COVER

 

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε πλήρες στο περιοδικό "Φηγός" (Ιερή Βελανιδιά), που εκδίδει η Νομαρχία Ιωαννίνων (Έτος? Τεύχος? Σελίδες?).

Στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού ήταν η πολύ καλή παιδική μου φίλη, η γνωστή ποιήτρια Άννα Τρυψιάνη-Δερέκα. Επόμενο ήταν, λοιπόν, να εγκριθεί ευκολότερα για δημοσίευση αυτό το εξειδικευμένο και μάλλον δύσκολο (ελπίζω και ενδιαφέρον) κείμενο.

...............................................................

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ -ν

 

Πρό-λογος

Εναρκτήριο πρόσχημα για την παρούσα ανάλυση είναι ένα γλωσσικό θέμα που δίχασε τους Έλληνες τα τελευταία χρόνια και αφορά την χρήση και την τύχη του τελικού –ν του αρσενικού άρθρου «τον» πριν από λέξεις που αρχίζουν από ορισμένα σύμφωνα. Οι διενέξεις επικεντρώθηκαν κυρίως στο αν είναι όμορφο ή άσχημο, σωστό ή λανθασμένο να γράφουμε ή να λέμε «το Γιώργο» ή «το Θανάση».
Η παρούσα ανάλυση επιχειρεί να αποσα­φηνίσει ως το κόκαλο το δίκαιο του λόγου μάλλον, παρά το δίκαιο της μιας ή της άλλης πλευράς. Αναγκαστικά είναι μια βουτιά στα βαθιά, γιατί, μιλώντας για λεκτικές αποσα­φηνίσεις, μπαίνουμε αναπόφευκτα σε θέματα οριοθέτησης, ορισμού ή έστω προσεκτικής ψηλάφησης αυτού του ίδιου του λόγου, αρχίζοντας σωστά από την αρχή, από τις προ-λεκτικές νοητικές και συνειδησιακές λειτουργίες, πάνω στις οποίες στηρίζεται ο λόγος. Τα θέματα αυτά είναι αχανή, αλλά είναι σημαντικό να θίξουμε πρώτα αυτά, όσο γίνεται πιο συνοπτικά, για να δούμε που ακριβώς πατάει και ο λόγος τελικά. Ο λόγος είναι το πιο δεινό, πλούσιο και ευέλικτο εργαλείο του νου, με το οποίο ο άνθρωπος έχει κατακτήσει το πιο εξελιγμένο επίπεδο επίγνωσης από όλα τα έμβια όντα. Όμως ο λόγος, παρά τον συχνό αλαζονικό σολιψισμό του, δεν υπάρχει από μόνος του, ούτε στέκεται στον αέρα. Είναι το τελευταίο σκαλί μιας πολύ συγκεκριμένης και εξελιγμένης γνωστικής πυραμίδας, που οδηγεί την επίγνωση σε όλο και πιο αφαιρετικούς τόπους με ένα πολύ συγκε­κριμένο και αυστηρά έλλογο τρόπο. Με τον λόγο εκφράζεται μια περίπλοκη πυραμίδα επίγνωσης, η οποία αποτελείται προς τα κάτω από αλλεπάλληλα επίπεδα προ-λεκτικών νοητικών λειτουργιών, πάνω στα οποία πατάει συμμετρικά και ορθά πάντα ο λόγος χωρίς καμιά απολύτως αυθαιρεσία.
Ας τα δούμε όλα αυτά ένα ένα λοιπόν, όσο γίνεται πιο συνοπτικά, πριν καταπιαστούμε άμεσα με το αρχικό μας δίλημμα για το τελικό –ν του αρσενικού άρθρου «τον». Στην ουσία αυτά είναι θέματα σημαντικότερα και για πολλούς πιο ενδιαφέροντα από το εναρκτήριο ερέθισμα που προκάλεσε την παρούσα αναψηλάφισή τους.

Ο νους νοεί νοήματα

‘Όπως είναι πολύ γνωστό, ο λόγος υποχρεωτικά και απαραίτητα εκφράζει πάντα κάποιο «νόημα». Γι’ αυτό πρωταρχική υπο­χρέωσή μας είναι να πάμε ένα βήμα πίσω από το λόγο, για να διευκρινίσουμε την ουσία και το περιεχόμενο του νοήματος, πάνω στο οποίο πατάει ο λόγος.
Για να αρχίσουμε από κάπου λοιπόν, μπορούμε να δώσουμε έναν γενικό ορισμό του νοήματος, ως «το αντικείμενο ενασχόλησης το νου». Αυτό φυσικά, επειδή η λέξη «νόημα», όπως και η λέξη «νους», παράγονται από το ρήμα «νοώ», εκφράζοντας ευνόητες έννοιες.
Έτσι, για να εισάγουμε ορισμένες απλές και χρήσιμες για την παρούσα ανάλυση έννοιες, μπορούμε να πούμε ότι:
«Νους» είναι το γνωστικό εργαλείο του ανθρώπου.
«Νόηση» είναι το γνωστικό εργαλείο του νου.
«Νοητικό» είναι αυτό που έχει να κάνει με το νου ή τη νόηση.
«Νοηματικό» είναι αυτό που έχει να κάνει με το νόημα.
«Νόημα» είναι το τελικό προϊόν κάποιας συγκεκριμένης νοητικής δραστηριότητας.
«Έννοια» είναι ένα σταθερό και τυποποιημένο «νόημα».
Για να τα βάλουμε όλα αυτά από την αρχή στην σωστή τους θέση, ανακεφαλαιώνουμε με ένα αρκετά ακριβόλογο και διαφωτιστικό επίγραμμα, παραπλήσιο με τον τίτλο αυτής της παραγράφου: «ο νους με τη νόηση, νοεί νοήματα και τα αποκρυσταλλώνει σε σταθερές έννοιες».

Οπτική και λεκτική υπόσταση

Εννοείται ότι, όπως ο λόγος αποδίδει κάποιο νόημα, έτσι και το νόημα αποδίδει κάτι άλλο, που υπάρχει πριν από το νόημα. Κάτι που δεν είναι καθόλου μυστηριώδες. Όπως επίσης είναι πολύ γνωστό, ο νους πρωταρχικά επεξεργάζεται αισθητή­ριες πληροφορίες (ήχους, χρώματα, αφές, γεύσεις, μυρωδιές), που προσλαμβάνουν τα αισθητήρια όργανά μας σε ένα προ-λεκτικό επίπεδο. Γιατί, η νόηση μπορεί να είναι «έλλογη» στο βαθμό που αφορά κάποιο «λόγο» (κάποια ορθή σχέση) μεταξύ αισθητήριων ερεθισμάτων, αλλά δεν σημαίνει ότι υποχρεωτικά είναι και «λεκτική». Άλλο η λογική (ο ορθός ή συμμε­τρικός συσχετισμός) και άλλο ο λόγος (η ομιλία).
Για παράδειγμα, το κόκκινο μήλο που βλέπουμε πάνω στο τραπέζι, υπάρχει για την επίγνωσή μας προτού το πούμε «μήλο» ή οτιδήποτε («κόκκινο», «φρούτο», «στρόγγυλο», «νόστιμο», «φρέσκο», «ώριμο» κοκ). Δηλαδή, πρώτα και απαραίτητα βλέπουμε το μήλο, το αντιλαμβανόμαστε και το προσέχουμε ως μία οπτική οντότητα (εικόνα) και μετά, ίσως, αλλά όχι απαραίτητα, μπορούμε να πούμε και «να ένα μήλο».
Με άλλα λόγια, το μήλο υπάρχει για την επίγνωσή μας, ως συγκεκριμένη οπτική οντότητα, πριν από το όνομά του. Και μάλιστα αυτό το «μήλο-εικόνα» έχει υποχρεωτικά ίδια οπτική υπόσταση για όλους τους ανθρώπους, ενώ η ονομασία του είναι αναμφίβολα συμβατική. Οι Έλληνες το λέμε «μήλο», οι Γερμανοί «apfel», οι Γάλλοι «pomme», οι Άγγλοι «apple», οι Ισπανοί «manzana» κοκ. Όλοι βλέπουν την ίδια εικόνα υποχρεωτικά, αλλά ο καθένας την ονομάζει διαφο­ρετικά.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι για την επίγνωσή μας το κάθε «πράγμα» είναι πρώτα αυτό που βλέπουμε και μετά αυτό που λέμε. Όσο και αν στην καθημερινή πρακτική η οπτική υπόσταση ταυτίζεται αξεδιάλυτα τελικά με την λεκτική ονομασία, ως ισχυρή αναλογία η μία της άλλης. Όπως η εικόνα «μήλο» ταυτίζεται ισχυρά μες στον νου όλων με την λέξη «μήλο».

Αίσθημα και νόημα
Όπως και να έχουν όλα αυτά, το «νόημα» στην ουσία του αφορά κάποιο αισθητήριο ερέθισμα (αίσθημα), το οποίο μπορεί να δώσει και στην ουσία να αποτελέσει το πρωταρχικό και πολύ απαραίτητο αρχικό «νόημα» για το νου. Εννοείται πως «νόημα» δεν είναι ένα οποιοδή­ποτε αίσθημα, αλλά το συγκεκριμένο αίσθημα που νόησε ο νους. Γιατί φυσικά ο νους δεν νοεί όλα τα άπειρα στην ουσία ερεθίσματα που συλλαμβάνουν αυτόματα και αντανακλαστικά τα αισθητήρια όργανά μας και η αντίληψή μας.
Είναι δυνατό, λόγου χάρη, να υπάρχουν φανερά για την επίγνωσή μας δέκα διαφορετικά φρούτα πάνω στο τραπέζι, όπως ακριβώς τα αντιλαμβάνεται η αντίληψη, αλλά ο νους να προσέξει μόνο το μήλο, για να σκεφτεί μετά «αυτό το μήλο είναι πολύ κόκκινο», και αυτή να είναι η μοναδική νοητική δραστηριότητα που θα αφορά κάποιο φρούτο στο τραπέζι.
Με αυτό το παράδειγμα φαίνεται αρκετά καθαρά ότι άλλο πράγμα είναι το αίσθημα (το απλό αισθητήριο ερέθισμα) και άλλο το νόημα. Το πρώτο αφορά την ανταπόκριση του αισθητήριου οργάνου (και της αντίληψης) σε κάποιο εξωτερικό αισθητήριο ερέθισμα, ενώ το δεύτερο αφορά την ανταπόκριση του νου (και συγκεκριμένα της προσοχής) στο ίδιο ερέθισμα.
Προφανής είναι επίσης και μια χαρακτη­ριστική λειτουργική διαφορά μεταξύ της αντίληψης και της προσοχής. Η αντίληψη αντιλαμβάνεται κάθε αίσθημα μες στο αντιληπτικό πεδίο του ατόμου, ενώ η προσοχή προσέχει αποκλειστικά ένα συγκεκριμένο αίσθημα κάθε φορά. Αυτή η επιλεκτική ανταπό­κριση της προσοχής στα αισθητήρια ερεθίσματα (αισθήματα) οφείλεται στις γνωστές φυσικές της ιδιότητες, που είναι η μεγάλη διαύγεια, η εσωτερική της ακεραιότητα (συνοχή, ειρμός) και το περιορισμένο (χωρο) χρονικό της εύρος. Γι’ αυτό «δεν έχουν νόημα» όλα τα αισθητήρια ερεθίσματα. Γιατί η προσοχή προσέχει αποκλειστικά σαφή και ακέραια αισθητήρια ερεθίσματα συγκεκριμένου (χωρο) χρονικού εύρους.

Θόρυβος και ήχος
Η σαφήνεια: Η πρώτη, αλλά όχι και τελευταία διαφορά μεταξύ απλού «αισθητήριου ερεθίσματος» και «νοήματος» είναι ό,τι περίπου και η διαφορά μεταξύ «θορύβου» και «ήχου». Όπως ο «θόρυβος» είναι για τον νου κάποιο θολό, ακαθόριστο και τελικά ακατανόητο ακου­στικό αίσθημα, ενώ ο «ήχος» είναι σαφής, συγκεκριμένος, αναγνωρίσιμος και τελικά κατανοητός, έτσι και το «νόημα» αφορά πρώτα και οπωσδήποτε κάποιο «σαφές» αισθητήριο ερέθισμα.
Η εσωτερική ακεραιότητα: Όμως, δεν αρκεί η σαφήνεια, για να γίνει «νόημα» ένα αισθητήριο ερέθισμα. Το «νόημα», όπως και ο «ήχος» έχει πιο συγκεκριμένη οντότητα. «Ένας ήχος» πρέπει πρώτα να είναι «ένας». Δηλαδή να μην είναι κομμένος σε δύο ή περισσότερα εσωτερικά τμήματα. Να έχει εσωτερική ακεραιότητα, ενότητα, συνοχή. Απλά, να είναι «ένας».
Η εξωτερική αυτοτέλεια: Μετά, ένας ήχος πρέπει κάπου να αρχίζει και κάπου να τελειώνει, διαφέροντας καθαρά τόσο από οποιονδήποτε άλλον ήχο, όσο και από την σιωπή που περι­βάλλει όλους τους ήχους ως το μέγιστο ηχητικό φόντο. Θα πρέπει δηλαδή ο ήχος να έχει εξωτερικά όρια, εξωτερική αυτοτέλεια.
Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, μπορούμε να πούμε πως μόνο όταν ένα «ηχητικό γεγονός» πληρεί και τις τρεις αυτές προϋποθέσεις (της σαφήνειας, της εσωτερικής ακεραιότητας και της εξωτερικής αυτοτέλειας) αποκτά για την επιλεκτική προσοχή συγκεκριμένη υπόσταση και οντότητα και από «θόρυβος» γίνεται «ένας συγκε­κριμένος ήχος».
Και εμείς με όλα αυτά κατανοούμε ότι, για να θεωρηθεί «νόημα» κάποιο «αισθητήριο ερέθι­σμα» πρέπει πρώτα να ασχοληθεί επιτυχώς η προσοχή μαζί του, αλλά για να ασχοληθεί επιτυχώς η προσοχή μαζί του, θα πρέπει πρώτα αυτό να είναι για την προσοχή ένα αίσθημα και ποιοτικά σαφές και εσωτερικά ακέραιο και εξωτερικά καθορισμένο. Να έχει δηλαδή και όρια (αρχή, τέλος) και μέση (σαφές και ενιαίο περιεχόμενο). Να έχει, όπως λέμε, αρχή, μέση και τέλος, ακριβώς όπως και η ίδια η προσοχή έχει παρόμοια αρχή, μέση και τέλος.
Αυτό είναι ένα «άρτιο αίσθημα» για την προσοχή. Είναι ένα αίσθημα με νοηματική αναγνωρισιμότητα, γιατί είναι το πρώτο και απλούστερο αισθητήριο ερέθισμα που μπορεί να αναγνωρίσει ο νους ως «νόημα». Αλλιώς είναι «θόρυβος» για το νου, κάτι ακριβώς «χωρίς νόημα».

Ήχος και χρώμα
Ανάγοντας αυτό το ακουστικό παράδειγμα (θόρυβος/ήχος) σε ένα οπτικό αίσθημα (χρώμα), δεχόμαστε εύκολα ότι και «μια κόκκινη βούλα πάνω σε ένα άσπρο φόντο» είναι ένα εξίσου άρτιο οπτικό ερέθισμα για το νου, ευχερώς καταληπτό και αναγνωρίσιμο από την προσοχή, μόνο όταν έχει:

Η μονάδα της επίγνωσης
Γενικεύοντας, μπορούμε να πούμε ότι οποιο­δήποτε αίσθημα (ακουστικό, οπτικό, οσφρητικό κτλ) πρέπει να είναι σαφές, ακέραιο και καθορισμένο, για να είναι καταληπτό από την προσοχή, για να είναι «άρτιο» για το νου και «νόημα» τελικά. Η αρτιότητα των αισθημάτων, η ομορφιά τους, είναι μια εντελώς απαραίτητη προϋπόθεση για την επίγνωσή τους, πρώτα από τα αισθητήρια όργανα και μετά από το νου. 
Αυτά τα άρτια αισθήματα, χρώματα, ήχοι, γεύσεις, οσμές, αφές (όπως η ακουστική νότα σολ ή μια οπτική κόκκινη βούλα σε έναν λευκό τοίχο), αποτελούν τα πρώτα και απαραίτητα νοήματα και το δομικό υλικό, τα «τούβλα», με τα οποία η επίγνωσή μας δομεί για τον εαυτό της κάθε αισθητήριο σύνολο, κάθε νόημα, κάθε διανόημα, κάθε έννοια, κάθε εσωτερική νοη­ματική πραγματικότητα. Το νόημα είναι η μονάδα της νόησης, γιατί το νόημα αφορά το μικρότερο αισθητήριο ερέθισμα που είναι άρτιο για τη νόηση.

Η προ-λεκτική νόηση
Ακόμη περισσότερο, αυτό το “άρτιο αίσθημα» στην ουσία του εννοείται ως κάτι «πραγματικό», κάτι που προέρχεται από την εξωτερική «περιβάλλουσα πραγματικότητα». Ο νους με τη χρήση του λόγου κυρίως, μπορεί να φτάσει σε αξιοζήλευτα επίπεδα αφαίρεσης και απογείωσης από την πραγματικότητα με πολύ κομψό και ορθό τρόπο, όμως πρωταρχικά επεξεργάζεται (νοεί) σαφή και συγκεκριμένα αισθήματα, που θεωρούνται ότι προέρχονται από πραγματικά αντικείμενα (έξω), ακριβώς όπως τα αντιλαμ­βάνεται πρώτη η αντίληψη. Τα αισθήματα αυτά περνούν αρχικά ως παραστάσεις στη φαντασία και τη μνήμη (μέσα), επειδή η αντίληψη είναι ένας πλήρης, ακριβής και αυτόματος αντικατοπτρισμός της περιβάλλουσας πραγματικότητας. Αντίθετα με την επιλεκτική, περιορισμένη και χρονοβόρα προσοχή, η αντίληψη αντιλαμβάνεται αυτόματα και υποχρεωτικά κάθε αισθητήριο ερέθισμα που αναπτύσσεται μέσα στο αντιληπτικό πεδίο του ατόμου. Σαν αποτέλεσμα, αντικατοπτρίζει πιστά όλες τις ποικίλες αποχρώσεις που έχουν οι πραγματικές αισθητήριες ποιότητες, όπως και τις αληθείς σχέσεις μεταξύ τους.
Για παράδειγμα, ένα σπίτι με άσπρα παράθυρα και πράσινη πόρτα απέναντί μας, γίνεται αντιληπτό και μπαίνει στη μνήμη μας με αυτά ακριβώς τα αισθητικά δεδομένα και τις αισθητικές σχέσεις, έτσι ακριβώς ανακαλείται όσο ακόμα είναι νωπό στη μνήμη, έτσι και κατανοείται.
Αυτά τα πολύ συγκεκριμένα οπτικά δεδομέ­να, αυτού του πολύ συγκεκριμένου σπιτιού αποτελούν μία «κατάσταση».

Με δυο λόγια, ο νους δέχεται ότι οι παρα-στάσεις αντικατοπτρίζουν πιστά πάντα πραγματικές κατά-στάσεις.
Και με όλα αυτά εμείς καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει μία πολύ συγκεκριμένη και πλούσια προ-λεκτική νοητική λειτουργία επίγνωσης που συμβαίνει κυρίως μεταξύ της αυτόματης αντίληψης και της επιλεκτικής προσοχής σε ένα αυστηρά προ-λεκτικό στάδιο. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι η αντίληψη και η προσοχή είναι λειτουργίες που επιτελούν και στην ουσία αποτελούν μια προ-λεκτική νόηση.

Η συν-είδηση
Η αντίληψη και η προσοχή είναι λειτουργίες της συνείδησης και επιτελούν μια πρωταρχική προ-λεκτική επίγνωση κάποιων άρτιων αισθημά­των, τα οποία συντίθενται εσωτερικά σε όλο και ευρύτερες αισθητήριες δομές (εικόνες). Η συνείδηση μπορεί και συνθέτει ελεύθερα τα άρτια αισθητήρια ερεθίσματα, που τα συναρμο­λογεί συνειρμικά μεταξύ τους σε όλες και ευρύτερες αισθητήριες δομές, στη βάση κάποιων σταθερών και συγκεκριμένων αισθητικών αρχών. Υπάγει το μικρότερο αίσθημα στο μεγαλύτερο (υπαγωγή) και το όμοιο με το όμοιο (συνάφεια), απέναντι σε ότι ανόμοιο (αντιδιαστολή), σχημα­τίζοντας όλο και ευρύτερα συνειρμικά αισθητή­ρια σύνολα (εικόνες), που είναι σωστά στον εαυτό τους στον βαθμό που έχουν σωστές αισθητικές σχέσεις μεταξύ τους (μέσα) και ορθές αναλογίες με την περιβάλλουσα πραγματικότητα (έξω), όπου, όπως δέχεται ο νους, έγιναν αντιληπτά αρχικά.
Κυριολεκτικά συν-είδηση σημαίνει τη δυνατότητα συνδυασμού πολλών επί μέρους νέων αισθητήριων πληροφοριών (ειδήσεων) για το σχηματισμό όλο και ευρύτερων αισθητήριων συνόλων. Συν-είδηση.
Η συνείδηση υπάγει τα φύλλα στα κλαδιά, τα κλαδιά στα δέντρα και τα δέντρα στα δάση σχηματίζοντας όλο και ευρύτερα συνειρμικά σύνολα, σωστά και άρτια και ωραία για τη συνείδηση πρώτα και μετά για το νου. Το ψηφιδωτό αποτελείται από πολλές μικρές πολύχρωμες ψηφίδες, που η προσοχή μπορεί να τις δει μία μία από κοντά, αλλά η συνείδηση αντιλαμβάνεται το ψηφιδωτό και ως ένα συγκεκριμένο και ενιαίο τελικό οπτικό σύνολο, ως μια οπτική “εικόνα”. Αυτή η σωστή, άρτια και ωραία αρμολογημένη τελική εικόνα. εικόνα σχηματίζεται, όταν τη βλέπει η συνείδηση και επειδή τη βλέπει η συνείδηση με αυτές τις συγκεκριμένες αισθητικές της αρχές, που υπάγουν υποχρεωτικά και αυτόματα το μικρότερο αίσθημα στο μεγαλύτερο και το όμοιο στο όμοιο, απέναντι σε ό,τι ανόμοιο.

Ο νους
Σε ό,τι αφορά τις γνωστικές δυνατότητες, η διαφορά μεταξύ του ανθρώπου και των άλλων έμβιων όντων γίνεται φανερή κυρίως με τη χρήση του λόγου. Τα αισθητήρια σύνολα/εικόνες που συνθέτει συνειρμικά, αυτόματα και υποχρεωτικά η συνείδηση, είναι άρρητα ακόμα και άλεκτα. Όμως, η ονομασία τους δεν αργεί να έρθει, γιατί ο λόγος ακολουθεί την προ-λεκτική νόηση σαν σκιά και ό,τι αντιλαμβάνεται και συνθέτει αυτόματα η συνείδηση, ο λόγος το ονομάζει. Ο λόγος είναι το εργαλείο, με το οποίο ο νους νοεί τα άρτια αισθήματα ή τα αισθητήρια σύνολα/εικόνες που συνθέτει η συνείδηση. Ο νους νοεί και κατανοεί με λόγια. Η σκέψη όλων μας είναι λεκτική.

Η λεκτική αναλογία της πραγματικότητας
Ο λόγος είναι μια λεκτική αναλογία ενός αισθήματος ή μιας αισθητήριας δομής. Όπως, για παράδειγμα, η «λέξη-μήλο» είναι η λεκτική αναλογία της «εικόνας-μήλο». Ο λόγος είναι μια συγκεκριμένη οντότητα στον εαυτό του και ταυτόχρονα είναι μια συγκεκριμένη αναλογία «πραγματικών» καταστάσεων (έξω), πανομοιότυ­πων μνημονικών παραστάσεων (μέσα), όπως και ανάλογων νοημάτων.
Δηλαδή, σε ό,τι αφορά την αλληλουχία των βαθμίδων της επίγνωσης, ο νους δέχεται ότι πρέπει να υπάρξει πρώτα μια πραγματική κατάσταση (έξω), για να υπάρξει κάποιο αισθητήριο ερέθισμα για τα αισθητήρια όργανα, για να υπάρξει και μια εικόνα για τη συνείδηση, για να υπάρξει και μια παράσταση (μέσα), για να υπάρξει και ένα αισθητήριο νόημα μέσα, για να υπάρξει τελικά και μια λέξη που να το εκφράζει. Για τον αναλυτικό νου το καθένα από αυτά (κατάσταση, εικόνα, παράσταση, νόημα, λόγος) είναι διαφορετικά το ένα από το άλλο, όμως στην πράξη το ένα είναι αυστηρή συνέπεια, αξεδιάλυτη συνέχεια και φυσική αναλογία του άλλου. Όπως, για παράδειγμα, το «αντικείμενο-μήλο», η «εικόνα-μήλο», η «παράσταση-μήλο», η «έννοια-μήλο» και η «λέξη-μήλο», για τον αναλυτικό νου είναι σαφώς διαφορετικά το ένα από το άλλο, αλλά στην πράξη, για τη λειτουργική καθημερινή επίγνωσή μας, το ένα υπάρχει αξεδιάλυτα με το άλλο.

Η μονάδα του λόγου
Στοιχεία του λόγου είναι τα γράμματα στον γραπτό λόγο και οι φθόγγοι στον προφορικό, αλλά μονάδα του λόγου είναι η λέξη, γιατί η λέξη είναι το μικρότερο λεκτικό σύνολο που σημαίνει κάτι έλλογο: μήλο, πολυκατοικία, πατίνι, σταχτο­δοχείο. Η λέξη είναι ένα σταθερό και συγκεκριμένο πακέτο φθόγγων που σημαίνει σταθερά κάποιο συγκεκριμένο «πράγμα» και στη συνέχεια κάτι φανταστικό ή αφηρημένο. Και τελικά ο λόγος είναι λόγος από την στιγμή που σημαίνει κάτι. Από την στιγμή που αποδίδει κάποιο νόημα, το οποίο πρωτύτερα εκφράζει κάποιο άρτιο αίσθημα.

Λεκτικά σύνολα
Η αντίληψη και η προσοχή, τα βολικά και ευέλικτα εργαλεία της προ-λεκτικής νόησης, είναι φυσικές και αυτόματες λειτουργίες, αλλά ο λόγος είναι επίκτητος. Ο προφορικός μαθαίνεται με την καθημερινή μίμηση μες στην ομιλούσα κοινωνία και ο γραπτός διδάσκεται στο σχολείο. Δηλαδή, ενώ δεν είναι απαραίτητο να πάμε σχολείο για να δούμε το μήλο κόκκινο, είναι απαραίτητο, για να μάθουμε να το λέμε «μήλο» ή «κόκκινο» και ακόμα περισσότερο για να το γράφουμε. Αυτά τα μαθαίνουμε καλύτερα στο σχολείο.
Μαθαίνοντας το λόγο, μαθαίνουμε να αντιστοιχίζουμε το κάθε σταθερό προ-λεκτικό αισθητήριο «νόημα» με κάποια λεκτική του αναλογία, αντιστοιχίζοντας πρώτα το κάθε «αντικείμενο» με κάποια «λέξη»: μήλο, πολυκατοικία, πατίνι, σταχτοδοχείο.
Ο λόγος, το τελευταίο επίπεδο στην πυραμίδα της επίγνωσης, αναπτύσσεται πάνω στην προ-λεκτική νόηση, με όλο και ευρύτερα έλλογα λεκτικά σύνολα πολύ εύχρηστα για την έλλογη διανόηση και την τελική κατανόηση: φθόγγοι, λέξεις, προτάσεις, παράγραφοι, κεφάλαια, τόμοι κοκ.

Ο λόγος χωρίς αντικείμενο
Ο Κνουτ Χάμσουν στο πολύ γνωστό μυθιστόρημά του «Η Πείνα», έβαλε τον πρωταγωνιστή του να ονομάσει αυθαίρετα τη γυναίκα που είχε γνωρίσει πρόσφατα χωρίς να έχει μάθει ακόμα το όνομά της. Την είπε «Υλαγιαλί», ένα εντελώς φανταστικό όνομα. Την ονόμασε έτσι, αυθαίρετα, για να την ονομάζει κάπως στην φαντασία του, μέχρι να μάθει το «πραγματικό» της όνομα. Το εύρημα του Κνουτ Χάμσουν λογοτεχνικά, ακόμα και φιλοσοφικά, είναι πολύ ενδιαφέρον αλλά πρακτικά πανεύκολο, γιατί δεν υπάρχει ευκολότερο εγχείρημα από την παραγωγή νέων λέξεων για τον καθένα που έχει κάποια γνώση του λόγου και κάποιο ελάχιστο ταλέντο ή αισθητική ευαισθησία: π.χ. καρπάρια, λαζάβιος, πρηχτό, δεζερίκη.
Καμιά από αυτές τις λέξεις δεν σημαίνει τίποτα. Αυτό φανερώνει τη δυνατότητα αυτοτέλειας του λόγου από οποιοδήποτε «πραγματικό» νόημα, ταυτόχρονα όμως φανερώνει και την κενότητα του αυτοτελούς λόγου. Ο λόγος που υπάρχει χωρίς νοητικό αντικείμενο, υπάρχει κυριολεκτικά «χωρίς νόημα» και γι’ αυτό είναι πρωθύστερος. Γιατί, όπως είπαμε, ο νους δέχεται ότι «κανονικά» υπάρχει πρώτα το πράγμα «μήλο» (έξω) για να υπάρχει μετά για την αντίληψη και η παράσταση «μήλο» (μέσα), για να υπάρχει για την προσοχή και το νόημα «μήλο», για να υπάρχει τελικά και για το λόγο η λέξη «μήλο». Αλλιώς «δεν έχει νόημα» για το νου. Ο λόγος όσο όμορφος ή άσχημος και αν είναι, οφείλει πάντα, πρώτα και οπωσδήποτε να αποδίδει κάποιο νόημα.

Η ομορφιά του λόγου
Η αρτιότητα και η ομορφιά των αισθητικών συνειρμών συνεχίζει να είναι ένα σημαντικό ζητούμενο και σε αυτό το λεκτικό επίπεδο. Η δυνατότητα συνδυασμού των 24 γραμμάτων για τη βουλητική παραγωγή νέων λέξεων είναι πρακτικά άπειρη, αλλά όμως υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί και πρώτα πρώτα ορισμένοι αισθητικοί κανόνες, που πρέπει να πληρούνται για την σύνθεση τέτοιων λέξεων, που πρέπει να είναι σύντομες, να προφέρονται εύκολα και να παράγουν τελική αρμονία, για να είναι αποδεκτές κι ευχάριστα μάλιστα από το αυτί του άλλου. Γιατί, ναι, οι λέξεις μπορεί να είναι όμορφες ή άσχημες, ανάλογα με την οικονομία τους, τη σωστή ή λανθασμένη εσωτερική σχέση των φθόγγων τους και την τελική τους αρμονία. Ο κάθε λαός έχει αναπτύξει την μουσική της δικής του γλώσσας, ανάλογα με την αισθητική του εκλέπτυνση και ωριμότητα.
Για παράδειγμα, η λέξη «Δάλος» είναι ομορφότερη από τη λέξη «Σκρομκλέζνακτς», ιδιαίτερα για ένα ελληνικό αυτί, άσχετα αν καμιά από τις δύο δεν σημαίνει τίποτα για έναν Έλληνα ή για οποιονδήποτε.

Το νόημα του λόγου
Πρώτα και κύρια λοιπόν όλες αυτές οι αυθαίρετα κατασκευασμένες λέξεις, είτε είναι ευχάριστες και βολικές για τα αισθητήρια, είτε όχι, δεν σημαίνουν τίποτα και γι’ αυτό είναι κενές και αδιάφορες για τη νόηση. Δεν αντιστοιχούν δηλαδή σε κανένα συγκεκριμένο πραγματικό αντικείμενο, όπως είναι ένα «μήλο» ή μια «πολυκατοικία». Ούτε καν σε κάποιο φανταστικό ή κατασκευασμένο αντικείμενο, όπως είναι ο Καραγκιόζης, ο Γιώργος Θαλάσσης, ο Μίκυ Μάους, ο Σούπερμαν, ο Μιχαήλ Στρογκώφ ή ο Ρασκόλνικοφ. Ούτε σε κάποια αφηρημένη έννοια, όπως κοινωνία, χρόνος, υπόσταση, κτλ.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι ο λόγος μπορεί να έχει οντότητα και ομορφιά έτσι κι αλλιώς, μπορεί να υπάρχει και να είναι όμορφος ή άσχημος, είτε σημαίνει κάτι, είτε όχι. Αλλά είναι σημαντικός μόνο όταν σημαίνει και κάποιο άλλο φανταστικό ή πραγματικό αντικείμενο ή έννοια, πέρα από τον εαυτό του. Δεν έχει νόημα ο λόγος που δεν νοηματοδοτεί. Κυριολεκτικά δεν έχει «λόγο» ύπαρξης. Ο λόγος πρώτα υπάρχει στον εαυτό του (είναι μια οντότητα στον εαυτό του ανεξάρτητη από οτιδήποτε άλλο), αλλά κυρίως σημαίνει κάτι άλλο, αποδίδει κάποιο νόημα. Με δυο λόγια, ο λόγος πρώτα είναι, αλλά κυρίως σημαίνει.

Η σημασία της σημασίας
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι η ομορφιά του λόγου δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς νόημα και οπωσδήποτε όχι σε βάρος του νοήματος. Θα ήταν κυριολεκτικά α-νόητο, όπως ανόητη φαίνεται αρκετές φορές σε όλους μας η ομορφιά, όταν δεν είναι και κάτι περισσότερο από τον εαυτό της.
Για εκτενές παράδειγμα, η ποίηση από την φύση της υπηρετεί πρώτα και οπωσδήποτε την ομορφιά του λόγου και όμως τα ποιήματα, τα περισσότερα από τα οποία είναι στην ουσία σπουδές για την αρμονική σχέση μεταξύ φθόγγων, στην μετάφραση διατηρούν πρώτα και κύρια το νόημά τους. Ναι, το νόημα είναι αυτό που διατηρείται πρώτα και οπωσδήποτε στην μετάφραση (ακόμη και) ενός ποιήματος. Αυτό μπορεί να θεωρείται, και πολύ σωστά, ως η μεγαλύτερη αδυναμία για τη μεταφορά ενός ποιήματος σε μια άλλη γλώσσα, όμως η υποχρεωτική διατήρηση του νοήματος στις μεταφράσεις των ποιημάτων είναι ένα αναμφι­σβήτητο γεγονός, που πατάει σε μια αξεπέραστη ανάγκη. Ο γνωστός αφορισμός «ποίηση είναι αυτό που χάνεται στην μετάφραση» θρηνεί για την απώλεια της ομορφιάς του μεταφρασμένου λόγου, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει έμμεσα μια αναπότρεπτη πραγματικότητα. Ότι η ομορφιά χάνεται, για να διατηρηθεί κάτι σημαντικότερο, η σημασία, αφού στη μετάφραση η ομορφιά χάνεται (κακώς), αλλά το νόημα διατηρείται (θέλοντας και μη). Αυτό συμβαίνει βέβαια, επειδή το νόημα είναι το κυριότερο περιεχόμενο του λόγου και το θεμέλιο κάθε λεκτικού αντικειμένου και δεν είναι δυνατόν (δεν νοείται) να μην περνάει το νόημα ενός ποιήματος στην μετάφρασή του, ακόμα και σε βάρος της ομορφιάς. Αν χαθεί η ομορφιά του λόγου, χάνεται κάτι πολύτιμο. Αν χαθεί το νόημα του λόγου, τότε χάνεται (κυριολεκτικά) ό,τι σημαντικότερο.

 

...................................................

 

Επιστροφή στο αρχικό δίλημμα
Μετά από αυτές τις πολύ απαραίτητες και αρκετά εκτενείς αναλύσεις, επανερχόμαστε σίγουρα πιο υποψιασμένοι και έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε ξανά το αρχικό δίλημμα «γιατί να είναι όμορφο ή άσχημο, σωστό ή λανθασμένο να γράφουμε ή να λέμε το Γιώργο ή το Θανάση». Τώρα μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα ότι αυτός που κατήργησε με απόφαση και διαταγή το τελικό –ν από το αρσενικό άρθρο «τον» πριν από ορισμένα σύμφωνα, δεν έλαβε υπόψη του όσο θα έπρεπε, όλες αυτές τις πολύ σημαντικές παρα­μέτρους.

Η ευφωνία
Πρώτα πρώτα το κατήργησε για λόγους ευφωνίας, δηλαδή για λόγους ομορφιάς του λόγου. Για παράδειγμα, αυτό το -ν πριν από άφωνα σύμφωνα (π.χ. «θ» ή «δ»), είναι άσχημο, λέει, γιατί ενοχλεί τα φωνητικά όργανα και προσβάλει τα ηχητικά αισθητήρια με την κακόηχη ακολουθία του, γιατί προκύπτουν ηχη­τικές ακολουθίες «νθ» ή «νδ», όπως «το[ΝΘ]ανάση» ή «το[ΝΔ]ημή­τρη»).
Εύλογη απορία: και τι γίνεται με λέξεις όπως «ανθίζω», «κάνθαρος», «κίνδυνος», «σπόνδυλος» και τόσες άλλες χαρακτηριστικά ελληνικές λέξεις, (καθόλου άσχημες εδώ που τα λέμε), που περιέχουν μες στην ύφανσή τους αυτή την ηχητική ακολουθία νθ και νδ; Θα καταργηθούν δια νόμου και αυτές; Ή μήπως θα πρέπει να διαγραφεί αμέσως μόνο το ενοχλητικό «ν», για να διαβά­ζονται και αυτές «αθίζω», «κάθαρος», «κίδυνος»;
Σ.σ. Το πλί(ν)θος (χωρίς να γίνει ομορφότερο) έγινε πλίθος μέσα από τους αιώνες και όχι με συνοπτικές εκκαθαριστικές διαδικασίες, αλλά και σήμερα ακόμα δεν είναι ακριβώς λάθος να το πεις ή να το γράψεις πλίνθος, όπως, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, «λάθος» είναι πλέον να γράψεις ή να πεις «τον Θανάση». Είναι φανερό ότι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων έχει περισσότερες ανοχές από τις απόλυτες αποφάσεις μετά από συνοπτικές διαδικασίες.
Και το ερώτημα που προκύπτει μετά από όλα αυτά είναι εξίσου εύλογο: σε τι ακριβώς θα μας πείραζε μια ακόμα ακολουθία «νθ» ή «νδ» μέσα στις τόσες που έχει ειδικά η δική μας γλώσσα;

 Η αντιστοίχηση
Ένα άλλο επιχείρημα για την κατάργηση του τελικού –ν είναι η αντιστοιχία μεταξύ προφορικού και γραπτού λόγου, που πρέπει να είναι τέλεια. Γι’ αυτό, λέει, πρέπει να γράφουμε «το Θανάση» και όχι «τον Θανάση», επειδή έτσι κι αλλιώς το «-ν» δεν ακούγεται, όταν λέμε «το(ν) Θανάση».
Εύλογη απορία: και το «ν» που ακούγεται στο κά(ν)γκελο», αλλά δεν φαίνεται πουθενά στην γραπτή λέξη «κάγκελο»; Αυτό το «ν» φάντασμα, ανύπαρκτο στην γραπτή λέξη, υπάρχει καθαρά στην προφορική. Όπως υπάρχει σε τόσες λέξεις: κάλα(ν)ντα, συ(ν)γκλονίζω, κλπ. Όπως υπάρχουν και τόσοι άλλοι άγραφοι αλλά ηχητικά παρόντες φθόγγοι: πονηρ(γ)ιά, κανάτ(χ)ια και τόσα άλλα. Τι θα γίνει λοιπόν; Θα βγει διαταγή να προφέρουμε και το κά(ν)γκελο κάgελο ή να το γράφουμε κάνγκελο;
Σ.σ. Σε άλλες γλώσσες τα γράμματα που δεν προφέρονται, αλλά γράφονται και υπάρχουν, είναι σαν την άμμο. Ιδιαίτερα στην Γαλλική γλώσσα που βλέπουμε λέξεις όπως «Peugeot» που προφέρεται «Πεζό» ή το κύριο όνομα «Jacques» που προφέρεται «Ζακ».
Πόσο σοβαρό είναι λοιπόν το επιχείρημα της πλήρους και πεισματικά απαρέγκλιτης αντιστοί­χησης προφορικού και γραπτού λόγου μέχρι κεραίας; Και ποιος και πως θα ορίσει το ακριβές μήκος αυτής της κεραίας;
Σε τι θα πείραζε ακριβώς και ποιο ανεπα­νόρθωτο κακό θα έκανε στη λεκτική έκφραση της πραγματικότητας, αν κρατούσαμε κι εμείς αυτό το -ν πριν από «το(ν) Θανάση», έστω και αν δεν ακουγόταν καθαρά καμιά φορά στην προφορική εκφορά του; Είναι αστείο να γράφουμε: «το Βαγγέλη», παραλείποντας ένα σημαντικό -ν στο άρθρο, επειδή τάχα δεν ακούγεται, την στιγμή που παραλείπουμε ένα άλλο «ν» πριν από το «γγ», που όμως αυτό σίγουρα ακούγεται καθαρά και ξάστερα. Σήμερα όλοι λέμε «τον Βανγγέλη», αλλά πρέπει να το γράφουμε «το Βαγγέλη».

Το νόημα του Θανάση
Όμως, από την εύλογη κατά τα άλλα και ισχυρή έστω αυτή επιχειρηματολογία, για την κατάργηση του γραπτού –ν, απουσιάζει η εξυπηρέτηση του σημαντικότερου περιεχομένου του λόγου: το νόημα. Καλή η ευφωνία, καλή και άγια η αντιστοίχηση μεταξύ προφορικού και γραπτού λόγου, αλλά δεν συνυπολογίστηκε όσο σοβαρά θα έπρεπε η σημαντικότερη παράμετρος, η πιστή αντιστοίχηση μεταξύ λόγου και νοήματος, που είναι βασικότερη και προηγείται κάθε άλλης αντιστοίχησης ή ευφωνίας. Δεν συνυπολογίστηκε όσο σοβαρά θα έπρεπε, αν η διατήρηση ή κατάργηση του τελικού –ν, εξυπηρετεί ή δυσχεραίνει την απόδοση του νοήματος.
Και όμως, με την κατάργηση του τελικού –ν, καταργείται και ένα σημαντικό μέρος του νοήματος. Όταν λέμε «το Θανάση», (που πήραμε για παράδειγμα), δεν σημαίνεται πλήρως το νόημα του «Θανάση», γιατί μένει απέξω κάποιο κύριο και βασικό νοηματικό περιεχόμενο του Θανάση, το γένος (το φύλο) του Θανάση. Περιεχόμενο καθόλου ασήμαντο, γι’ αυτό και η ενόχληση όλων από την ανεπάρκεια του κουτσου­ρεμένου άρθρου. Ενόχληση που υπάρχει μάλιστα ακόμα και όταν το νόημα συνάγεται από τα συμφραζόμενα, αν και το πρόβλημα γίνεται οξύτερο όταν καμιά φορά τα συμφραζόμενα αδυνατούν να βοηθήσουν στη διευκρίνιση του νοήματος.

Παραδείγματα

Το γένος των πραγμάτων
Η κατάσταση γίνεται απείρως περιπλοκότερη αν αναλογιστούμε τη μεγάλη σύγχυση που επικρατεί ιδιαίτερα στην ελληνική γλώσσα, σε ό,τι αφορά ειδικά το γένος (το φύλο) των πραγμάτων. Για παράδειγμα, στην αγγλική γλώσσα όλα τα άψυχα (καρέκλες, τραπέζια, καναπέδες) είναι αυστηρά ουδετέρου γένους και παίρνουν το ουδέτερο άρθρο «it», κάτι που δεν συμβαίνει καθόλου στην ελληνική γλώσσα, όπου η κατάσταση είναι χαοτική. Για εμάς, η καρέκλα είναι θηλυκού γένους, το τραπέζι ουδετέρου και ο καναπές αρσενικού, ένα Θεός ξέρει γιατί και δεν είναι κατάλληλη η ώρα για να το ψάχνουμε εδώ τώρα. Πάντως, το θέμα αυτό είναι το πλέον ακανθώδες για τους αλλοδαπούς σπουδαστές της ελληνικής και είναι το συχνότερο λάθος που κάνουν οι ξενόγλωσσοι, όταν μιλούν ελληνικά, π.χ. ξένοι προπονητές ποδοσφαίρου, που λένε: «το μπάλα», «το σφυρίχτρα», «το εστία», ναι, πολύ συχνά και «το Θανάση».
Δεν χρειαζόταν λοιπόν να επιτείνουμε την σύγχυση, συγχύζοντας εμείς οι ίδιοι και το γένος του Θανάση, ουδετεροποιώντας το άρθρο του. Ήταν λάθος να αφαιρεθεί αυτή η νοηματοδοτική δυνατότητα από το αρσενικό άρθρο, μία βασική χρησιμότητα του οποίου είναι να σημαίνει ακριβώς το (αρσενικό) γένος του (αρσενικού) ουσιαστικού. Εκτός αυτού βεβαίως, σημαίνει τον αριθμό του και την πτώση του. Έτσι, λέγοντας «τον Θανάση» και δηλώνουμε και γνωρίζουμε όλοι αμέσως, ότι αυτός ο Θανάσης είναι ουσιαστικό, αρσενικού γένους, ενικού αριθμού, πτώσης αιτιατικής. Όταν λέμε «το Θανάση» όμως, δηλώνουμε καθαρά μόνο για πόσους Θανάσηδες μιλάμε, για έναν. Δεν δηλώνουμε ακριβώς ούτε το γένος του, ούτε την πτώση του, που μπορεί να είναι είτε ονομαστική ουδετέρου (το Θανάση), είτε αιτιατική αρσενικού (τον Θανάση). Ακόμα και όταν την εννοούμε όλοι ως αιτιατική αρσενικού, ακούγεται αναπόφευκτα και σαν ονομαστική ουδετέρου, γι’ αυτό είναι πάντα και κακόηχη και ενοχλητική.
Με μια κίνηση διαγράψαμε μία νοηματική χρησιμότητα του άρθρου από τις τρεις και συγχύσαμε τη δεύτερη. Και να φανταστείς ότι αυτό είναι άρθρο οριστικό, που υποτίθεται ότι ορίζει καθαρά και ξάστερα το ουσιαστικό. Έτσι όπως το αποψιλώσαμε όμως, ορίζει καθαρά μόνο τον αριθμό του, σαν αν να ήταν κάποιο παράξενο «αριθμητικό άρθρο» και όχι «οριστικό». Εξυπηρετήσαμε μέχρι εξωφρενικής κεραίας την ομορφιά του λόγου και την αντιστοίχηση γραπτού και προφορικού λόγου, αλλά κουτσου­ρέψαμε ανελέητα την ακεραιότητα του νοήματός του. Εδώ πάει γάντι η παλιά έκφραση: «διυλίσαμε τον κώνωπα, αλλά κατάπιαμε την κάμηλο».
Τελικά, μετά από τόσα που είπαμε ως εδώ, πρέπει να έχει γίνει κατανοητό πλέον ότι εδώ κυριολεκτούμε. Ο λόγος κυριολεκτικά είναι ανόητος, όταν υπάρχει χωρίς νόημα, και ανεπαρκής, όταν υπάρχει συγκεκριμένο νόημα, αλλά δεν υπάρχει λόγος που να τον εκφράζει νοηματικά σωστά και ακέραια.       

 

Σάκης Τότλης

 

 

<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<

ΠΙΣΩ ΣΤΗ "ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ"