτσι ξαπλωμένος για λίγη ώρα μέχρι να συνέλθω κάπως. Κοίταξα τον τοίχο απέναντί μου. Το βλέμμα μου σταμάτησε σε έναν υφαντό πίνακα που έχω εκεί, ακριβώς απέναντι από το κρεβάτι μου. Το πρόσωπο του υφαντού πίνακα με είχε οδηγήσει από το όνειρο στην κρεβατοκάμαρα. Άψυχο τώρα, όπως όλα τα αντικείμενα στην πραγματικότητα της εγρήγορσης, με κοίταζε από απέναντι με το υφασμένο του μάτι, όταν το κοίταζα κι εγώ.
Προσπάθησα να σκεφτώ τι θα έπρεπε να κάνω στη συνέχεια. Δεν ήξερα τι να περιμένω. Φοβόμουν και δεν ήξερα πως ακριβώς θα φύγω από το φόβο. Δεν τολμούσα να σβήσω το φως για να ξανακοιμηθώ. Σε λίγη ώρα όμως ξεχάστηκα και ξανακοιμήθηκα βαθιά μέχρι το πρωί. Τρομαχτικό ή όχι το ονείρεμα, δεν μπορούσα να κάνω και χωρίς ύπνο.

Το πρωί ξύπνησα στις 7.55'. Κάθισα αμέσως και τα κατέγραψα όλα κι έκανα και μια πρώτη ανάλυση, που είχα μεγάλη ανάγκη να τα κατανοήσω κάπως, να καταλάβω τι μου είχε συμβεί. Έψαχνα λογικές εξηγήσεις για να ησυχάσω. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.
Κατ’ αρχάς σκέφτηκα πως είναι δυνατό να σταθεί η περιγραφή αυτής της εμπειρίας χωρίς να είναι αναγκαίο να εφευρεθεί ένας «εσώτερος εαυτός» για να δέσει τα σκόρπια κομμάτια της.
Θα μπορούσαμε δηλαδή, να πούμε ότι υπάρχει ένας εσωτερικός χώρος (η φαντασία, με άλλα λόγια) όπου στο όνειρο τα συναισθήματα ζωντανεύουν ως αισθήματα, ως εικόνες, που αντανακλώνται, διαστρέφονται, πολλαπλασιάζονται και παγιδεύουν την προσοχή και την αντίληψη (και σε τελική ανάλυση τη συνείδηση) με το φοβερό τους περιεχόμενο. Σαν το θάλαμο με ους παραμορφωτικούς καθρέφτες. Δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο δηλαδή να πούμε πως τα συναισθήματα που φορτίζουν την ψυχή έχουν από μόνα τους μια εγγενή δύναμη να ταξιδεύουν το νου, με εικόνες, χωρίς να υπάρχει «κάποιος» που να κατευθύνει αυτή την παραμόρφωση έξω από αυτή την ίδια τη δική τους δράση, η οποία από μόνη της βάζει σε κίνηση την παραμορφωτική της αντίδραση. Όπως το είδωλό μας στον παραμορφωτικό καθρέφτη υπάρχει επειδή υπάρχουμε εμείς και κουνιέται μόνο όταν κουνηθούμε εμείς, έτσι και οι εικόνες στο όνειρο αναφύονται μόνο όταν αναφυεί κάποιο ανάλογο συναίσθημα και αλλάζουν, κινούνται ή παραμορφώνονται, όπως αλλάζει το συναίσθημα.
Φυσικά το ίδιο πρέπει να ισχύει και αντίστροφα, γιατί είναι γνωστό από την κοινή καθημερινότητα ότι και η κάθε εικόνα μπορεί και εμπνέει ανάλογα συναισθήματα. Ο ονειρικός χώρος μπορεί να μεγεθύνει και να διαστρεβλώνει τις εικόνες και τα συναισθήματα επειδή εικόνα και συναίσθημα αλληλοεπηρεάζονται και το ένα γεννά, μεγεθύνει και διαστρεβλώνει το άλλο. Κάθε δράση έχει διπλή ανάδραση. Μια ατέλειωτη ηχώ, όπως στους αντικριστούς καθρέφτες.
Σ.σ. Όπως η αρχική μικροανησυχία μου έγινε αγριογαρίφαλο, το αγριογαρίφαλο έγινε μεγεθυμένος φόβος και ο φόβος μου αμέσως μετά έγινε φασιστικό τραγούδι το οποίο ακουγόταν σε μεγάλη ένταση σαν από μεγάφωνα, κάτι που μεγάλωσε ακόμα περισσότερο το φόβο μου, τόσο που σηκώθηκα αμέσως να φύγω αποκεί. Συνεχής αυτοπόλωση και κλιμάκωση συναισθημάτων και εικόνων.
Το όνειρο μοιάζει να είναι ένα παιχνίδι πολύ ευαίσθητων ισορροπιών ανάμεσα στις εικόνες του νου και στις ανάλογες φορτίσεις του θυμικού. Δεν υπάρχει κανείς άλλος εκεί να τα κατευθύνει. Είναι μια σκέψη που μου αρέσει. Δίνει μια ελπίδα, όσο ανεπαίσθητη, κι ένα δρόμο προσπέλασης σε αλλιώς απροσπέλαστους ψυχικούς χώρους. Γιατί αν ισχύουν έτσι όλα αυτά, τότε αρκεί η ψυχραιμία, η πραγματική και τέλεια ισορροπία του θυμικού, για να σταθεροποιηθεί κάπως και η τόσο ευαίσθητη ισορροπία των εικόνων. Λογικό είναι. Απλώς και μόνο δε θα πρέπει να σε φορτίσει κανένα παράταιρο συναίσθημα την κρίσιμη στιγμή.
Είναι απλό στη σύλληψή του. Αν και με την πρώτη φαίνεται ανέφικτη η χάραξη κάποιας βουλητικής πορείας μέσα στην ονειρική πραγματικότητα, μια και η βούληση, που θα μπορούσε να καθοδηγήσει τις επιλογές του ονειρευόμενου, λείπει από το όνειρο. Εκεί υπάρχουν μόνο οι επιθυμίες. Όμως μπορεί να είναι αρκετές. Αρκεί να είναι οι σωστές, για να εμπνεύσουν τις κατάλληλες εικόνες. Πόσο δύσκολο φαίνεται αυτό!... Όσο δύσκολο ήταν να βρει το Άγιο Δισκοπότηρο ο σερ Γκάλαχαντ. Ο μόνος ψυχικά άψογος από όλους τους ιππότες. Η αναζήτηση του Αγίου Δισκοπότηρου, του Ηoly Grail, ήταν αναζήτηση εξωτερική ταυτόχρονα και εσωτερική, και αυτός που είχε τέλεια καθαρή ψυχή (και όχι ο πιο δυνατός, ο σερ Λάνσελοτ) ήταν ο μόνος που μπόρεσε και πέρασε ως το τέρμα του το δρόμο που είχε χαράξει αρχικά η ευγενική επιθυμία της ανεύρεσης του Αγίου Δισκοπότηρου.
Μόνο σε μια τέτοια καθαρή ψυχή θα μπορούσε να φυτευτεί αυτή η ευγενική επιθυμία και να είναι η μόνη. Και ακόμα περισσότερο η καθαρή ψυχή είναι αναγκαστικά αθώα και ταπεινή. Η ταπεινότητα σημαίνει πρώτα απ'όλα απουσία επιθυμιών. θυμική καθαρότητα. Είναι κάτι πολύ λογικό. Έπρεπε να είναι καθαρός από όποια άλλη θυμική παρεμβολή στην ευόδωση αυτής της μιας και μόνης επιθυμίας του, για να μην ξεπετάγονται μπροστά του οι ανεπιθύμητες παρεμβολές σαν φοβεροί Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες σε κάθε γωνία. Πραγματικά «δεν έπρεπε να τους φέρει εντός του». Ο καθένας έχει στη φαντασία τις εικόνες που αξίζει η αθωότητά του, η ταπεινότητα του θυμικού του.
Σ'αυτό το ονειρικό ταξίδι, όσο απίθανο κι αν φαίνεται, η άψογη ταπεινότητα ενός γενναίου με καθαρή ψυχή, που τη φορτίζει μία και μόνη συγκεκριμένη και σταθερή επιθυμία, είναι ένας κάποιος μίτος, όσο δύσκολος, στην παντελή απουσία οποιουδήποτε άλλου. Είναι σαν να ταξιδεύεις στα άστρα με την προσευχή.
Είτε έτσι είτε αλλιώς πάντως, την άλλη φορά θα πρέπει να φροντίσω να είμαι και εγώ πιο απλός, πιο ήρεμα ψύχραιμος και ουδέτερος, όπως το ζευγάρι του ονείρου. Η αρχή έγινε. Απέκτησα από πρώτο ...«χέρι», μια καλή ιδέα από τα κόλπα που χρησιμοποιεί ο...  «εαυτός» για να φυλάξει τ’ αμπέλια του. Από τον τρόπο που χειρίζεται την εικόνα και το συναίσθημα για να αποπροσανατολίσει την προσοχή και την αντίληψη εισβολέα στα πιο μύχια βάθη του. Πραγματικά «ο φόβος φυλάει τ’ αμπέλι» ...ιδίως όταν αυτό είναι ξέφραγο!

1.9.90 

* *
*

12.5.91

Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ

Μετά από αυτό το όνειρο ακολούθησαν κι άλλες ανάλογες εμπειρίες, που όλες όμως τελείωναν με βίαια επεισόδια και πράξεις όπως το μαχαίρωμα. Κάτι δεν έκανα καλά, σίγουρα. Η φύση μου ήταν βίαιη και ο προγραμματισμός πρέπει να γινόταν υπερβολικά κάπως. Τελικά το κατάλαβα ότι αυτά τα πράγματα δε θέλουν δύναμη, θέλουν ήρεμη ποιοτική παρέμβαση. Όπως όλα εξάλλου. Έπρεπε να χαλαρώσω. Αποφάσισα να μην κάνω καμιά απόπειρα πλέον για να βρω τα χέρια μου μέσα στο όνειρο ή οτιδήποτε μέχρι να καταλαγιάσει μέσα μου από μόνη της η όποια υπερβολή και η βία, που έμπαινε σαν παραφωνία στην πρόθεσή μου αυτή να παρεμβάλω τη βούληση μου στις αυτόματες λειτουργίες της συνείδησης.
Εδώ, σ’ αυτή τη μικρή Οδύσσεια, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, ήταν εντελώς αχρείαστη, και ανεπιθύμητη μάλιστα, η ματοβαμμένη ανδρεία του Αχιλλέα ή το μανιακό χούι του σερ Λάνσελοτ πολύ χειρότερα.
Εδώ, στον ονειρικό χώρο, έπρεπε να φτάσει από μόνη της, κα-θαρή και εντελώς αβίαστη, η επιθυμία. Έπρεπε να αναδυθεί μόνη της, όταν ωρίμαζε η στιγμή, σαν φουσκάλα που ανεβαίνει αναπόφευκτα, απλά και αβίαστα στην επιφάνεια της λίμνης.
Πέρασαν οκτώ μήνες χωρίς να κάνω τίποτα απολύτως για όλα αυτά και σχεδόν τα είχα ξεχάσει, όταν ένα πρωί ξημερώματα κατάφερα να βρω όχι μόνο τα χέρια μου αλλά τον εαυτό μου ολόκληρο σε ένα όνειρο.

Το όνειρο νούμερο 37

Βρισκόμουν κάπου μ'ένα φίλο και συζητούσαμε γύρω από κάτι που δε θυμάμαι καλά. Νομίζω ότι του εξηγούσα τη λειτουργία ενός περίπλοκου ηλεκτρονικού μηχανήματος. Γύριζα κουμπιά και πατούσα άλλα και του εξηγούσα διάφορες λεπτομέρειες.
Απέναντι, στον καναπέ, καθόταν η αδερφή του και δίπλα βρέθηκε μια γυναίκα ακόμη που δεν ξέρω ακριβώς ποια. Μπορεί να ήταν μια κοινή φίλη όλων ή η γυναίκα μου, δεν ξέρω. Την είχα μπροστά και στα δεξιά μου μισοξαπλωμένη σε έναν καναπέ. Αριστερά μου κι απέναντι ήταν η αδελφή του φίλου και στ’ αριστερά και δίπλα μου αυτός ο φίλος.
Σε μια στιγμή γυρίζει απροειδοποίητα αυτή η γυναίκα κι απευθύνεται κατ'ευθείαν σε μένα, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν με είχε κοιτάξει καν και με ρωτάει απλά:
«Τι όνειρο είδες απόψε;».
«Το νούμερο 37», της λέω χωρίς ένταση, αλλά και χωρίς να διστάσω στιγμή. Της έκανα τον έξυπνο. «Τα έχουμε αριθμήσει όλα τα όνειρα» της λέω «και δεν τα διηγούμαστε πλέον. Κάθε φορά λέμε μόνο τον αύξοντα αριθμό του ονείρου και θυμόμαστε το όνειρο».
Αυτή είναι μια προφανής παραλλαγή του πολύ γνωστού ανέκδοτου, όπου σ’ ένα τρελοκομείο οι τρελοί, αντί να λένε ανέκδοτα, τα έχουν αριθμήσει και λένε μόνο το νούμερο και σκάνε στα γέλια, ώσπου βρίσκεται ένας που δε γελάει με κάποιον αριθμό γιατί, λέει, το ξέρει αυτό το ανέκδοτο.
Την ίδια αρίθμηση είπα κι εγώ ότι είχαμε κάνει στα όνειρα και το διασκέδαζα με την επίδειξη πνεύματος που έκανα εγώ ο ίδιος, όταν για μια στιγμή αντιλήφθηκα ότι οι άλλοι δε γελούσαν, αλλά με κοίταζαν ήρεμοι και σαν να περίμεναν να δουν αν θα καταλάβαινα κάτι. Και το κατάλαβα. Η γυναίκα με είχε ρωτήσει: «Τι όνειρο είχα δει σήμερα» και... ΗΜΑΣΤΑΝ ΜΕΣΑ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ!
Συνειδητοποίησα τη σημασία της ερώτησης: Η άγνωστη ήταν σύμμαχος και ήθελε να με βοηθήσει, έτσι απλά, χωρίς μαχαίρια και καβγάδες, να συνειδητοποιήσω ότι ήμουν μέσα σε ένα όνειρο! Ήταν αυτό που λαχταρούσα κρυφά και περίμενα τόσο καιρό!
Τα συναισθήματα άρχισαν να με μπουκώνουν πάλι και άρχισα να ξυπνάω, αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε καμιά βία ούτε κανένα ζόρι και ούτε τα έβαλε κανείς μαζί μου ούτε κι εγώ με οποιονδήποτε. Ξαναβυθίστηκα απλά και ήρεμα. Άρχισα να κινούμαι. Βρέθηκα στο δρόμο που κάνω το καθημερινό δρομολόγιο σπίτι -δουλειά με κατεύθυνση προς το σπίτι. Κοίταξα δεξιά μου μια μονοκατοικία που έχασκε με ανοιχτά παράθυρα (τη μέρα που είδα το όνειρο δεν υπήρχε πια γιατί είχε γκρεμιστεί. Έχει γίνει πολυκατοικία. Στο όνειρο όμως ήταν μονοκατοικία όπως παλιά).
Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου: «Αυτό το ίδιο σπίτι το έχω ξαναονειρευτεί. Δεν είναι η πρώτη φορά που το ονειρεύο-μαι». Με το που το είπα αυτό κατάλαβα πάλι ότι τα έλεγα αυτά (ότι έχω ξαναδεί όνειρο εδώ) ενώ ήμουν μέσα σε κάποιο όνειρο! Ο εαυτός μου, τώρα που είχε μάθει το κόλπο: να πετάει ένα σφόλι για να συνειδητοποιώ ότι ονειρεύομαι, το ξαναχρησιμοποιούσε για να με ξαναμπάσει στην επίγνωση του ονειρέματος. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το σπίτι το έχω ξαναονειρευτεί παλιά και μάλιστα σε ένα πολύ έντονο όνειρο, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι αυτή η σκέψη, ότι το έχω ξαναονειρευτεί, με οδήγησε αμέσως στη συνειδητοποίηση ότι βρίσκομαι σε όνειρο. «Ονειρεύομαι!» σκέφτηκα και κοίταξα κάτω μπροστά μου. Αισθάνθηκα σαν να περνούσα από αυτό το δρόμο πάνω στο ποδήλατό μου, όπως κάθε μέρα. Έκανα πηδάλι και έβλεπα την άσφαλτο χαμηλά γκριζογάλανη και αισθανόμουν πανευτυχής που βρισκόμουν μέσα στο όνειρο και με υπερτονισμένη την έλλειψη αντιπαλότητας και βίας προς οποιονδήποτε.
Ήμουν τέλεια ουδέτερος προς οποιονδήποτε και ευτυχής. Έκανα πηδάλι ευτυχισμένος προς το σπίτι μου. Ξύπνησα γρήγορα όμως, γιατί το αίσθημα της ευφορίας ήταν μεγεθυμένο και με την ευχάριστη άνωσή του με τραβούσε, σαν φουσκωμένο μπαλόνι θαρρείς, προς την επιφάνεια, προς την εγρήγορση. 

Το πρωί είπα στη γυναίκα μου τι μου είχε συμβεί. Βρήκα και τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία αμέσως. Εκείνη τη μέρα είχα βάλει για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια το ξυπνητήρι και μάλιστα στις 5 η ώρα το πρωί για να αρχίσω να γράφω αυτά τα κείμενα τότε, το πρωί, γιατί το βράδυ όπως έγραφα μέχρι πολύ αργά ανησυχούσα τα παιδιά και τη γυναίκα μου που έχει αϋπνίες, λέει, όταν λείπω από κοντά της και δεν μπορεί να κοιμάται μόνη στην κρεβατοκάμαρα και στο άδειο μεγάλο κρεβάτι.
Η εσωτερική αναμονή της στιγμής που θα χτυπούσε το ξυπνητήρι, λοιπόν, βοήθησε μέσα μου την άλλη αναμονή, να βρω τα χέρια μου σε κάποιο όνειρο, που βρισκόταν τόσον καιρό σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα μου και πυροδοτήθηκε αυτή από την αναμονή του κουδουνιού. Η ψυχή μου ήταν έτοιμη και περίμενε τη στιγμή και η αναμονή αυτή, να βρω τον εαυτό μου στο όνειρο, βρήκε την άλλη αναμονή για το κτύπημα του κουδουνιού και υλοποιήθηκε αυτή με το όνειρο. Όταν η ψυχή ετοιμάστηκε κάπως, βρήκε την εικόνα που ενσάρκωσε την επιθυμία. Οι επιθυμίες μας υπάρχουν «επί του θυμικού» (που άλλού θα υπήρχαν αφού είναι επι-θυμίες;) όπως και κάθε συναίσθημα, και όταν στήσουν αληθινά το θυμικό αργά ή γρήγορα θα βρουν στο περιβάλλον, ή στο όνειρο έστω, τις εικόνες που θα τις εκφράσουν. Υπάρχουν άπειρες οπτικές ιδέες για να εκπροσωπηθεί το κάθε συναίσθημα. 
Την άλλη μέρα το απόγευμα κάθησα και τα ανέλυσα όλα και βρήκα τις αντιστοιχίες στον προσανατολισμό των ονειρικών αντικειμένων και αυτών της πραγματικότητας (ή αλλιώς: τις χωρικές αντιστοιχίες μεταξύ ονειρικού και αρχικού συμβάντος).

Οι αντιστοιχίες των δύο χώρων

- Αυτό το σπίτι το έβλεπα από την δύση προς την ανατολή.
- Είχε την τετράγωνη πόρτα στη μέση, και δεξιά κι αριστερά της από ένα παράθυρο που ήταν, θυμάμαι, πάντα βαμμένα και τα τρία σκούρα καφέ στον ανοιχτόχρωμο τοίχο.
- Ο τοίχος στην κρεβατοκάμαρα μου, όπου βρέθηκα μόλις άρχισα να ξυπνάω, (όταν συνειδητοποίησα ότι έβλεπα το όνειρο νο 37), έχει ακριβώς τον ίδιο προσανατολισμό: τον βλέπω από δυτικά προς τα ανατολικά, όπως ξαπλώνω πάντα.
- Στον τοίχο μου έχω κρεμασμένα τρία κάδρα, παραλληλόγραμα φυσικά. Ένα στη μέση, μεγάλο και κάθετο σαν ...πόρτα και τα άλλα δύο δεξιά και αριστερά του, λίγο πιο μικρά και τετράγωνα, σαν παράθυρα.
- Και τα τρία κάδρα έχουν κορνίζα πλατιά και σκούρη καφέ πάνω στον άσπρο τοίχο. 
Είναι ολοφάνερο ότι, όπως βρισκόμουν ξαπλωμένος στην κρεβατοκάμαρά μου με τα τρία κάδρα απέναντι και προς την ανατολή, μόλις βυθίστηκα στο όνειρο βρέθηκα σε ένα χώρο με τις ίδιες αναλογίες και αντιστοιχίες. Δύο παράθυρα και μία πόρτα σε ακριβώς την ίδια διάταξη και με τον ίδιο προσανατολισμό.
Όπως και να έχουν όλα αυτά, χάρηκα που κάπως είχα καταφέρει να εξαλείψω το στοιχείο της βίας από τον προγραμματισμό χωρίς καλά καλά να ξέρω πως. Απλά είχα καταλάβει ότι αυτό ήταν το πρόβλημα και το θέλησα ειλικρινά και ιδίως απλά να σταματήσει και περίμενα να ωριμάσει από μόνη της η ιδέα χωρίς να κάνω τίποτε εγώ ο ίδιο βουλητικά. Απλά ήξερα ότι ήταν σωστό και το ήθελα. Τίποτα άλλο. Η πλήρωση ήρθε μόνη της και στην ώρα της, μετά την ωρίμανση και την πλήρωση του συναισθήματος. Ξέρω ότι η απλότητα και η ειλικρίνεια είναι το σπουδαίο σημείο στην όλη ψυχική συμπεριφορά, αλλά ξέρω και πόσο δύσκολο είναι αυτό. Επειδή το έκανα μια φορά δεν πάει να πει ότι σίγουρα μπορώ να το ξανακάνω. Ακριβώς όπως δεν είναι σίγουρος ένας καλαθοσφαιριστής ότι μπορεί να ξαναβάλει ένα τρίποντο από το κέντρο του γηπέδου επειδή το έκανε μια φορά. Είναι και θέμα φόρμας.

Τελικά
Αυτό που πρέπει να ωριμάσει τώρα είναι η ανάγκη για λιγότερο συναίσθημα όταν ονειρεύομαι.  Κάπως με πιάνει μια τεράστια ευχαρίστηση που τα καταφέρνω να συνειδητοποιώ ότι ονειρεύομαι κι αυτό με ξυπνάει. Έχει την πλάκα του, δε λέω, αλλά κάπως πρέπει να απλοποιηθεί και να κοπάσει η συναισθηματική φόρτιση, ευχάριστη ή μη. Κάπως πρέπει να βλέπω τα πράγματα πιο ήρεμα και πιο απλά.

             σ.τ./Έδεσσα/12.5.91

 

 

<<<<<<<<<<<<<<<<

ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ