
12 ΟΝΕΙΡΑ, 12 (ΧΩΡΟ-ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΕΣ) ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΔΕΛΦΙΝΙ"
ΑΘΗΝΑ 1996
![]() |
ΜΙΚPΟΣ ΠPΟΛΟΓΟΣ
Όταν στις αρχές του αιώνα ο Σ. Φρόιντ διετύπωσε τη θεωρία της ψυχανάλυσης, έγινε μία επανάσταση στο χώρο της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής. Ήταν η αλήθεια. Η ερμηνεία του για τα όνειρα ήταν μια ιδιοφυής εργασία. Σήμερα η αρχική εντύπωση εξασθένησε. Η μέθοδος δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα στη θεραπευτική. Δεν ήταν δυνατή η πειραματική επαλήθευση, γιατί δε διέθετε μετρητά μεγέθη.
Τα τελευταία χρόνια η νευρολογία διατυπώνει δειλά τη δική της, διαφορετική άποψη.
Στη θεωρητική πρόταση του Σάκη Τότλη για τη «χωροσυναισθηματική ερμηνεία των ονείρων» πέραν της πειθούς, εισάγονται ορισμένα μετρητά μεγέθη (τρισδιάστατο του χώρου, κίνηση, κατεύθυνση, ταχύτητα, φορά κ.ά.), που συνιστούν ένα σταθερό πλαίσιο αναφοράς των συναισθηματικών αποχρώσεων.
Έτσι το «χώρο-» στο «χωρο-συναισθηματικό» μοντέλο, αποτελεί σταθερό σύστημα αναφοράς και ερμηνευτικής προσέγγισης των βιωμάτων του παρελθόντος με το ονειρικό παρόν.
Ο Σάκης Τότλης με πολλή δουλειά έδεσε τα όνειρα του παρόντος πονήματος, με πολύ γερή λογική τεκμηρίωση, που δεν επιτρέπει σοβαρές αντιρρήσεις. Με τον τρόπο αυτό ξεπερνά την απουσία βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης.
Όπως πάντα ο χρόνος θα κρίνει καλύτερα το θεωρητικό εγχείρημα.
Νίκος Αγγελίδης
Νευρολόγος - Ψυχίατρος
ΠPΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓPΑΦΕΑ
Το περιεχόμενο της παρούσας έκδοσης αποτελείται από δώδεκα όνειρα ερμηνευμένα με μια πρωτότυπη ερμηνευτική μέθοδο, που ονομάζω χωροσυναισθηματική, γιατί βασίζεται στη δυνατότητα του χώρου να μεταδίδει συγκεκριμένα αισθήματα στη συνείδηση, τα οποία φορτίζουν το θυμικό με συγκεκριμένα συναισθήματα. Μέσα από τις ερμηνείες των δώδεκα αυτών ονείρων διαγράφεται καθαρά και μια συγκεκριμένη κατανόηση της λειτουργίας του ονείρου και της συνείδησης.
Όλα αυτά προέκυψαν κάπως αναπάντεχα στη ρύμη των προσωπικών, αισθητικών και ψυχικών μου προβληματισμών. Στην αρχή μάλιστα δούλεψα πάνω σε αυτές τις ιδέες από απλή περιέργεια, στη συνέχεια όμως, όταν αντιλήφθηκα το μέγεθος της κατανόησης, έγινε ζήτημα αυτοσεβασμού για μένα να τα ολοκληρώσω όλα σωστά και να τα καταγράψω με κάθε λεπτομέρεια.
Παρόλο που το θέμα και φαίνεται και είναι πολύ εξειδικευμένο, για λόγους μεθοδολογίας περισσότερο (έλλειψη βιβλιογραφίας κ.ά.), οι κύριοι αποδέκτες του περιεχομένου της παρούσας έκδοσης δεν είναι οι ειδήμονες, αλλά οι πολλοί. Αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο. Ο συνήθης αποδέκτης των περισσότερων εκδόσεων που βλέπουν το φως της δημοσιότητας είναι οι πολλοί, το μεγάλο, ανώνυμο, αναγνωστικό κοινό. Αυτοί από πάντα αποτελούν ένα άτυπο αλλά απόλυτο κέντρο κρίσης και αξιολόγησης, αποδοχής ή απόρριψης κάθε νέου αντικειμένου τέχνης ή κατανόησης.
Φυσικά υπάρχουν και οι ειδήμονες, οι οποίοι στο σύνολό τους αποτελούν ένα ακόμα τέτοιο άτυπο κέντρο κρίσης και αξιολόγησης και πολύ σημαντικό μάλιστα. Βέβαια και αυτοί δεν είναι παρά ένα μέρος του μεγάλου συνόλου, των πολλών, αλλά οι ειδήμονες, ακριβώς λόγω μιας κάποιας μεγαλύτερης εξειδίκευσης, έχουν ένα λόγο παραπάνω στην έκφραση άποψης. Έχουν τη δύναμη που τους δίνει η ιδιαίτερη γνώση, όπως και οι πολλοί έχουν τη δική τους δύναμη, τον αριθμό, και ένα πολλαπλάσιο και ασφαλέστερο ένστικτο και τη γνωστή ισχυρή κοινή λογική, που αυτός ο αριθμός συνεπάγεται.
Ειδήμονες και πολλοί, εξειδικευμένη γνώση και κοινός νους συνήθως λειτουργούν συμπληρωματικά, αλλά υπάρχουν και αρκετές (άτυχες) φορές που διεκδικούν ο καθένας για τον εαυτό του το αλάθητο της γνώμης. Πολλές και γνωστές είναι οι φορές που οι ειδικοί καταδίκασαν κάποιο αντικείμενο τέχνης ή κατανόησης ή κάποιον δημιουργό, που είχαν αποδεχτεί με επαίνους οι πολλοί και αντίστροφα που εξύμνησαν οι ειδικοί, αλλά άφησε παντελώς αδιάφορους τους πολλούς.
Σε όλες τις περιπτώσεις, πάντα, τελικός κριτής είναι ο χρόνος, που δικαιώνει τον έναν ή τον άλλον στις συνειδήσεις όλων, και των πολλών και των ειδημόνων.
Το περιεχόμενο της παρούσας έκδοσης, περισσότερο για λόγους μεθοδολογίας όπως είπαμε ήδη, απευθύνεται στους πολλούς, αλλά ο συγγραφέας πιστεύει ότι αργά ή γρήγορα θα κερδίσει την κατάφαση και των ειδημόνων για απλούς και συγκεκριμένους λόγους ουσίας.
Έτσι κι αλλιώς η έκδοση είναι ανοιχτή σε όλους, όπως ανοιχτές σε όλους είναι πάντα όλες οι εκδόσεις.
σ.τ./Έδεσσα/25.3.95
Συναίσθημα (γερμ. Gefuhl, αγγλ. κ. γαλλ. affection):
Η ευχάριστος ή δυσάρεστος κατάστασις, η συνδεδεμένη μεν πρός τι αίσθημα ή παράστασιν ή διανόημα, διαφέρουσα όμως κατ’ουσίαν απ’αυτών. Η χαρά επί τινι επιτυχία, η λύπη επί τω θανάτω του πατρός είναι ψυχικαί καταστάσεις διάφοροι πάντη του αισθήματος, της παραστάσεως, της νοήσεως, όπως και της βουλήσεως.
Ως εν τοις αισθήμασιν, ούτω και εν παντί συναισθήματι διακρίνομεν το ποιόν και την έντασιν αυτού.
Γ. Ανδρούτσος, Λεξικόν της Φιλοσοφίας
Εισαγωγή
Η XΩPΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΕPΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙPΟΥ
Στο παρόν καταγράφονται δώδεκα όνειρα του συγγραφέα, συγγενών, γνωστών και φίλων του. Ταυτόχρονα επιχειρείται και μια ερμηνευτική προσέγγισή τους, με μια ερμηνευτική μέθοδο που ονομάζεται «χωροσυναισθηματική», για λόγους που θα γίνουν φανεροί αναλυτικά στη συνέχεια. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, το όνειρο, μια εμπειρία που συμβαίνει στη διάρκεια του ύπνου, είναι συγκεκριμένη αναλογία, συνέχεια και κρίκος μιας αλυσίδας εξίσου συγκεκριμένων συμβάντων της εγρήγορσης. Για τη «χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου» το ονειρικό συμβάν και αυτά τα συμβάντα της εγρήγορσης αποτελούν ενιαία συνέχεια με απόλυτη αναλογία και συγκεκριμένη αντιστοιχία του ενός προς το άλλο. Η ανάλυση των σχέσεων μεταξύ αυτών των συμβάντων του ύπνου και της εγρήγορσης είναι το κεντρικό μέλημα του παρόντος και, στην ουσία της, αυτή η ίδια η «χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου».
Ακριβώς επειδή το αντικείμενο των αναλύσεων του παρόντος είναι ένα σύνολο, μία ενιαία αλυσίδα συμβάντων και της εγρήγορσης και του ύπνου, έκρινα σωστό ο «Ονειρευόμενος» να λέγεται εδώ και «Υποκείμενο», γιατί όσο αφορά στο συμβάν του ονείρου είναι «Ονειρευόμενος», αλλά όσο αφορά στα συμβάντα της εγρήγορσης (της ίδιας ενότητας), είναι και «Υποκείμενο». Αρκετά συχνά στις αναλύσεις των ονείρων, ο όρος «Ονειρευόμενος/ Υποκείμενο» χρησιμοποιείται και σε σύντμηση: «Ο/Υ» ή «Υ/Ο».
ΤΑ ΑΛΛΕΠΑΛΛΗΛΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ
ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΓPΗΓΟPΣΗ
(α. Ονειρικό, β. Αρχικό, και γ. Πρότερο συμβάν)
α. Το Ονειρικό συμβάν
Εδώ, σ’ αυτή την απόπειρα για τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου, το όνειρο ονομάζεται «ονειρικό συμβάν» και λαμβάνεται ως σημείο εκκίνησης, γιατί το όνειρο είναι το κεντρικό αντικείμενο του παρόντος, όπως είναι πάντα κεντρικό σε κάθε απόπειρα κατανόησης ή ερμηνείας του ονείρου.
Το όνειρο ως αφήγημα
Το όνειρο γίνεται άμεσα φανερό αποκλειστικά και μόνο στη συνείδηση του «Ο/Υ», με κάποιο συγκεκριμένο περιεχόμενο (παραστάσεις και συναισθήματα) και όπως κάθε υποκειμενική εμπειρία γίνεται γνωστό στους άλλους ως μια αφήγηση, μια ιστορία με ένα επίσης συγκεκριμένο (λεκτικό) περιεχόμενο, με κάποια διάρκεια και κάποια συγκεκριμένη εσωτερική νοηματική συνέχεια.
Το «όνειρο», ως κεντρικό αντικείμενο των αναλύσεων του παρόντος, αναγκαστικά θα είναι αυτή η αφήγηση, όπως την κάνουν στον συγγραφέα του παρόντος οι ίδιοι οι Ονειρευόμενοι/ Υποκείμενα, που όμως έστω και ως αφήγηση θα τη θεωρούμε ισχυρή (αν όχι απόλυτη) αναλογία του καθεαυτού ονειρικού συμβάντος, το οποίο είναι σε τελική ανάλυση που μας ενδιαφέρει. Τις σχέσεις αφηγήματος και καθεαυτού ονειρικού συμβάντος θα τις δούμε αναλυτικότερα στη συνέχεια, στις αφηγήσεις και τις ερμηνείες των δώδεκα ονείρων.
β. Το Αρχικό συμβάν
Για τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου, το κάθε ονειρικό συμβάν είναι επαναδραματοποίηση ενός άλλου συγκεκριμένου και πραγματικού συμβάντος, το οποίο είχε βιώσει το Υποκείμενο/Ονειρευόμενος στη διάρκεια της εγρήγορσης, συνήθως την προηγούμενη μόλις ημέρα. Αυτό το συμβάν της εγρήγορσης ονομάζεται εδώ «αρχικό συμβάν» και θεωρείται ο πατέρας του ονείρου.
Το αρχικό συμβάν συμβαίνει απαραίτητα πρώτο, στην πραγματικότητα της εγρήγορσης, και το περιεχόμενό του καθορίζει απόλυτα το όνειρο, που συμβαίνει πάντα μετά το αρχικό συμβάν και εξαιτίας του, και με πολύ συγκεκριμένες αναλογίες και αντιστοιχίες προς αυτό.
γ. Το Πρότερο συμβάν
Η ηχώ του ονείρου όμως δε φτάνει μόνο μέχρι το αρχικό συμβάν και μόνο μέχρι την προηγούμενη ημέρα. Εκτείνεται ως τα πέρατα των μνημονικών καταγραφών του Ονειρευόμενου/ Υποκειμένου και, σύμφωνα με τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία, με πολύ συγκεκριμένο τρόπο.
Το όνειρο, με άλλα λόγια, εκτός από αναλογία ενός αρχικού συμβάντος, είναι αναλογία και ενός ή περισσότερων πραγματικών και συγκεκριμένων συμβάντων, που είχε βιώσει και καταγράψει κάποτε στη μνήμη του το Υποκείμενο/Ονειρευόμενος στη διάρκεια περασμένων εμπειριών, προηγούμενων τόσο του ονειρικού, όσο και του αρχικού συμβάντος.
Αυτά τα «πραγματικά» προηγούμενα συμβάντα, που είναι καταγραμμένα στη μνήμη του «Ο/Υ», όταν συμβαίνουν και το αρχικό συμβάν (τη μέρα) και το όνειρο (το βράδυ), ονομάζονται εδώ «Πρότερα συμβάντα».
Ιδιαίτερα υπογραμμίζουμε τη δυνατότητα να υπάρχουν μέσα σε ένα όνειρο πολλά πρότερα συμβάντα, ολόκληρα ή μόνο ορισμένα στοιχεία τους, που υπάρχουν αρμολογημένα το ένα μέσα στο άλλο, μέσα από σημεία που ταιριάζουν μεταξύ τους, τα οποία εδώ λέγονται «σημεία αρμοί». Στη διάρκεια του «ονειρικού συμβάντος» τα πολλά «πρότερα συμβάντα» συμπληρώνουν το ένα το άλλο, σαν συνθετικό κολάζ, για να μπορέσει να αντιπροσωπευτεί σωστά το «αρχικό συμβάν».
Στην πραγματικότητα, αυτό το «συνθετικό κολάζ» των πρότερων συμβάντων είναι το ονειρικό συμβάν, κάτι που θα γίνει ξεκάθαρο με τα πολλά και αναλυτικά παραδείγματα, που υπάρχουν στην κύρια ανάλυση των δώδεκα ονείρων.
ΜΙΚPΗ ΣΥΝΟΨΗ
α. Ονειρικό συμβάν
Το «όνειρο» είναι η λεκτική εκφορά ενός πρωτογενούς «ονειρικού συμβάντος» που βιώνει άμεσα και αποκλειστικά ο Ονειρευόμενος/Υποκείμενο στη διάρκεια του ύπνου.
β. Αρχικό συμβάν
Το όνειρο είναι συγκεκριμένη αναλογία ενός «αρχικού συμβάντος» της εγρήγορσης, συνήθως της προηγούμενης μόλις ημέρας και οπωσδήποτε ενεστώτος ενδιαφέροντος για τον «Ο/Υ».
γ. Πρότερο συμβάν
Στο όνειρο υπάρχει και η ηχώ από ένα ή περισσότερα «πρότερα συμβάντα», που ο Ονειρευόμενος/Υποκείμενο είχε βιώσει κάποτε στο παρελθόν, οπωσδήποτε πριν από το ονειρικό και το αρχικό συμβάν και τα κουβαλάει «εντός του» ως μνημονικές καταγραφές με συγκεκριμένες θυμικές εκπροσωπήσεις.
Το κύριο μέλημα της χωροσυναισθηματικής ερμηνείας του ονείρου είναι να βρει τις σχέσεις μεταξύ αυτών των συγκεκριμένων συμβάντων με τη διπλή σύγκριση:
1. Ονειρικού συμβάντος και αρχικού συμβάντος,
2. Ονειρικού συμβάντος και πρότερου συμβάντος.
**
Η διπλή σύγκριση μεταξύ των διαφόρων συμβάντων γίνεται με αναλυτικές συγκρίσεις συγκεκριμένων στοιχείων από τα περιεχόμενα των συμβάντων αυτών, που προσφέρονται για έρευνα και σύγκριση και που είναι κοινά και για τα τρία συμβάντα, και όπως είπαμε εδώ λέγονται «αρμοί» πάνω στους οποίους αρμολογείται το ένα συμβάν μέσα στο άλλο.
Ως κοινό περιεχόμενο όλων αυτών των αλλεπάλληλων συμ-βάντων (ονειρικό, αρχικό και πρότερο) θεωρούμε:
α. Τις εικόνες που καταγράφει στην εγρήγορση ή κουβαλάει ως παραστάσεις στη μνήμη του ο Ονειρευόμενος/Υποκείμενο, με τις οποίες υποδέχεται τα γεγονότα ή θυμάται τα διάφορα συμβάντα με κάθε λεπτομέρεια, και
β. Τα ανάλογα συναισθήματα που φορτίζουν το θυμικό του, ανάλογα με τις εικόνες από τα διάφορα περιστατικά που βιώνει σε κάθε συμβάν.
Σημείωση: Εδώ, σε αυτή τη μικρής έκτασης εισαγωγή, δε θα μας απασχολήσει ο λόγος ως ιδιαίτερο περιεχόμενο του ονείρου, και δε θα αναλύσουμε τις διαφορές και τις ομοιότητες του λόγου προς τις παραστάσεις και τα συναισθήματα. Η χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου λειτουργεί και όταν ο λόγος θεωρείται απλό και ισότιμο μέρος της όποιας «εικόνας».
Έτσι κι αλλιώς ο λόγος αποτελείται από αισθήματα, ακουστικά ο προφορικός λόγος (φθόγγους), με ανέλιξη στο χρόνο, και οπτικά ο γραπτός λόγος (γράμματα) με έκταση στο χώρο. Ο λόγος πρωταρχικά είναι οπτικοακουστικό περιεχόμενο, όπως κάθε περιεχόμενο της «εικόνας».
Με τη χωροσυναισθηματική προσέγγιση θα δούμε πως η κεντρική εικόνα του ονείρου, η κεντρική εικόνα του αρχικού συμ-βάντος και η κεντρική εικόνα του πρότερου συμβάντος έχουν πολύ συγκεκριμένες αισθητές και συναισθηματικές σχέσεις μεταξύ τους, σημείο προς σημείο, και σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που μπορούμε να πούμε ότι η μία είναι ισχυρή και ολοφάνερη αναλογία της άλλης, παρά το φαινομενικά εντελώς διαφορετικό περιεχόμενό τους.
Η χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου προσπαθεί να καταδείξει ότι η εικόνα του ονείρου είναι ένα κολάζ, ένα σύμφυρμα από πολλά και διάφορα στοιχεία, παρμένα από πολλές και διάφορες εικόνες του παρελθόντος, που έχει καταγραμμένες στη μνήμη του το «Υ/Ο», συντεθειμένες έτσι που να αποτελούν τη γενική εικόνα του ονείρου και να αντιπροσωπεύουν ταυτόχρονα σωστά την εικόνα του αρχικού συμβάντος.
Ότι η κεντρική εικόνα του ονείρου είναι κάτι σαν κολάζ από πρότερες εικόνες/στοιχεία, οι οποίες, στη διάρκεια του ονείρου και μόνο, υπάρχουν (στον ονειρικό χώρο) με τη χωρική διάταξη που υπήρχαν οι εικόνες του αρχικού συμβάντος και συμβαίνουν (στον ονειρικό χρόνο) με τη χρονική αλληλουχία που συνέβησαν αυτές οι ίδιες εικόνες του αρχικού συμβάντος.
(Σ.σ. Ο απόλυτος χρόνος που συμβαίνει το όνειρο δεν ενδιαφέρει, αλλά όμως ενδιαφέρει η αλληλουχία, η «σειρά» με την οποία συνέβησαν οι εικόνες του ονείρου, που κατά κανόνα είναι η ίδια με τη σειρά που συνέβησαν και οι εικόνες του αρχικού συμβάντος).
Δηλαδή, οι επί μέρους παραστάσεις/εικόνες/στοιχεία του ονείρου είναι ίδιες σε μορφή με διάφορες εικόνες από πρότερα συμβάντα, από το παρελθόν του «Ο/Υ», αλλά η συνολική δομή, η χωρική διάταξη και η χρονική αλληλουχία αυτών των στοιχείων είναι ίδιες με τη γενική εικόνα του αρχικού συμβάντος, συνήθως της περασμένης μόλις μέρας.
Με δυο λόγια, οι εικόνες του ονείρου έχουν:
α. ως πρώτη δομική ύλη μνημονικές εικόνες από παλιά, πρότερα συμβάντα, καταγραμμένα στη μνήμη του «Ο/Υ», και
β. ως ταξινομούσα δομική αρχή την κεντρική εικόνα (και τα συναισθήματα) του αρχικού συμβάντος.
ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΠΑPΑΔΕΙΓΜΑ
(Το άλογο και ο φράχτης)
α. Ονειρικό συμβάν
Όταν κάποιο όνειρο αφορά π.χ. «ένα άλογο που βάδισε ως κάποιο φράχτη», τότε τα κύρια στοιχεία του ονείρου είναι:
1. Το άλογο, και
2. Ο φράχτης.
Αυτά λέγονται και «αντικείμενα» του ονείρου.
β. Πρότερο συμβάν
Σύμφωνα με τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου όμως, αυτά τα «αντικείμενα» του ονείρου είναι στοιχεία και ενός ή πολλών «πρότερων συμβάντων», κάτι που σημαίνει ότι κάποτε στο παρελθόν ο Ονειρευόμενος/ Υποκείμενο σίγουρα θα βίωσε κάποιο «πρότερο συμβάν», στη διάρκεια του οποίου ένα παρόμοιο άλογο (σαν αυτό του ονείρου) θα είχε κινηθεί προς κάποιο παρόμοιο φράχτη (σαν αυτόν του ονείρου) με τα ίδια χωρικά και συναισθηματικά δεδομένα. Δεν υπάρχει τίποτα στο όνειρο, αν δεν υπήρχε πρώτα κάτι ανάλογο στη μνήμη.
Δηλαδή, το «Υ/Ο», όπως είδε στο όνειρο, θα είχε δει και στην πραγματικότητα, κάποτε στο παρελθόν, ένα συγκεκριμένο άλογο να βαδίζει (για πολύ πρόχειρο παράδειγμα) πάλι αργά, πάλι από αριστερά προς τα δεξιά όπως κοίταζε αυτός ο ίδιος ο «Ο/Υ», πάλι κουνώντας την ουρά του από πάνω προς τα κάτω, πάλι σε ανηφορικό δρόμο, πάλι προς ένα φράχτη παλιό και μισοχαλασμένο, όπου και πάλι διακατείχε το «Υ/Ο» το ίδιο συναίσθημα (π.χ.) της αγωνίας.
Με δυο λόγια, και στο ονειρικό και στο πρότερο συμβάν παρατηρούμε ίδιες μορφές και ίδιες χωρικές, χρονικές και συναισθηματικές σχέσεις και δεδομένα δράσης.
γ. Το αρχικό συμβάν
Σύμφωνα με τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου, την περασμένη μέρα, πριν από το όνειρο, σίγουρα θα συνέβη στο «Υ/Ο» και κάποιο πραγματικό και συγκεκριμένο συμβάν, που θα είχε συγκεκριμένες και ολοφάνερες αναλογίες και με το όνειρο και με το πρότερο συμβάν, σε ό,τι αφορά τη θέση των αντικειμένων στο χώρο, το συναίσθημα που διακατείχε το «Υ/Ο» στη διάρκειά του και τη δράση των αντικειμένων, στην αλληλουχία που αυτή συνέβη.
Προσοχή όμως, στο αρχικό συμβάν τα αντικείμενα μπορεί να μην είναι ακριβώς τα ίδια σε μορφή, (το «άλογο» και ο «φράχτης», μπορεί να ήταν π.χ. «ένα παιδάκι πάνω σε ένα ξύλο σαν άλογο, που πήγαινε προς μία πόρτα»), αλλά τα δεδομένα χώρου, χρόνου, δράσης και συναισθήματος θα είναι οπωσδήποτε τα ίδια ή παρόμοια, στο σύνολό τους ή εν μέρει.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου αυτό «το παιδάκι καβάλα στο ξύλο σαν άλογο», που υπήρχε στο αρχικό συμβάν πιθανότατα:
1. Θα είχε κινηθεί πάλι από αριστερά προς τα δεξιά, όπως κοίταζε ο «Ο/Υ», όπως και στο όνειρο και στο πρότερο συμβάν,
2. Πάλι η πορεία του θα ήταν κάπως ανηφορική, όπως και στο όνειρο και στο πρότερο συμβάν,
3. Πάλι η ουρά του ξύλου/αλόγου θα κουνιόταν πάνω κάτω, όπως και στο όνειρο και στο πρότερο συμβάν,
4. Πάλι θα είχε κινηθεί προς την πόρτα, όπως και στο όνειρο και στο πρότερο συμβάν,
5. Η πόρτα πάλι θα έμοιαζε σε κάτι με τον φράχτη του ονείρου και του πρότερου συμβάντος, (π.χ. και αυτή η πόρτα θα ήταν κάπως μισοχαλασμένη, κοντή και παλιά).
6. Τέλος και πάλι θα διακατείχε το «Υ/Ο» κάποιο ίδιο συναίσθημα (π.χ.) αγωνίας, ακριβώς όπως και στο όνειρο και στο πρότερο συμβάν.
Με δυο λόγια, αρχικό, πρότερο και ονειρικό συμβάν έχουν μεταξύ τους συγκεκριμένες αναλογίες και αντιστοιχίες πρώτα στο χώρο και μετά στο συναίσθημα. Γι’ αυτό και η ερμηνεία λέγεται «χωροσυναισθηματική».
Παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Στην ουσία τους τα δώδεκα όνειρα που αναλύονται στο παρόν είναι πολύ αναλυτικά παραδείγματα αυτής της εισαγωγικής πρότασης.
δ. Το κοινό συναίσθημα
Σύμφωνα πάντα με τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου, τα συναισθήματα, αυτά που υπάρχουν και τα αισθάνεται το «Υ/Ο» στο ονειρικό, στο αρχικό και στο πρότερο συμβάν, είναι τόσο όμοια μεταξύ τους, που μπορούμε να πούμε ότι το «Υ/Ο» αισθάνεται τα ίδια ακριβώς συναισθήματα και στο όνειρο και στο αρχικό και στο πρότερο συμβάν.
Το κοινό συναίσθημα είναι που συνδέει πρώτα αυτά τα φαινομενικά διαφορετικά συμβάντα ως κάτι ενιαίο.
Αίσθημα
Το αίσθημα (οπτικό, απτικό, ακουστικό κτλ.) είναι το απλούστερο γεγονός για τη συνείδηση, το οποίο θεωρείται ότι ξεκινά ως ερέθισμα για τα αισθητήρια με την «ενέργεια» κάποιου «αντικειμένου» της περιβάλλουσας ή της εσωτερικής (του οργανισμού) πραγματικότητας.
Τα αισθήματα συνενούμενα πάντα στη φαντασία του «Υ/Ο» συμπληρώνουν μία εικόνα, γι’ αυτό και η εικόνα νοείται ως ένα κολάζ ή μια αλυσίδα, ως ένα συγκεκριμένο σύνολο αισθημάτων, τα οποία έτσι είναι τα στοιχεία της εικόνας.
(Σ.σ. Η εικόνα μέσα στη φαντασία ονομάζεται «παράσταση», αλλά αυτή η εννοιολογική διαφορά δε θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα εδώ, γιατί η εικόνα είναι εικόνα μέσα-έξω, και η χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου ενδιαφέρεται όχι για τις όποιες διαφορές, αλλά για τις ομοιότητες μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών εικόνων).
Το συναίσθημα είναι άμεση ευχάριστη ή δυσάρεστη ψυχική εμπειρία, αλλά είναι άλογο και πέρα της άμεσης νοητικής δυνατότητας, έτσι που για να γίνει καταληπτό από τη διάνοια το συναίσθημα, πρέπει κάπως να συνδεθεί πρώτα με κάποιο αίσθημα ή κάποια εικόνα/σύνολο αισθημάτων.
Τα συναισθήματα πάντα συνδέονται και γίνονται καταληπτά από τη διάνοια μέσα από κάποια αισθήματα (οπτικά, ακουστικά κτλ.) με τα οποία αυτά, τα συναισθήματα, έχουν συνδεθεί.
Αυτή η σχέση διάνοιας, αισθήματος και συναισθήματος είναι γνωστή και δεδομένη (π.χ. στην τέχνη, η οποία είναι άμεσος χειρισμός εικόνων με στόχο την έμμεση διευθέτηση συναισθημάτων).
Αίσθημα και συναίσθημα είναι κάτι σαν σύνθετο και ενιαίο ψυχικό δίπολο, που το ένα σημαίνει, ανακαλεί, περιέχει και αναπαράγει το άλλο. Ένα συγκεκριμένο αίσθημα στη φαντασία ανακαλεί ένα συγκεκριμένο συναίσθημα στο θυμικό και αντίστροφα.
Με δυο λόγια, η νόηση νοεί πάντα κάποια αισθήματα, τα οποία συνδέονται πάντα με κάποια συναισθήματα.
Με άλλα λόγια, με τις συγκεκριμένες αλληλεξαρτήσεις των αισθημάτων με τα συναισθήματα, και με δεδομένο ότι τα αισθήματα συνενούνται μέσα στη φαντασία σε σύνολα/εικόνες, το αποτέλεσμα είναι εικόνα και συναίσθημα να αποτελούν για τον «Ο/Υ» κάτι σαν άλληλο αντικατοπτρισμό, απόλυτης αντιστοίχησης, συνολικά και σημείο προς σημείο.
Επειδή για την προσβλέπουσα συνείδηση δε νοείται «εικόνα» χωρίς κάποιο «χώρο», εξωτερικό ή/και εσωτερικό, ούτε εικόνα χωρίς κάποιο συναίσθημα στο θυμικό του προσβλέποντος, υπάρχει και ο όρος «χωροσυναίσθημα» και σημαίνει τη δυνατότητα που έχει ο περιβάλλον «χώρος» να προκαλεί «συναίσθημα» στο θυμικό του προσβλέποντος «Ο/Υ», όταν αυτός ο χώρος οργανώνεται (από την ίδια τη συνείδηση) σε κάποια συγκεκριμένη εικόνα.
Η χωροσυναισθηματική προσέγγιση βρίσκει ακριβώς αυτές τις ομοιότητες μεταξύ ονειρικών, αρχικών και πρότερων συμβάντων, σε ό,τι αφορά τις εικόνες στο σύνολό τους ή στα επιμέρους στοιχεία τους (αισθήματα), όπως και στα συναισθήματα που εξαρτώνται από, συνδέονται με, και διαπερνούν αυτές τις εικόνες του ονειρικού, του αρχικού και των πρότερων συμβάντων.
Ειδικά για το συναίσθημα, έχουμε να υπογραμμίσουμε πως η χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου ψάχνει πάντα το αρχικό συμβάν για να βρει κάποιο συγκεκριμένο γεγονός ή αντικείμενο που να προκάλεσε κάποιο συναίσθημα στο θυμικό του «Υ/Ο», το οποίο (συναίσθημα) για κάποιους λόγους να παρέμεινε σε εκκρεμότητα, χωρίς δηλαδή να συνδεθεί στην εγρήγορση με καμία εικόνα ή διανόημα στη συνείδηση του προσβλέποντος «Ο/Υ». Αυτό λέγεται εδώ αιωρούμενο συναίσθημα (μετέωρο ή εκκρεμές ή απωθημένο συναίσθημα) και θεωρείται η γόμωση και το εναρκτήριο αίτιο κάθε ονείρου.
(Σ.σ. Ο όρος αναλύεται πολλές φορές και εκτενώς στις αναλύσεις των δώδεκα ονείρων).
**
ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙPΟΥ
(Ειδική ανάλυση του ονειρικού περιεχομένου)
α. Η μορφή, β. ο χώρος, γ. ο χρόνος, και δ. η ενέργεια
Αυτό που ενδιαφέρει πρώτιστα τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία των ονείρων είναι η σύγκριση σημείο προς σημείο των εικόνων του ονείρου με τις εικόνες του αρχικού συμβάντος της εγρήγορσης (συνήθως της προηγούμενης μόλις ημέρας) και κάποιων πρότερων συμβάντων από το παρελθόν του Υποκειμένου/ Ονειρευόμενου. Επειδή όμως τα αρχικά και πρότερα συμβάντα αφορούν σε εικόνες και συναισθήματα της πραγματικότητας της εγρήγορσης, για τα οποία υπάρχουν συγκεκριμένες αντιλήψεις και πεποιθήσεις γνωστές και αποδεκτές από όλους, κρίθηκε απαραίτητο σε αυτή τη σύντομη εισαγωγή να στραφούμε μόνο προς το περιεχόμενο του ονείρου, στην ονειρική εικόνα, για να δούμε κατά πόσο μπορούν να ισχύουν τα ίδια και γι’ αυτή. Κατά πόσο δηλαδή οι ονειρικές παραστάσεις μπορούν ν’ αποτελέσουν «κεντρική εικόνα», «συγκεκριμένη» και λογικά προσπελάσιμη, ενώ είναι τόσο διαφορετικό το περιεχόμενό τους σε σχέση με μια εικόνα/ανάμνηση από την καθημερινή πραγματικότητα της εγρήγορσης, όπου το πάνω είναι πάνω, το κόκκινο είναι κόκκινο και το άλογο άλογο. Η ανάλυση αυτή επικεντρώνεται:
α. στη μορφή των ονειρικών αντικειμένων,
β. στον εντοπισμό τους στον ονειρικό χώρο,
γ. στον εντοπισμό τους στον ονειρικό χρόνο, και
δ. στην ενέργειά τους (δράση, τρόπο, συμπεριφορά).
α. Η μορφή
Οι ονειρικές παραστάσεις μπορεί να είναι ρευστές και παράλογες, όμως δεν παύουν να έχουν και κάποια μορφή, αναγνωρίσιμη και περιγράψιμη, στο βαθμό φυσικά που υπάρχει σαφής ανάμνησή τους στην εγρήγορση της επόμενης μέρας. Π.χ. άλογο, φτερωτός ρινόκερος, τετράγωνο μήλο, ποτήρι, κουτάλι κτλ.
Αυτή η ανάμνηση κάποιας μορφής σημαίνει και τη δυνατότητα διαχωρισμού κάποιας παράστασης από τις υπόλοιπες, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη μορφή, και τουλάχιστον για την ονειρική «στιγμή» που υπήρξε αυτή η αντίληψη, γιατί ειδικά η μορφή ενός ονειρικού αντικειμένου είναι δυνατό να αλλάξει στη συνέχεια του ονείρου. Ακόμη και τότε όμως μπορεί να υπάρχει επίγνωση μορφής, και μάλιστα στην αφήγηση των ονείρων πολύ συχνά υπάρχει και αυτή η περιγραφή της αλλαγής. Π.χ. «...Μετά, ξαφνικά, το άλογο σαν να έγινε άνθρωπος, σκοτεινός και μυστήριος... κτλ».
Στην πραγματικότητα η αφήγηση του ονείρου θα ήταν αδύνατη χωρίς (κάποιες) ονειρικές παραστάσεις με καταληπτή μορφή, όσο ρευστή, γκροτέσκα ή τερατώδη. Και μάλιστα η αφήγηση του ονείρου ξεκινάει από εκεί που υπάρχει επίγνωση και ανάμνηση κάποιας μορφής.
β. Ο χώρος
Εξίσου αδύνατη όμως θα ήταν η αφήγηση αν αυτά τα αντι-κείμενα δεν εννοούνταν σε κάποια συγκεκριμένη θέση στον ονειρικό χώρο. Η ανάμνηση κάποιου ονειρικού αντικειμένου συγκεκριμενοποιείται, όταν υπάρξει και κάποια χωρική ανάμνησή του που μπορεί να αφορά:
- Τη θέση του ονειρικού αντικειμένου μέσα στο ονειρικό κάδρο πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, κτλ.
Π.χ. «... Δεξιά ήταν η πορτούλα του κήπου και αριστερά ένα άλογο. Ένας ταχυδρόμος ήρθε από το δρόμο, αριστερά... κτλ».
- Τη θέση του ονειρικού αντικειμένου μέσα στην ονειρική εικόνα.
Αυτή η θέση εγκαθίσταται όταν εγκατασταθεί κάποια χωρική σχέση του ονειρικού αντικειμένου με κάποιο ή κάποια από τα άλλα ονειρικά αντικείμενα:
Π.χ. «..Ο ταχυδρόμος ήρθε από ένα δρομάκι ανάμεσα στα δέντρα κι άφησε ένα γράμμα πάνω στη σέλα του αλόγου κι έφυγε, πάλι από τον ίδιο δρόμο που είχε έρθει. Το άλογο έμεινε μόνο, ακίνητο, δεξιά από το δρόμο και αριστερά από την πορτούλα του κήπου... κτλ».
Με άλλα λόγια, οι ονειρικές παραστάσεις, όσο παράλογες ή ρευστές και αν είναι σε σχέση με την έλλογη πραγματικότητα της εγρήγορσης, δεν παύουν να έχουν συγκεκριμένες θέσεις και χωρικές σχέσεις, τόσο μεταξύ τους, όσο και με το «κάδρο» της εικόνας. Π.χ. Όταν πούμε: «...Ο ταχυδρόμος ήρθε από το δρομάκι αριστερά, πήγε μέχρι το άλογο, άφησε ένα γράμμα πάνω στη σέλα του και ξανάφυγε, προς τα εκεί από όπου είχε έρθει...», αναντίρρητα η αφήγηση αυτή θα μαρτυρεί κάποιες πολύ συγκεκριμένες χωρικές (τουλάχιστον) σχέσεις μεταξύ του ταχυδρόμου, του γράμματος, της σέλας και του αλόγου, οι οποίες εγκαθιστούν κάποιο πολύ συγκεκριμένο σύνολο.
Προσοχή, συνολική επίγνωση της γενικής εικόνας του ονείρου μπορεί να μην υπάρχει στη διάρκεια του ονείρου, αλλά μόνο στην εγρήγορση της επόμενης μέρας, όταν το Υποκείμενο/Ονειρευόμενος «θυμάται» την ονειρική εικόνα (σ.σ. ακριβώς επειδή τότε, στην εγρήγορση, είναι παρούσα η λογική του υποκειμένου, η οποία απουσίαζε στο όνειρο, και η οποία λογική είναι ένα εύρος συνειδησιακό, που μπορεί να θεωρήσει ένα συγκεκριμένο σύνολο κάποιου εύρους).
Πάντως, αυτή η ανάμνηση της ονειρικής εικόνας σίγουρα μπορεί να υπάρξει στην εγρήγορση της επόμενης μέρας και να περιλαμβάνει συγκεκριμένες χωρικές σχέσεις (όπως αυτές συνέβησαν στο όνειρο) και μία (έστω και εκ των υστέρων) επίγνωση κάποιου συνόλου.
Εξάλλου, από την εμπειρία μου γνωρίζω πως αυτή η θέση των αντικειμένων μέσα στον ονειρικό χώρο, η σχέση τους με το ονειρικό κάδρο ή/και του ενός προς το άλλo, ή/και προς τον «Ο/Υ», είναι κάτι που οι Ονειρευόμενοι/Υποκείμενα πάντα θυμούνται, συχνά με μεγάλη ακρίβεια και σιγουριά, και την περιγράφουν στην πρώτη ζήτηση.
Π.χ. «...Το άλογο ήταν ακριβώς απέναντί μου και το έβλεπα από το δεξί του πλάι. Είχε την μούρη του προς τα δεξιά, έβλεπε προς το πορτάκι, και η ουρά του ήταν προς τα αριστερά, προς το δρομάκι, από εκεί που ήρθε ο ταχυδρόμος... ή «...Ήταν δεμένο στον πάσαλο από το πίσω δεξί του πόδι...» ή «...ο ταχυδρόμος έβαλε το γράμμα πάνω στη σέλα, όχι κάτω από τη σέλα...» κτλ.
Οι «Ο/Υ» θυμούνται εύκολα τις χωρικές σχέσεις μεταξύ των ονειρικών αντικειμένων, οι οποίες εγκαθιστούν τελικά μια συνολική «γεωγραφία» της ονειρικής εικόνας στην εγρήγορση της επόμενης μέρας, και συνήθως μάλιστα είναι πολύ πρόθυμοι να τα σχεδιάσουν όλα σε ένα χαρτί: «Νά, έτσι ήταν!», ιδιαίτερα όταν τους ζητηθεί.
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ανάμνηση αντικειμένου (ονειρικού ή της εγρήγορσης) χωρίς ανάμνηση κάποιας χωρικής θέσης, σχέσης ή προσανατολισμού αυτού του αντικειμένου (ή κάποιου στοιχείου του) προς κάποιο άλλο αντικείμενο ή προς τον «Ο/Υ».
Τελικά, οι χωρικές θέσεις, σχέσεις και ο προσανατολισμός είναι η πρώτη, άμεση και σίγουρη γνώση, που η συνείδηση βγάζει από τα αντικείμενα.
γ. Ο χρόνος
Πολύ συχνά αυτές οι ονειρικές παραστάσεις δίνονται με την αφήγηση και συγκεκριμένες στην αλληλουχία του χρόνου.
Π.χ. «...Το άλογο (στην αρχή) ήταν μόνο και βοσκούσε κάτω στο χορτάρι, αλλά (μετά) ήρθε ο ταχυδρόμος, άφησε ένα γράμμα πάνω στη σέλα του και (μετά) ξανάφυγε. Το άλογο (μετά) δεν ξανάσκυψε να φάει. Έμεινε ακίνητο, (πλέον) σαν να ήξερε ότι στην πλάτη του είχε ένα γράμμα... κτλ».
Προσοχή, αυτό είναι ένα παράδειγμα με υπογραμμισμένη τη χρονική ανέλιξη της ονειρικής δράσης, αλλά όσο μπερδεμένος και αν φαίνεται ο απόλυτος ονειρικός χρόνος (κάτι που δεν ενδιαφέρει παρά μόνο έμμεσα τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία), η αλληλουχία με την οποία συμβαίνουν τα ονειρικά γεγονότα είναι συχνά αναγνωρίσιμη και αποδίδεται συνήθως (για να μην πω «κατά κανόνα») πολύ σαφής με την αφήγηση του ονείρου.
Π.χ. «...(Πρώτα) έπεσε το μήλο και (μετά) έσκυψα να το πάρω, αλλά όταν κοίταξα κάτω στο χώμα (ενώ πρώτα κοίταζα ψηλά, κι έβλεπα τα μήλα και τα φύλλα στη μηλιά), είδα (τότε μόνο και όχι πριν) κάτι γουρούνια που τα έτρωγαν, όπως αυτά είχαν πέσει κάτω, μέσα στη λάσπη (κι όχι όταν ήταν πάνω στα κλαδιά του δέντρου) κτλ...»
Εξάλλου, θα ήταν αδιανόητη η αφήγηση όποιου ονείρου χωρίς κάποιον αφηγηματικό ειρμό. Αφήγηση σημαίνει συγκεκριμένη αλληλουχία (χρονική φυσικά) γεγονότων και πρώτα κάποια συγκεκριμένη διευθέτηση ή διάταξη (στο χώρο φυσικά) των όποιων αντικειμένων και μια απόλυτη σχετικότητα χώρου και χρόνου, (ή αλλιώς: απόλυτη σχετικότητα μεταξύ της διάταξης των αντικειμένων στο χώρο και της αλληλουχίας στη δράση, στο χρόνο).
Ο αφηγηματικός ειρμός
Κατανοούμε τον σκεπτικισμό κατά πόσο μια αφήγηση του ονείρου μπορεί να είναι «ακριβής» χωροχρονική εκφορά του καθεαυτού ονειρικού συμβάντος, αλλά αυτή την ένσταση ήδη την αναφέραμε και θα την ξαναδούμε αρκετές φορές στη συνέχεια, στην ανάλυση των ονείρων και ιδιαίτερα στις αναλύσεις του επιλόγου.
Πάντως, θα πάμε στις κύριες αναλύσεις των δώδεκα ονείρων (όπως τα αφηγούνται αυτά οι Ονειρευόμενοι/Υποκείμενα στον συγγραφέα του παρόντος), προϊδεασμένοι ότι η διάνοια των «Ο/Υ», έχοντας ανάγκη κάποιου ειρμού για την πραγμάτωση της αφήγησης στην εγρήγορση, είναι δυνατόν να προσαρμόζει το «άλογο» και «άχρονο»(;) ονειρικό γεγονός σε μία εκ των υστέρων απόλυτη αφηγηματική σειρά. Όμως θα ήταν επίσης σωστό να γίνει ξεκάθαρο από τώρα ότι η χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου διατείνεται πως υπάρχει απόλυτη χρονική αλληλουχία στην ανέλιξη του ονειρικού συμβάντος. Θα δούμε.
δ. Η δράση (ενέργεια)
Η χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη δράση των ονειρικών αντικειμένων. Με την αφήγηση των ονείρων γίνεται φανερό, άμεσα και σαφώς, πως τα αντικείμενα του ονείρου δεν είναι όλα πάντα στατικά και ανενεργή. Πολλά από αυτά κινούνται, λάμπουν, δονούνται, κτλ. Και στο όνειρο και παντού η προσοχή έλκεται πάντα, αυτόματα και αντανακλαστικά, από την ενέργεια των πλέον ενεργών αντικειμένων, που έτσι βρίσκονται ανά πάσα στιγμή στο επίκεντρό της. Γι’ αυτό και είναι σημαντικά για τον «Ο/Υ», για το όνειρο και για την ερμηνεία του.
Για τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία τα πιο ενδιαφέροντα αντικείμενα είναι αυτά που κάτι κάνουν, που παρουσιάζουν κάποια δραστηριότητα ξεχωριστή από τα υπόλοιπα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται λοιπόν σ’ αυτά τα αντικείμενα του ονείρου, του αρχικού και πρότερου συμβάντος, που έχουν κάποια ιδιαίτερη ενέργεια (δράση, τρόπο, συμπεριφορά) και που εδώ ονομάζονται «ενεργά αντικείμενα».
Παράδειγμα
Όταν το όνειρο αφορά «ένα άλογο που βάδισε ως κάποιο φράχτη», τα κύρια στοιχεία (αντικείμενα) του ονείρου θα είναι πάντα: (1) το άλογο και (2) ο φράχτης, αλλά στο κύριο ενδιαφέρον της χωροσυναισθηματικής ερμηνείας του ονείρου θα είναι και αυτή η συγκεκριμένη κίνηση του αλόγου προς τον φράχτη.
Το άλογο δηλαδή, είναι εδώ «ενεργό αντικείμενο» και η ενέργειά του είναι ακριβώς η κίνησή του προς τον φράχτη.
Η ενέργεια των αντικειμένων στα διάφορα συμβάντα δεν είναι χωρίς κάποια αρκετά μεγάλη δυνατότητα εντόπισης, επειδή είναι εύκολο να εντοπιστούν ορισμένα χαρακτηριστικά, από τα άπειρα στην ουσία που μπορεί αυτή (η ενέργεια) να έχει.
Παράδειγμα
«...Ήταν αυτό το πολύ όμορφο άλογο στη μέση, αριστερά ένα δρομάκι και δεξιά μια πόρτα με κάγκελα, σαν πόρτα κήπου. Ξαφνικά η πόρτα άρχισε να ανοιγοκλείνει πέρα δώθε σαν να τη φυσούσε ένας πολύ δυνατός αέρας... κτλ».
Σε αυτή την περίπτωση είναι η συγκεκριμένη δράση (ενέργεια, τρόπος, συμπεριφορά) της πόρτας που ενδιαφέρει ιδιαίτερα την ερμηνεία του ονείρου. Εδώ, σ’ αυτό το παράδειγμα, η πόρτα είναι το ενεργό αντικείμενο.
1. Το συγκεκριμένο ενεργό αντικείμενο
Σ’ αυτό το τελευταίο παράδειγμα είναι η πόρτα που κινείται (και όχι το άλογο ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο του ονείρου), κάτι που σημαίνει τη δυνατότητα επίγνωσης σαφούς διαχωρισμού μεταξύ των ονειρικών αντικειμένων, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη δράση τους.
2. Το ποιόν της δράσης
Η πόρτα του παραδείγματος πήγαινε «πέρα δώθε» (δεν έλαμπε, δεν έτρεμε, δεν βογκούσε κτλ).
Επιπλέον, στο ποιόν της δράσης μπορεί να υπαχθεί η ένταση, η συχνότητα και ο ρυθμός της δράσης, π.χ. πόσο γρήγορα ή πόσο δυνατά πήγαινε «πέρα δώθε» η πόρτα, κτλ. Η δράση είναι πάντα χαρακτηριστική και γι’ αυτό μπορεί πάντα και χαρακτηρίζει το ενεργό αντικείμενο.
Με τον εντοπισμό της ενέργειας του ενεργού αντικειμένου γίνεται συνήθως και ο εντοπισμός της δράσης στο χώρο, μιας και το ενεργό αντικείμενο, ως αντικείμενο, έχει κάποια θέση στον ονειρικό χώρο, κάτι για το οποίο είναι δυνατό να υπάρχει σαφής ανάμνηση.
Πολύ συχνά, ανάλογα με το περιεχόμενο και τη σαφήνεια της ανάμνησης ενός ονείρου, είναι δυνατό να γίνει ακριβέστερος χωρικός εντοπισμός της δράσης, ακόμη και σε σχετική «έκταση» μέσα στο χώρο, π.χ. ανάμεσα σε δύο σημεία ή σε δύο αντικείμενα.
Για παράδειγμα: «...Από το βράχο που καθόταν ο ταχυδρόμος πήγε ως το άλογο, άφησε κάτι πάνω στη σέλα του και μετά ξαναγύρισε πίσω στον ίδιο βράχο, στο ίδιο σημείο από όπου είχε φύγει». Αυτός ο εντοπισμός της πορείας που ακολούθησε το ενεργό αντικείμενο (ο ταχυδρόμος), συχνά υποδηλώνει και τη συγκεκριμένη τροχιά που διέγραψε. Δηλαδή ο ταχυδρόμος πήγε μπρος-πίσω, από το βράχο στο άλογο και πίσω στο βράχο, γραμμικά, π.χ. Δεν έκανε κύκλο, ούτε καμία γωνία στην πορεία του.
Αρκετά συχνά υπάρχει και ανάμνηση φοράς, κατεύθυνσης, με την οποία συμβαίνει κάποια ενέργεια. Όταν υπάρχει κίνηση, για παράδειγμα, αυτή νοείται πάντα σε σχέση και με το «κάδρο» του ονειρικού χώρου, (π.χ. Προς τα δεξιά, προς τ’ αριστερά, προς τα πάνω ή προς τα κάτω), όπως και από ή προς κάποιο ονειρικό αντικείμενο, (π.χ. «...Πήγε προς την πόρτα, ή προς το ποδήλατο», ή «απομακρύνθηκε βιαστικά από τον ταχυδρόμο...» κτλ).
Η (όποια) ενέργεια είναι εντοπίσημη και από την ανάμνηση της συγκεκριμένης αλληλουχίας με την οποία αυτή συνέβη στο όνειρο. Π.χ. «...Θυμάμαι που πρώτα χτυπούσε η πόρτα του κήπου πέρα δώθε και μετά ήρθε ο ταχυδρόμος...» κτλ.
Προς αυτή την κατεύθυνση βοηθά συχνά και η συγκεκριμένη επιλογή των λέξεων από τον «Ο/Υ» στη λεκτική εκφορά του ονειρικού συμβάντος. Π.χ. Η αφήγηση «...Ξαφνικά η πόρτα άρχισε να κινείται», μπορεί να σημαίνει ότι υπήρξε κάποια επίγνωση ηρεμίας της πόρτας πριν αυτή αρχίσει να κινείται, (σ.σ. γι’ αυτό και το «ξαφνικά). Κάτι που σημαίνει πιθανή επίγνωση κάποιας αλληλουχίας στην ονειρική δράση: «ηρεμία-έναρξη δραστηριότητας», κτλ.
Τελικά, είναι αδύνατη η αφήγηση ενός ονείρου χωρίς κάποια (ενεργά) αντικείμενα με (κάποια) συγκεκριμένη και γι’ αυτό εντοπίσημη δράση.
- Εξάλλου αυτή η δράση είναι που εγκαθιστά και χρονικές σχέσεις (αλληλουχίας) μεταξύ των αντικειμένων.
- Όπως κάνει δυνατή και την ύπαρξη συναισθημάτων που αυξομειούνται με την ανέλιξη της δράσης των ενεργών αντικειμένων.
Όλα αυτά γίνονται φανερά με την αφήγηση των ονείρων.
Γλωσσικά, στην πραγματικότητα ο λόγος αφηγείται πάντα την ανέλιξη κάποιας «ενέργειας». Γι’ αυτό, το ρήμα, από όλα τα μέρη του λόγου, είναι κεντρικό στην πρόταση και η πιο σημαντική της λέξη, για τη Γραμματική και το Συντακτικό. Το ρήμα δηλώνει άμεσα την ενέργεια (δράση, τρόπο, συμπεριφορά) κάποιου αντικειμένου ή το συγκεκριμένο πάθος του υποκειμένου, εξαιτίας της δράσης κάποιου ενεργού αντικειμένου.
**
Μικρή σύνοψη
(Το συγκεκριμένο των ονειρικών εικόνων)
Τα στοιχεία των ονειρικών αντικειμένων που προσφέρονται για χωροσυναισθηματική (ή όποια) ανάλυση είναι:
α. Η μορφή τους (άλογα, ταχυδρόμοι, πόρτες, πόμολα κτλ),
β. Η θέση τους στον ονειρικό χώρο:
- Μέσα στο ονειρικό «κάδρο», και
- Μέσα στην ονειρική εικόνα (σε σχέση του ενός προς το άλλο, ή/και προς τον «Ο/Υ», κάτι που συνιστά και την εγκατάσταση μιας συνολικής διευθέτησης και ενός συνόλου/κεντρικής εικόνας).
γ. Η θέση τους στη χρονική σειρά (αλληλουχία), με την οποία συμβαίνει η ανέλιξη του ονειρικού συμβάντος.
δ. Η ενέργειά τους (δράση, τρόπος, συμπεριφορά).
Όλα αυτά μπορούν να συγκεκριμενοποιήσουν σε ανεκτό βαθμό για τη λογική το παράλογο περιεχόμενο του ονείρου, έτσι που από ρευστό ονειρικό περιεχόμενο γίνεται αρκετά συγκεκριμένο, μετρητό και βατό για τη λογική.
Ένα οποιοδήποτε περιεχόμενο γίνεται συν-κεκριμένο όταν κριθεί (...-κεκριμένο), σε σχέση με κάποιο άλλο (συν-...), π.χ. σε ό,τι αφορά τη μορφή, τη θέση στο χώρο, στο χρόνο και την ενέργεια. Τότε γίνεται και «αντι-κείμενο», προς κάτι άλλο, σε ό,τι αφορά αυτές ακριβώς τις παραμέτρους.
Έτσι και οι εκφάνσεις των ονειρικών παραστάσεων εννοούνται εδώ και λέγονται ονειρικά αντικείμενα, όταν μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν σε ό,τι αφορά τη μορφή τους, τη θέση τους στον ονειρικό χώρο, το χρόνο και την ενέργεια. Όταν μπορούν να αντιδιασταλούν με όποιο άλλο ονειρικό αντικείμενο.
ΤΕΛΙΚΗ ΣΥΝΟΨΗ
Κατά κανόνα η ονειρική εικόνα έχει τη μορφή του πρότερου συμβάντος, τη γεωγραφία του αρχικού συμβάντος και το συναίσθημα και των δύο. Αυτό γίνεται φανερό με τη διπλή χωροσυναισθηματική σύγκριση.
α. Η σύγκριση ονείρου και αρχικού συμβάντος
Με αυτή ψάχνουμε τη γεωγραφία της (κεντρικής) εικόνας του ονειρικού συμβάντος, για να βρούμε τα κοινά σημεία που έχει με την κεντρική εικόνα του αρχικού συμβάντος σε ό,τι αφορά:
1. Το συναίσθημα,
2. Τις σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων:
Ι. στο χώρο (διάταξη),
ΙΙ. στο χρόνο (αλληλουχία), και
ΙΙΙ. στην ενέργεια (δράση, τρόπο, συμπεριφορά).
Ιδιαίτερα ψάχνουμε το αρχικό συμβάν και για κάποια συν-αισθηματική αιώρηση.
β. Η σύγκριση ονείρου και πρότερου συμβάντος
Εδώ ψάχνουμε την κεντρική εικόνα του ονειρικού συμβάντος, για να βρούμε τα κοινά σημεία με την εικόνα του πρότερου συμβάντος, σε ό,τι αφορά:
1. Τη μορφή,
2. Το συναίσθημα, και
3. Τις σχέσεις των επιμέρους αντικειμένων
Ι. στο χώρο (διάταξη),
ΙΙ. στο χρόνο (αλληλουχία) και
ΙΙΙ. στην ενέργεια (δράση, τρόπο, συμπεριφορά).
Οι στόχοι είναι πανεύκολοι. Δεν υπάρχει ευκολότερη υπόθεση από την ανίχνευση συγκεκριμένων χωροσυναισθηματικών ομοιοτήτων μεταξύ δύο χωροσυναισθηματικών θεμάτων. Είναι σαν να συγκρίνεις δύο εικόνες για να βρεις πόσο και σε τι ταιριάζουν μεταξύ τους. Ακριβώς αυτό.
Στην πραγματικότητα, οι τρεις κεντρικές εικόνες του ονειρικού, αρχικού και πρότερου συμβάντος είναι διαφορετικές στα πραγματικά χωροχρονικά τους δεδομένα (αλλού και άλλοτε συνέβη η καθεμία τους), αλλά είναι ίδιες σε χωρική διάταξη και χρονική αλληλουχία των στοιχείων τους, δηλαδή σε χωρο-χρονική δομή, όπως και σε συναισθηματικό αποτέλεσμα.
Για την ακρίβεια
- Η εικόνα του αρχικού συμβάντος της εγρήγορσης, με την απόλυτη γεωγραφία των στοιχείων της, είναι συγκεκριμένη σαν διάτρητη κάρτα ηλεκτρονικού εγκεφάλου (ακριβώς!), η οποία με τη συγκεκριμένη γεωγραφία των διατρήσεών της προκάλεσε συγκεκριμένες φορτίσεις στο θυμικό, οι οποίες παρέμειναν σε εκκρεμότητα για κάποιους υποκειμενικούς, αλλά πολύ συγκεκριμένους λόγους.
- Η εικόνα του ονειρικού συμβάντος είναι μια άλλη κάρτα με ακριβώς την ίδια διάτρηση, δηλαδή την ίδια ακριβώς χωρική θέση στη διάταξη των στοιχείων της, που μπορούν να εκπροσωπήσουν το ίδιο ακριβώς συναίσθημα, να το εκπληρώσουν, φέρνοντας (έτσι μόνο!) σε πέρας τη φόρτιση του θυμικού.
- Η εικόνα (ή εικόνες) των πρότερων συμβάντων, από παλιότερες υποκειμενικές μνημονικές καταγραφές, δανείζουν τη δική τους απόλυτη γεωγραφία για τη σύνθεση και το σχηματισμό της ονειρικής εικόνας.
Οι ερμηνείες των δώδεκα ονείρων που ακολουθούν είναι στην ουσία τους αρκετά και πολύ αναλυτικά παραδείγματα.
**
Αυτή η χωροσυναισθηματική ερμηνεία των δώδεκα ονείρων, εκτός των άλλων, είναι και μια απόπειρα του συγγραφέα να συλλάβει και να επεξεργαστεί μια ενιαία μέθοδο για τη χωροσυναισθηματική ερμηνεία του ονείρου. Αυτή η μέθοδος ανακάλυπτε τον εαυτό της, καθώς ερμήνευα το ένα όνειρο μετά το άλλο. Οι εμπειρίες από την ερμηνεία ενός ονείρου χρησίμευαν για την ερμηνεία του επομένου.
Τελικά οι δώδεκα ερμηνείες έφτασαν κάπως να έχουν μια συγκεκριμένη δομή, η οποία, με μικρές διαφοροποιήσεις, επαναλαμβάνει τον εαυτό της σε κάθε ένα από τα δώδεκα όνειρα και το καταχωρίζει κάθε φορά σε πολύ συγκεκριμένα μέρη.
Έτσι
- Υπό τον τίτλο: «Όνειρο» ή «Ονειρικό Συμβάν» περιλαμβάνεται πάντα η αφήγηση του ονείρου, όπου περιγράφεται το όνειρο από αυτόν τον ίδιον τον «Ο/Υ», με όσα από τα ονειρικά αντικείμενα θυμάται, τις ενέργειές τους και τα συναισθήματα που όλα αυτά ενέπνευσαν στον «Ο/Υ» ή/και στα άλλα αντικείμενα/πρωταγωνιστές του ονείρου.
- Υπό τον τίτλο: «Αρχικό Συμβάν» υπάρχει μια εξιστόρηση/ περιγραφή του αρχικού συμβάντος, όπως την αφηγείται ο «Ο/Υ», συνήθως μετά από πολλές και συγκεκριμένες μαιευτικές ερωτήσεις του συγγραφέα του παρόντος και μετά από κάποιο διάλογο μεταξύ συγγραφέα και «Ο/Υ».
- Υπό τον τίτλο: «Πρότερο συμβάν» ή «Πρότερα συμβάντα», περιλαμβάνεται μια λεπτομερειακή περιγραφή και ανάλυση των καταστάσεων και των πρωταγωνιστικών αντικειμένων των πρότερων συμβάντων, που ήταν καταγραμμένα ήδη στη μνήμη του «Ο/Υ», όταν αυτός βίωσε το αρχικό συμβάν, στην εγρήγορση της προηγούμενης μέρας, πριν δει το όνειρο, αλλά και που (αυτά τα πρότερα συμβάντα/μνημονικές καταγραφές) υπήρχαν και στη διάρκεια του ονείρου.
Η μνήμη είναι μία και οι συγκεκριμένες μνημονικές καταγραφές της είναι εκεί, και όταν συμβαίνει το αρχικό συμβάν στην εγρήγορση της προηγούμενης μέρας, και όταν ο «Ο/Υ» βιώνει την εμπειρία του ονείρου.
- Υπό τον τίτλο: «Το αιωρούμενο συναίσθημα» περιγράφεται κάποιο συγκεκριμένο γεγονός στο αρχικό συμβάν με το οποίο έχει προκληθεί στο θυμικό του «Ο/Υ» ένα ανάλογο (αρνητικό) συναίσθημα, για το οποίο δε βρέθηκε καμιά θετική λύση εκεί, στο αρχικό συμβάν, και έτσι αυτό το συναίσθημα έμεινε να φορτίζει το θυμικό του «Ο/Υ», όταν αυτός πήγε για ύπνο και είδε το συγκεκριμένο όνειρο που ενδιαφέρει κάθε φορά την ερμηνεία.
- Υπό τον τίτλο: «Τελική χωροσυναισθηματική διευθέτηση» υπάρχει η τελική απόπειρα να συγκροτηθούν όλες αυτές οι αναλύσεις σε μία τελική χωροσυναισθηματική ερμηνεία.
Σε αυτή την «τελική χωροσυναισθηματική διευθέτηση» γίνεται απόπειρα για μια συνθετική περιγραφή των κεντρικών εικόνων, των καταστάσεων και όλων των πρωταγωνιστικών αντικειμένων στα διάφορα συμβάντα (ονειρικό, αρχικό και πρότερα).
- Υπό τον τίτλο: «Ιδέες-αρμοί» στο χώρο, στο χρόνο, στο συναίσθημα και στην ενέργεια, αναπτύσσονται όλες εκείνες οι ιδέες που είναι κοινές για όλα τα συμβάντα (ονειρικό, αρχικό, πρότερα) και συνδέουν τις εικόνες τους μέσα από το χώρο, το χρόνο, το συναίσθημα και την ενέργεια.
Αυτές οι εικόνες είναι απόλυτα σχετικές μεταξύ τους και οι ιδέες που τις διαπερνούν, που τις συνθέτουν ή τις αντιθέτουν, είναι κοινές για τις εικόνες που υπάρχουν και στα τρία επίπεδα: ονείρου, πραγματικότητας και μνήμης (ή αλλιώς: ονειρικής, αρχικής και πρότερης πραγματικότητας).
Με άλλα λόγια, η ονειρική εικόνα στην ουσία της είναι αυτή η ίδια η εικόνα του πρότερου συμβάντος, η οποία ταυτόχρονα είναι μια σωστή αναλογία και της αρχικής εικόνας.
***
ΠΡΩΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
«ΑPΜΥPΟΚΟΥΛΟΥPΟ»
(Το όνειρο της «Ο/Υ-1»)
Η «Ο/Υ-1» είναι η Σταυρούλα, γυναίκα ενός παλιού φίλου και οικογενειακή φίλη ήδη και αυτή, παρά τις πολύ αραιές συναντήσεις μας. Μένουν στη Βέροια τώρα, μετά από πολλά χρόνια στην Κοζάνη όπου υπηρετούσε ο φίλος στη ΔΕΗ. Έχουμε χαθεί τα τελευταία χρόνια.
Αφού διάβασαν το πρώτο βιβλίο μου για το όνειρο δημιουργήθηκε έντονη επιθυμία στη Σταυρούλα να μου διηγηθεί αυτό το πολύ «σημαδιακό» όνειρο, που είχε ονειρευτεί όταν ήταν 16 χρονών. Μου εξέφρασε την επιθυμία της αυτή μια δυο φορές από το τηλέφωνο και τώρα, μετά από πολύ καιρό που ήρθαν στην Έδεσσα (Κυριακή 27 Σεπτ. ‘92), μου έκανε την αφήγηση που ακολουθεί, μεταξύ τυριού και αχλαδιού, εκεί όπου είχαμε καθίσει να φάμε στο τουριστικό περίπτερο του Φ.Ο.Ε. (Φυσιολατρικό Όμιλο Έδεσσας).
Το αρχικό συμβάν
«Ήμουν δεκαέξι χρονών τότε (σ.σ. σήμερα είναι τριάντα επτά) και τη μέρα του Αγίου Φανουρίου κάναμε αρμυροκούλουρα για να ονειρευτούμε το μέλλον μας. Παίρναμε ένα αρμυροκούλουρο το σπάζαμε στη μέση, πετούσαμε το μισό πάνω στα κεραμίδια του σπιτιού μας και το άλλο μισό το βάζαμε κάτω από το μαξιλάρι μας για να ονειρευτούμε σημαντικά μελλούμενα από τη ζωή μας. Ποιον θα παντρευτούμε πρώτα απ’ όλα, τι δουλειά θα κάνουμε, πως ή πότε θα πεθάνουμε ενδεχομένως και άλλα τέτοια. Εκείνο το βράδυ βγήκα έξω στην αυλή μας και πέταξα το μισό αρμυροκούλουρο στα κεραμίδια, αλλά αυτό κύλησε πάλι πίσω από τη στέγη κι έπεσε κάτω, στο χώμα. Θυμάμαι πολύ καθαρά που το βρήκα αμέσως και με την πρώτη μέσα στο σκοτάδι. Άπλωσα το χέρι μου αμέσως και το έπιασα με την πρώτη και το ξαναπέταξα στα κεραμίδια».
«Το βράδυ ονειρεύτηκα ότι προχωρούσα μόνη σε ένα φαρδύ δρόμο, ανηφορικό, που είχε πεζοδρόμιο μόνο από τα αριστερά. Θυμάμαι πολύ καθαρά το κράσπεδο μόνο από αριστερά. Πιο πάνω αριστερά ήταν ένα σπίτι με σκεπές πολύ χαρακτηριστικά να κατεβαίνουν σε αλλεπάλληλα στρώματα, όπως καμιά φορά έχουν τα σπίτια που είναι χτισμένα σε έδαφος με μεγάλη κλίση. Στο τέρμα του δρόμου, δεξιά πάνω, ήταν μια εκκλησία.
Όπως πήγαινα λοιπόν στην ανηφόρα βλέπω ένα ταξί να κατεβαίνει από απέναντι, να έρχεται προς το μέρος μου και να με προσπερνάει από τα δεξιά μου. Είδα πολύ καθαρά τον ταξιτζή. Τον κοίταζα επίμονα και με κάποια πολύ έντονα συναισθήματα. Ήταν μελαχρινός και είχε ένα πολύ παχύ μαύρο μουστάκι. Τον έβλεπα ολοκάθαρα μπροστά στα μάτια μου και η καρδιά μου χτυπούσε τόσο γρήγορα και δυνατά που ξύπνησα από το φόβο και η καρδιά μου χτυπούσε ακόμα σαν τρελή παρόλο που είχα ξυπνήσει και το όνειρο είχε τελειώσει».
Η αφήγησή της είχε μεγάλη σαφήνεια, ένταση και αλήθεια, αφού την είχε συνοδεύσει και με πολύ χαρακτηριστική παντομίμα: βλέμματα, χειρονομίες και εκφράσεις. Ήταν φανερό ότι πίστευε ειλικρινά πως αυτό το όνειρο είχε κάτι σημαδιακό για τη ζωή της. Ο άνδρας της πρόσθεσε ότι η Σταυρούλα φοβάται πως θα πεθάνει από καρδιά. Επειδή εκείνο το όνειρο ήταν αποτέλεσμα του αρμυροκούλουρου πίστευε ότι ο Άγιος Φανούριος της είχε αποκαλύψει (μέσα από το όνειρο και συγκεκριμένα από την ταχυπαλμία που την είχε πιάσει) ότι της έμελλε να πεθάνει από καρδιακή προσβολή. Όπως επίσης και ότι ο ταξιτζής αυτός θα ήταν ο άνδρας της ζωής της.
(Σ.σ. Ο άνδρας της, ο φίλος, αν και είναι μελαχρινός, με παχύ κατάμαυρο μουστάκι, όταν το άφηνε κάποτε πολύ σπάνια, δεν είχε καμιά σχέση με ταξί ή με αυτοκίνητα πέρα από το γιωταχί που είχε κι αυτός, όπως όλοι μας).
Η ΧΩΡΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΑΝΑΓΩΓΗ
Είναι ευτυχές γεγονός που η αφήγηση του ονείρου συμπεριλάμβανε και το «αρχικό συμβάν», που είναι συνυφασμένο με αυτό το όνειρο, αφού αυτό το αρχικό συμβάν αφορούσε κάτι σχετικό με τον Άγιο Φανούριο, ο οποίος υποτίθεται ότι θα ενέπνεε κάποιο όνειρο ακριβώς μέσα από τη διαδικασία του πετάγματος του αρμυροκούλουρου στην στέγη.
Έτσι κι αλλιώς, δηλαδή, η ιδέα ενός (κάποιου) ονείρου υπάρχει μέσα σ’ αυτό το αρχικό συμβάν, με το Αγιοφανουρίτικο αρμυροκούλουρο. Αν αυτό το αρχικό συμβάν δεν ήταν έτσι συνυφασμένο με την ονειρική του συνέχεια, θα ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για οποιονδήποτε να θυμηθεί αρχικό συμβάν μετά από τόσα χρόνια, μιας και τα όνειρα καταχωρούνται στη μνήμη ανεξάρτητα πάντα από οποιοδήποτε (αρχικό) συμβάν της εγρήγορσης. Θα θυμόταν μόνο το όνειρο ή μόνο το αρχικό συμβάν, αλλά όχι και τα δύο, σαν πακέτο.
(Σ.σ. Μόνο η χωροσυναισθηματική προσέγγιση λέει ότι όνειρο και αρχικό συμβάν είναι κάποιο συγκεκριμένο πακέτο).
Μαζί με τη Σταυρούλα είδαμε πολλά από τα στοιχεία του ονείρου και του αρχικού συμβάντος με τα περισσότερα από τα οποία συμφώνησε αμέσως και αβίαστα.
Τα στοιχεία που υπάρχουν στο όνειρο, τα ονειρικά αντικείμενα, είναι λίγα και πολύ συγκεκριμένα, σίγουρα επειδή η αφήγηση έχει κατασταλάξει, μετά από τόσα χρόνια, στα βασικά και απαραίτητα αντικείμενα:
1. Ο ανηφορικός δρόμος
2. Το κράσπεδο μόνο προς τα αριστερά.
3. Το σπίτι με τις αλλεπάλληλες στέγες, στ’ αριστερά της.
4. Η εκκλησία πάνω και δεξιά.
5. Το ταξί και ο ταξιτζής μέσα.
1. Ο ανηφορικός δρόμος
Το πέταγμα του αρμυροκούλουρου στην στέγη του σπιτιού είναι μια γραμμική κίνηση προς τα πάνω (ανηφορική), όπως ευθύς και ανηφορικός ήταν ο δρόμος και η πορεία της Σταυρούλας στο όνειρο. Όπως ανηφορική είναι και η κλίση αυτής της ίδιας της στέγης.
2. Το μονό πεζοδρόμιο
Σ’ αυτό το σημείο της υπογράμμισα το πολύ συγκεκριμένο ονειρικό στοιχείο, του πεζοδρομίου που υπήρχε μόνο αριστερά στον ονειρικό δρόμο. Την παρότρυνα να θυμηθεί αν υπήρχε κάποια ανάλογη λεπτομέρεια στο πραγματικό σπίτι τους, αριστερά και κάτω από το σημείο που είχε πετάξει το αρμυροκούλουρο στη στέγη. Η Σταυρούλα θυμήθηκε αμέσως ότι εκεί, μπροστά στο σπίτι τους, υπήρχε ένα συγκεκριμένο κράσπεδο. Μόνο ένα, εκεί και σε σωστή σχέση με το κράσπεδο του ονείρου. Έκανε αυθόρμητα και πρόθυμα με τα δάχτυλά της πάνω στο τραπεζομάντιλο του τραπεζιού, όπου τρώγαμε, ένα πρόχειρο σκαρίφημα του κράσπεδου αυτού («Να, έτσι ήταν!») και είπε στον άντρα της ότι το σπίτι τους «παλιά» ήταν έτσι, είχε ένα κράσπεδο μπροστά σε κείνο ακριβώς το σημείο, αλλά, πρόσθεσε, ότι αυτός δεν μπορεί να το ξέρει, γιατί είχαν γίνει κάτι αλλαγές ακριβώς εκεί, πριν αυτοί παντρευτούνε.
3. Οι στέγες
Οι αλλεπάλληλες ονειρικές στέγες, φυσικά ήταν κάποια πρότερη καταγραφή από ανάλογες στέγες, που στο όνειρο αντικαθιστούσαν την πολύ συγκεκριμένη στέγη όπου στο αρχικό συμβάν είχε πετάξει το αρμυροκούλουρο. Ήταν κάτι πολύ φανερό (στέγη το ένα στέγη και το άλλο) και γι’ αυτό στο λίγο χρόνο που είχε η πρόχειρη κουβέντα μας δεν το έψαξα πολύ. Ήταν τόσο ολοφάνερη, δηλαδή, η αναλογία του ονειρικού στοιχείου (αλλεπάλληλες στέγες) με το ανάλογο στοιχείο του αρχικού συμβάντος (στέγη του σπιτιού της, όπου είχε πετάξει το αρμυροκούλουρο), που δεν το έψαξα πολύ για πρότερα συμβάντα που σίγουρα θα ήταν και πολύ δύσκολο να τα θυμηθεί μετά από τόσα χρόνια.
4. Ο ταξιτζής/αρμυροκούλουρο
Κατ’ αρχάς θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ο μελαχρινός ταξιτζής με το παχύ μαύρο μουστάκι ήταν μια εύλογη αρρενωπή εκδοχή του γαμπρού, που ευχόταν να της φανερώσει ο Άγιος Φανούριος, το κεντρικό ζητούμενο από τα θετικά μελλούμενα που όλα εξαρτώνταν από τη «μαγική» δράση του αρμυροκούλουρου. Η ευχή είναι κάτι αφηρημένο, αλλά μπορεί να υλοποιηθεί με μιαν αντιπροσωπευτική εικόνα που προβάλλεται στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Στο αρμυροκούλουρο.
Με δυο λόγια, ο ταξιτζής μέσα στο ταξί που στο όνειρο ήρθε προς το μέρος της, ήταν αυτό το ίδιο το αρμυροκούλουρο που έπεφτε από την στέγη στο αρχικό συμβάν.
Προσοχή! Οι σχέσεις στο χώρο και στη δράση συμφωνούν.
Της υπογράμμισα το γεγονός ότι, όπως είχα παρατηρήσει, όταν αφηγούνταν το αρχικό συμβάν, με τις χειρονομίες της, με τις οποίες όλοι οι Έλληνες συνοδεύουμε τις διάφορες λεκτικές περιγραφές μας, είχε γίνει φανερό ότι είχε πετάξει το κουλούρι με το δεξί χέρι και ότι αυτό είχε κυλήσει πίσω και είχε πέσει προς τα δεξιά της, κάτω στο χώμα. Συμφώνησε αμέσως. Όπως συμφώνησε ότι και ο ταξιτζής είχε διαγράψει χονδρικά την ίδια πορεία. Από το βάθος του ανηφορικού(!) δρόμου, μπροστά της, είχε κινηθεί προς το μέρος της και στη συνέχεια προς τα κάτω και δεξιά της. Εξάλλου, όταν διηγούνταν την εμφάνιση και την πορεία του ταξιτζή στο όνειρο είχε κάνει τις ίδιες χειρονομίες και είχε ρίξει τα ίδια βλέμματα από τα μπροστά και πάνω προς τα δεξιά και κάτω, όπως ακριβώς όταν είχε αφηγηθεί την τροχιά που είχε ακολουθήσει το αρμυροκούλουρο, όταν έπεφτε από τη στέγη στο χώμα. Η παντομίμα της ήταν ακριβώς μία από τα ίδια.
Ο ταξιτζής/αρμυροκούλουρο ξανά
Ο ταξιτζής του ονείρου λοιπόν, είχε έρθει προς το μέρος της από μπροστά και λίγο ψηλότερα (μια και αυτή είπε ότι στο όνειρο είχε κινηθεί σε ανηφορικό δρόμο), όπως ακριβώς είχε κυλήσει και το κουλούρι στο αρχικό συμβάν από ψηλά και μπροστά της (από την στέγη) και είχε πέσει δεξιά της κάτω στο χώμα, όπου και το είχε πιάσει μέσα στο σκοτάδι με την πρώτη.
Η χαρακτηριστική ταχύτητα
Συμφώνησε επίσης ότι το γεγονός πως είχε ονειρευτεί κάποιο ταξί, συνηγορούσε με το γεγονός ότι το κουλούρι είχε πέσει με κάποια ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή που βαδίζει συνήθως ένας άνθρωπος, γι’ αυτό και η ονειρική αναπαράσταση ήταν φυσικό να είναι ένα όχημα (ταξί) που αναπτύσσει κάποια ανάλογη ταχύτητα.
Στο λίγο χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας τη ρώτησα, αλλά δεν επέμενα να τη βάλω να θυμηθεί κάποιο ανάλογο πρότερο αρχικό συμβάν με ταξί ή με ταξιτζή που είναι λογικό (μόνο) να υποθέσουμε ότι θα της είχε τύχει κάποτε στο παρελθόν. Εξάλλου είχαν περάσει και πολλά χρόνια από τότε που ήταν δεκαέξι χρονών. Τέτοιες λεπτομέρειες θα τις είχε ξεχάσει. Πιθανώς.
5. Η εκκλησία
Αυτή η εκκλησία που είδε στο όνειρο δεξιά και πάνω στον ανηφορικό δρόμο, ήταν κάτι που δεν το είχε σκεφτεί ότι μπορούσε να υπάρχει στο αρχικό συμβάν. Επέμενα να μου πει αν από το συγκεκριμένο σημείο που είχε πετάξει το κουλούρι προς τη στέγη υπήρχε κάποια εκκλησία δεξιά και μπροστά, σε όση μεγάλη ή μικρή απόσταση κι αν υπήρχε αυτή.
Τελικά θυμήθηκε ότι πράγματι υπήρχε μια μισοχτισμένη εκκλησία σε αυτή ακριβώς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά δε θυμόταν να είχε καμιά σχέση με το αρμυροκούλουρο, με τον Άγιο Φανούριο ή με οτιδήποτε από εκείνο το συγκεκριμένο συμβάν. Εκτός φυσικά από τη γενική αλήθεια ότι ο Άγιος Φανούριος και το αρμυροκούλουρο και όλα αυτά είχαν μεγάλη σχέση με τη θρησκεία και τις εκκλησίες.
Δεν είχα χρόνο να συνεχίσω το ψάξιμο. Εκκλησία πάντως υπήρχε σε κείνη ακριβώς την κατεύθυνση, έστω και αν όπως λέει σήμερα, μετά είκοσι χρόνια, δε θυμάται να είχε καμιά σχέση με το αρχικό συμβάν.
Οι σχέσεις στη δράση
1. Στο όνειρο
Παρατηρούμε ότι στο όνειρο υπάρχουν δύο πολύ συγκεκριμένες δράσεις (κινήσεις, ενέργειες, συμπεριφορές):
α. Η κίνηση αυτής της ίδιας της Σταυρούλας καθώς προχωρούσε στον ανηφορικό ονειρικό δρόμο.
β. Η κίνηση του ταξί (με τον ταξιτζή μέσα), που ήρθε προς το μέρος της (αντίθετα).
2. Στο αρχικό συμβάν
Εύκολα παρατηρούμε επίσης ότι αυτές οι δύο κινήσεις υπάρχουν και στο αρχικό συμβάν:
α. Είναι η τροχιά που διέγραψε το αρμυροκούλουρο προς τη στέγη.
β. Είναι η τροχιά που διέγραψε το αρμυροκούλουρο προς τη Σταυρούλα, όταν γλίστρησε από τη στέγη και έπεσε προς το χώμα.
Οι ανάλογες κινήσεις είναι ακριβώς ίδιες σε κατεύθυνση (από, προς) και τροχιά (ευθείες), αλλά και ταχύτητα, σε σχέση με τον υποκειμενικό παρατηρητή, τη Σταυρούλα που είναι το σταθερό σημείο αναφοράς και η συντεταγμένη αρχή προς και από κάθε αντικείμενο τόσο στο αρχικό συμβάν, όπως και στο όνειρο.
Μιας και αυτές οι δύο κινήσεις υπάρχουν και κατέχουν κεντρική θέση και στο αρχικό συμβάν και στο όνειρο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι σπουδαίες και για τα δύο.
Σημαντική λεπτομέρεια
Πολύ χαρακτηριστική είναι και η ταύτιση της Σταυρούλας στο όνειρο μόνο με την πρώτη κίνηση του αρχικού συμβάντος, (αυτή τη κίνηση του αρμυροκούλουρου προς τη στέγη), μιας και στο όνειρο η Σταυρούλα είδε τον ίδιο τον εαυτό της μόνο να προχωράει προς τον ανηφορικό δρόμο (σ.σ. και όχι να έρχεται). Ταύτιση πολύ φυσική, αν σκεφτούμε ότι αυτή η αρχική πορεία του αρμυροκούλουρου προς τη στέγη είναι που κουβαλάει όλες τις ευχές, γιατί δεν έχει συμβεί ακόμη τίποτε αρνητικό.
Με άλλα λόγια, το όνειρο μας αποκαλύπτει ότι δεν είναι μόνο οι ευχές της Σταυρούλας που συνοδεύουν το αρμυροκούλουρο προς τη στέγη, αλλά και ένα πολύ συγκεκριμένο κομμάτι της ψυχής της. Το θυμικό. Παρατηρούμε όμως ότι αυτό δεν συμβαίνει στη δεύτερη πορεία του αρμυροκούλουρου, όταν αυτό έπεφτε από τη στέγη. Γιατί τότε πλέον είχε ήδη συμβεί κάτι αρνητικό και το κουλούρι πήγαινε προς τη γη. Αυτή η δεύτερη, ατυχής, κίνηση λοιπόν εμφανίζεται «αντικειμενική» στο όνειρο, αφού είναι κάποιος «άλλος» που την εκπροσωπεί και όχι η Σταυρούλα! Συγκεκριμένα είναι ο... «ταξιτζής»!
Με δυο λόγια, στο όνειρο, η Σταυρούλα πάει μεν, αλλά δεν έρχεται πίσω αυτή η ίδια. Έρχεται ο... ταξιτζής!
Δηλαδή, η Σταυρούλα, φρονίμως ποιούσα, ας είναι και σε όνειρο, έχει πάρει τις αποστάσεις της πλέον από το αντικείμενο, τώρα που κάτι έχει πάει στραβά!
Έστω και μέσα στο άλογο όνειρο, αποφεύγει τις κακοτοπιές πολύ φρόνιμα.
**
ΤΕΛΙΚΗ XΩPΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ
1. ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ
Η Σταυρούλα δεκαέξι χρονών πήρε το μισό αρμυροκούλουρο και με όλες τις ανάλογες σκέψεις, τις εικόνες και τα συναισθήματα της εφηβικής ηλικίας βγήκε το βράδυ στην αυλή της, μόνη μέσα στο υποβλητικό σκοτάδι, να το πετάξει στα κεραμίδια. Η στιγμή είναι «μαγική». Το αντικείμενο είναι φορτισμένο στο δεξί της χέρι. Κουβαλάει τη δυνατότητα να γίνει το ενεργό διάμεσο μέσα από το οποίο θα δράσει ο Άγιος Φανούριος. Κουβαλάει μυστικά εικόνες από το μέλλον της. Φέρνει από το μέλλον μια πολύ συγκεκριμένη δυναμική ενέργεια στο παρόν, αφού οι εικόνες του ονείρου θα έρθουν από το μέλλον στο παρόν και θα επηρεάσουν τη ζωή της με αυτήν τη δυναμική ανάδραση την πολύ πέρα από τα συνηθισμένα. Είναι πραγματικά φοβερό να είσαι δεκαέξι χρονών, μόνος μέσα στη νύχτα και να πιστεύεις και να περιμένεις ότι με τις πράξεις σου θα δράσει κάποιος Άγιος και θα σου φανερωθούν τα μεγάλα γεγονότα της μελλούμενης ζωής σου. Παρούσα και έντονη είναι η λαχτάρα να σου φανερωθούν καλές τύχες (ο γαμπρός, πλούτη, υγεία), όπως παρόν είναι και ο ανάλογος φόβος να σου φανερωθούν κακοτυχίες (αρρώστιες, φτώχιες, κακοριζικά).
Δηλαδή, το συμβάν ξεκινάει σαν ευχή με το πέταγμα του μισού αρμυροκούλουρου στην στέγη και κανονικά ολοκληρώνεται με το όνειρο που φέρνει το άλλο μισό αρμυροκούλουρο κάτω από το μαξιλάρι. Το αρμυροκούλουρο είναι ένα, αλλά ενώ το μισό βρίσκεται όλο το βράδυ στη στέγη και βλέπει και συνδιαλέγεται με τ’ άστρα και τα στοιχειά, το άλλο μισό είναι κάτω από το μαξιλάρι και μεταφέρει τα μυστικά, που συλλαμβάνει το άλλο μισό του, στο αυτί του ονειρευόμενου. Επιχείρηση πολύ πολύ συγκεκριμένη γι’ αυτό όλα θα πρέπει να γίνουν σωστά για να πάνε τα πράγματα κατ’ ευχή. Ίσως όλα αυτά να εξαρτώνται ή να επηρεάζονται από το πόσο άψογα θα εκτελεστεί η ιεροτελεστία. Το ζύγι της καλοτυχίας ή της κακοτυχίας μπορεί να εξαρτάται από το πόσο άψογοι (ή αναμάρτητοι), θα είμαστε εμείς οι ίδιοι αυτές τις ώρες, όπως άψογη θα πρέπει να είναι και αυτή η ίδια η διαδικασία, που θα πρέπει να ολοκληρωθεί σωστά.
2. Η ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΙΩPΗΣΗ
Αλλά όμως κάτι πάει στραβά και η ευχή μένει μετέωρη. Η ιεροτελεστία τραυματίζεται από ένα αναπάντεχο δυστύχημα. Το μισό αρμυροκούλουρο γλιστράει από τη (μαγική) σκεπή και πέφτει στο (μιαρό) χώμα και μάλιστα κινδυνεύει να χαθεί μέσα στο σκοτάδι!! Η λαχτάρα υποχωρεί βίαια, ενώ παροξύνεται ο φόβος. Η ευχή κινδυνεύει να μετατραπεί σε κατάρα. Οι λεπτές ισορροπίες θετικών και αρνητικών συναισθημάτων καταστρέφονται απότομα και βίαια και η πλάστιγγα γέρνει ξαφνικά και επικίνδυνα προς τα αρνητικά δεδομένα. Αυτή η ίδια η «μαγεία» κινδυνεύει να γίνει χίλια κομμάτια από αυτό το αναπάντεχο ατύχημα και μαζί με αυτήν κινδυνεύει να πάει στραβά και η ζωή της η ίδια που είναι ανοιχτή κάπως, δεκτική, ευάλωτη και σε μαγική τήξη αυτό το μυστηριακό Αγιοφανουρίτικο βράδυ.
Με δυο λόγια, ο φόβος από αυτή την αναπάντεχη και δυσμενή εξέλιξη του εγχειρήματος είναι ξαφνικός και μεγάλος. Τα συναισθήματα παροξύνονται, γιατί είναι και εξαιρετικά επείγοντα αφού όλα γίνονται μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.
Και μάλιστα, το γεγονός, που όταν το κουλούρι έπεσε στο χώμα άπλωσε το χέρι της και το βρήκε μέσα στο σκοτάδι «με την πρώτη», όπως είπε, φορτίζει ακόμη περισσότερο την ψυχή του κοριτσιού με συναισθήματα δέους και ενισχύει ακόμη περισσότερο την ήδη μεγάλη πίστη της ότι κάτι «παράξενο» συμβαίνει εδώ. Κάτι έξω από τα συνηθισμένα.
Ακόμη περισσότερο, το τελευταίο αυτό γεγονός, που βρήκε το κουλούρι με την πρώτη, υποδηλώνει σίγουρα την εξαιρετικά υψηλή αυτοσυγκέντρωσή της τη στιγμή του δυστυχήματος, κάτι (υψηλή αυτοσυγκέντρωση) που μπορεί να αιτιολογηθεί πολύ καλά από το μέγεθος των συναισθημάτων που την πλημμύρισαν ξαφνικά, όταν το κουλούρι αντί να σταθεί στη σκεπή, ως επίτασσε η ιεροτελεστία του Αγιοφανουρίτικου εθίμου και η φυσική και ευτυχής φορά των πραγμάτων, αυτό έπεσε στο χώμα και εκτός που λερώθηκε, προφανώς, θα μπορούσε και να χαθεί μέσα στο σκοτάδι και να πάνε όλα στράφι. Η ένταση της προσοχής, όπως και η οξύτητα της διαυγούς(!) νόησης είναι πάντα ευθέως ανάλογες με το μέγεθος της θυμικής φόρτισης. Μαζί με αυτά έντονο είναι και το βλέμμα, το κατ’ εξοχήν εργαλείο της προσοχής και της νόησης.
3. ΟΝΕΙΡΙΚΗ ΑΝΑΛΟΓΙΑ
Προσοχή όμως! Παρόμοια είναι και η συμπεριφορά της στο όνειρο, όταν κοίταζε πολύ έντονα και τον ταξιτζή όπως αυτός περνούσε από δίπλα της. Όταν αφηγούνταν το όνειρο μού είχε πει (ανοίγοντας ταυτόχρονα τα μάτια της διάπλατα και σκύβοντας μπροστά, με πολύ χαρακτηριστική προθυμία) ότι τον κοίταζε πολύ έντονα και συνεχώς («...δεν τον έχανα από τα μάτια μου!»). Ταιριάζει τέλεια. Ακριβώς όπως πολύ έντονα και ορθάνοιχτα θα είχε στρέψει τα μάτια της και προς το αρμυροκούλουρο όταν αυτό έπεφτε από τη στέγη, ακριβώς για να μη το χάσει από τα μάτια της στα σκοτεινά. (Σ.σ. Κάτι που το κατάφερε τελικά και με την πρώτη). Πολύ χαρακτηριστικά παρόμοια αντίδραση. Αν και δεν το είπε έτσι ακριβώς είμαι βέβαιος (ή, έστω, μπορούμε να υποθέσουμε τουλάχιστον χωρίς λογική δυσανασχέτηση) ότι η Σταυρούλα είχε μια κάποια ταχυπαλμία και στο αρχικό συμβάν, όταν το αρμυροκούλουρο γλίστρησε από τη στέγη και έπεσε στο χώμα.
Τελικά, παρότι φαίνεται πολύ απλοϊκό, αυτό είναι ένα συμβάν που δε συμβαίνει συχνά στον καθένα με όλη αυτή την οξύτητα της νόησης, την ένταση των συναισθημάτων και τη δύναμη της πίστης. Είναι λογικό να φορτίσει την ψυχή, να επαναδραματοποιηθεί το βράδυ σαν όνειρο, που και αυτό με τη δική του ένταση συμβάλλει ακόμη παραπέρα στη μεγέθυνση των συναισθημάτων που φορτίζουν τα αντικείμενα και τελικά να μείνουν όλα στη μνήμη για πάντα, σαν κάτι παράξενο, φοβερό και σημαδιακό.
Και μάλιστα, η μετέωρη ευχή (το πακέτο των συναισθημάτων που συνοδεύουν το αρμυροκούλουρο) είναι αυτή που ολοκληρώθηκε το βράδυ στο όνειρο, ακριβώς επειδή τα συναισθήματα είχαν μείνει να αιωρούνται ανολοκλήρωτα, μετά την πτώση στη γη του αρμυροκούλουρου.
(Σ.σ. Κανονικά θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι, αφού η διαδικασία ολοκληρώθηκε με το ξαναπέταγμα του αρμυροκούλουρου στη στέγη, θα ηρεμούσε και το συναίσθημα που θα έφτανε σε κάποιο ικανοποιητικό πέρας. Πίστη μου είναι ότι τα συναισθήματα δεν είναι βέβαιο ότι ικανοποιούνται με μια απλή διόρθωση της πορείας, μετά από ένα τέτοιο αρνητικό και εκτός προγράμματος γεγονός. Κάθε άλλο μάλιστα).
Αυτά, τα αιωρούμενα συναισθήματα, παραμένουν κάπου, σε εκκρεμότητα, και αυτά είναι που αποζητούν πάντα μια ολοκλήρωση και τη βρίσκουν μέσα στο ονειρικό δράμα και σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, σ’ αυτή την περίπτωση, που προκαλούν μια νέα και πολύ πιο μεγάλη ταχυπαλμία. Το όνειρο είναι πάντα κάποια μεγεθυσμένη καρικατούρα του αρχικού συμβάντος.
Τέλος, πρέπει να είναι φανερό πλέον ότι το όνειρο ήταν συνέχεια και επαναδραματοποίηση του αρχικού συμβάντος και είναι απόλυτα ενδεικτικό ότι ακριβώς έτσι, πακέτο, το θυμόταν και η Σταυρούλα.
Υστερόγραφο
Όταν τελείωσα αυτήν τη χωροσυναισθηματική ανάλυση την έστειλα με ένα γράμμα σ’ αυτό το φιλικό ζευγάρι, για να τη διαβάσουν και να μου γράψουν αν και κατά πόσο συμφωνεί η Σταυρούλα με όλα αυτά, διαδικασία που έχω τηρήσει απαράβατα για όλα τα όνειρα. Συμφώνησε με όλα απολύτως. Μου απάντησαν λεπτομερώς, με κατακλείδα «...την εκτίμησή της που έπιασα μέχρι κεραίας τους παλμούς της».
Μου άρεσε, αν και ήμουν ήδη αρκετά σίγουρος ότι την είχα κερδίσει. Οι λεπτομέρειες όλες έδεναν τόσο σίγουρα και αναμφισβήτητα μεταξύ τους.
***
<<<<<<<<<<<<<<<<<<