Σάκης Τότλης

ΕΝΕΡΓΕΙΑ
(Η πνοή στον πηλό)

triple

...........................

«…Μια υπερβολική ποσότητα ενέργειας σκοτώνει τον άνθρωπο. Η έλλειψη ενέργειας τον σκοτώνει επίσης. Μια συγκεκριμένη ποσότητα ενέργειας κάθε φορά, τον τρέφει και τον αναζωογονεί. Αυτή την ευνοϊκή σχέση με την ενέργεια προσπαθούν να πετύχουν σε μονιμότερη βάση όλοι οι άνθρωποι, όλοι οι πολιτισμοί, όλα τα έμβια όντα.»

............................

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η ευτυχέστερη προσαρμογή μας στα πράγματα

Η ανάγκη
Η παρούσα εργασία είναι αποτέλεσμα των προσπαθειών μου να καταλάβω την πραγματικότητα με κάποιον λογικό, συγκροτημένο και συνολικό τρόπο. Είναι μια απόπειρα γενικής ερμηνείας του κόσμου, που ωρίμασε και ολοκληρώθηκε ως προσωπική φιλοσοφία μέσα μου σιγά-σιγά στα εξήντα χρόνια της ζωής μου.
Κινητήριο ερέθισμα και συνεχής γόμωση της προσπάθειας αυτής ήταν η επιθυμία μου να υποφέρω λιγότερο στη ζωή. Οι ανάγκες κινούν τα ψυχικά νήματα. Ο άνθρωπος ωριμάζει αργά, κοπιαστικά, προσπαθώντας συνεχώς με κάθε τρόπο να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, με απώτερο τελικό στόχο μια μονιμότερα ευτυχέστερη διαβίωση.

Η ευτυχία
Οφείλω να πω απροκάλυπτα, προς αποφυγή πιθανών παρεξηγήσεων, ότι δεν εννοώ εκείνη την απόλυτη ευτυχία που υπόσχονται με περισσή ευκολία ορισμένοι και δέχονται με συγγνωστή αφέλεια οι πολλοί. Η απόλυτη ευτυχία είναι ανέφικτη. Ούτε είναι απαραίτητες περισπούδαστες αναλύσεις, για να το καταλάβει κανείς αυτό. Και η πιο επιδερμική θεώρηση της σημερινής πραγματικότητας κάνει ολοφάνερο, ότι μια κατάσταση μέγιστης, μόνιμης και σταθερής ευτυχίας, (ευδαιμονίας, μακαριότητας, νιρβάνα, κτλ), είναι κάτι ανέφικτο και ουτοπικό, όσο μεγάλη γοητεία και αν ασκεί η ιδέα αυτή από πάντα στους ανθρώπους.


Η φιλοσοφία
Μια αναπόφευκτη πηγή δυστυχίας για τον άνθρωπο είναι η ασυμβατότητα των συμπεριφορών του με την ακατανόητη, αλλά πολύ συγκεκριμένη και σκληρή πολλές φορές πραγματικότητα. Ο τρόπος και η συμβολή της φιλοσοφίας στην αντιμετώπιση της ανθρώπινης δυστυχίας, είναι η συστηματική ανάπτυξη της σκέψης πάνω στα σημεία τριβής, ώσπου ο νους να συλλάβει κάποια ιδέα που να ερμηνεύει καλύτερα τις αιτίες των προβλημάτων και τον κόσμο γενικότερα. Όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα έρθουν οι ιδέες μας για τον κόσμο, τόσο ευτυχέστερη μπορεί να είναι και η εναρμόνιση των συμπεριφορών μας με τον κόσμο, κυριολεκτικά και εν ζωή.
Η κατανόηση της πραγματικότητας με κάποιον λογικό, συγκροτημένο και συνολικό τρόπο είναι πολύ σημαντική. Η αναλυτική επίγνωση του μερικού είναι πολύ σημαντική και εντελώς απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί. Οι αποσπασματικές γνώσεις πρέπει απαραίτητα να συγκροτηθούν σε μια γενικότερη επίγνωση, στη βάση μιας πρόσφορης θεμέλιας ιδέας, που θα λειτουργεί ως ταξινομούσα αρχή, όπως λειτουργούν πάντα όλες οι ιδέες.

Η προσωπική φιλοσοφία
Στην πραγματικότητα, κάθε άνθρωπος έχει ενιαία αντίληψη του κόσμου, κατά περίπτωση λιγότερο ή περισσότερο σαφή και συγκροτημένη, από την οποία πηγάζουν όλες οι απόψεις του για τον κόσμο, ακόμα και αν δεν ξέρει ότι έχει προσωπική φιλοσοφία, ακόμα κι αν δεν έχει ακούσει τη λέξη «φιλοσοφία» ποτέ του. Συγκεκριμένη άποψη για τα πράγματα, είχε και ο σαλεμένος ιδεαλιστής Δον Κιχώτης και ο πραγματιστής αυτοσχέδιος ιπποκόμος του, ο αγράμματος και αφελής Σάντσο Πάντσα.
Η φιλοσοφία είναι μια αναπόφευκτη τάση μέσα μας. Φιλοσοφία είναι η συνεχής και ενστικτώδης τάση της συνείδησης να οργανώνει αξιολογικά τον εαυτό της, οργανώνοντας τη μνήμη στη βάση κάποιων σαφών και σημαντικών κεντρικών ιδεών, που χρησιμεύουν ως ταξινομούσες αρχές.
Η παρούσα φιλοσοφική εργασία αποπειράται να καταδείξει ότι μέγιστη ιδέα-ταξινομούσα αρχή της πραγματικότητας είναι η «ενέργεια».
Διαλεκτικά, ο όρος «ενέργεια» είναι συγκεκριμένος, όταν χρησιμοποιείται με έναν σαφή και σταθερό τρόπο σε ένα συλλογισμό ή σύστημα σκέψης.
Ο κάθε φιλοσοφικός τόπος στήνεται με συντεταγμένη λεκτική και έλλογη δομή, στέκεται όρθιος αν δεν έχει εσωτερικές αντιφάσεις κι αν δεν καταρρίπτεται φανερά από τα πράγματα και υπάρχει, για όσο θα είναι χρήσιμος σε κάποιους ανθρώπους, επειδή στεγάζει σωστές και σημαντικές ιδέες για αυτούς.

 

 

..................

 

 

ΕΝΕΡΓΕΙΑ
(Η πνοή στον πηλό)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

Στο κεφάλαιο αυτό θα δούμε εν συντομία πρώτα τους κυριότερους ορισμούς, τις γενικότερες έγκυρες γνώσεις και θεωρίες για την ενέργεια, που αποδέχεται και έχει διατυπώσει η φυσική και η φιλοσοφία και περιέχονται σε επιστημονικά συγγράμματα και φιλοσοφικά λεξικά.
Θα δούμε εκτενέστερα στη συνέχεια και τα κύρια λειτουργικά ψυχικά κέντρα, τη «συνείδηση», το «νου» και το «θυμικό», με τα οποία ο άνθρωπος γνωρίζει και διαχειρίζεται την ενέργεια.

 

1. ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Η ενέργεια
Ο δημοφιλέστερος ορισμός της φυσικής ορίζει την ενέργεια, ως δυνατότητα που έχει ένα σώμα ή ένα σύστημα να παράγει έργο.

Το έργο
«Έργο» είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από τη μεταβίβαση ενέργειας από ένα σώμα ή ένα σύστημα σε ένα άλλο.
Για να αλλάξουμε θέση σε ένα βιβλίο, για παράδειγμα, θα πρέπει να του προσφέρουμε ενέργεια. Όταν καίγεται ένα σπίρτο ελευθερώνεται ενέργεια, κ.ο.κ.
Η οποιαδήποτε μεταβολή, φυσική ή χημική συνοδεύεται απαραίτητα από μεταβολή ενέργειας.


Η δύναμη
Δύναμη (ισχύς, power) είναι η παραγωγή έργου στη διάρκεια του χρόνου.
Συγκεκριμένη μεταβολή ενέργειας στη διάρκεια συγκεκριμένου χρόνου, παράγει συγκεκριμένη δύναμη, που παράγει συγκεκριμένο έργο.

Η διατήρηση της ενέργειας
Σύμφωνα με τον πρώτο νόμο της θερμοδυναμικής, η ενέργεια δεν χάνεται ποτέ μέσα σε ένα κλειστό σύστημα.
Η ενέργεια δεν μπορεί ούτε να καταστραφεί, ούτε να παραχθεί από το μηδέν. Μπορεί μόνο να μεταβληθεί ή να μετατραπεί σε άλλη μορφή.

Η μορφή της ενέργειας
Σύμφωνα με τη φυσική, η ενέργεια αλλάζει πολλές μορφές: ηλιακή ενέργεια, χημική, αιολική, κτλ.
Η ενέργεια μπορεί να εννοηθεί ως κάτι μεταβλητό στην (εκάστοτε) μορφή του, αλλά ανάλλακτο στην (όποια) ουσία του.

Η ακατανόητη ενέργεια
Η ενέργεια υπάρχει πέρα από τις αντιληπτικές δυνατότητες της συνείδησης και η υπόστασή της είναι ένας γρίφος για τις δυνατότητες κατανόησης του νου.
Σύμφωνα με τη φιλοσοφία και τη λογική, η ενέργεια δεν είναι κατανοητή, γιατί δεν μπορεί να αναλυθεί παραπέρα, σε βασικότερες επί μέρους έννοιες, που να την εξηγούν.
Η ενέργεια είναι μια έννοια πρωταρχική.
Η ενέργεια είναι ενέργεια.

Η πραγματικότητα
Σύμφωνα με τα φιλοσοφικά λεξικά, «πραγματικό» (real) είναι κάτι που έχει πραγματοποιηθεί, το «πραχθέν», το γεγονός, η πράξη, το αποτέλεσμα κάποιας πράξης.
Κάποια μεταβολή ενέργειας, είναι η απόλυτα απαραίτητη προϋπόθεση κάθε πράξης.
Η μεταβολή της ενέργειας είναι η πρώτη πράξη.
Η μεταβολή της ενέργειας είναι το πρώτο γεγονός.
Η μεταβολή της ενέργειας γεννά την πραγματικότητα για τον άνθρωπο.

Η φύση
Η ενέργεια μπορεί να εννοηθεί ως μια αόρατη και αιώνια φυσική σταθερά, που όταν μεταβάλλεται, παράγεται δύναμη, η οποία παράγει έργο, το οποίο φαίνεται στα πράγματα.
Αυτό που δεν φαίνεται, είναι η ενέργεια. Αυτό που φαίνεται, είναι η μεταβολή των πραγμάτων και το τελικό αποτέλεσμα πάνω στα πράγματα.
Μέγιστη ορατή έκφανση των μεταβολών και των αποτελεσμάτων της αόρατης ενέργειας είναι η πολυπρόσωπη φύση.

Το σύμπαν
Σύμφωνα με τη σχετική επικρατούσα συμπαντική θεωρία, μέγιστο κλειστό σύστημα ενέργειας μπορεί να θεωρηθεί το σύμπαν. Η ενέργεια, υπάρχει παντού μες στο σύμπαν, αλλάζει μορφές με όλους τους τρόπους, αλλά ούτε παράγεται περισσότερη ενέργεια, ούτε χάνεται ποτέ αυτή που υπάρχει.
Η ενέργεια του σύμπαντος είναι συνεχώς παρούσα όλη παντού.
Η ενέργεια του σύμπαντος είναι άφθαρτη.
Η ενέργεια του σύμπαντος είναι αιώνια.
Η ενέργεια υπάρχει συνεχώς όλη παντού, μεταβάλλεται και μετατρέπεται συνεχώς με άπειρους τρόπους και παράγει συνεχώς άπειρο έργο.
Η ενέργεια μπορεί να εννοηθεί ως κάποιος αόρατος και ανεξιχνίαστος κοινός παρονομαστής κάθε μορφής, έργου και αποτελέσματος.
Με το δικό της παράξενο τρόπο, η ενέργεια έχει την πιο αινιγματική υπόσταση, αλλά και την πιο δημιουργική και εμφατική παρουσία, γι’ αυτό και την πιο πραγματική.

 

 

Δ

 

 

2. Η ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
(Τα κέντρα επίγνωσης: συνείδηση, νους, θυμικό)

α) Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
Το κέντρο της εικόνας

«Συνείδηση» είναι η επίγνωση κάποιας νέας αισθητήριας πληροφορίας (είδησης).
«Συν-είδηση» είναι μια επίγνωση που προστίθεται (συν-) μέσα μας, όταν από κάποια μεταβολή ενέργειας παράγεται ένα νέο έργο (-είδηση), που ερεθίζει τα αισθητήριά μας.
«Συνείδηση» είναι ένα κέντρο επίγνωσης μέσα μας, το οποίο ενεργοποιείται κάθε φορά που κάποια νέα μεταβολή ενέργειας αλλάξει την πραγματικότητα κι ενεργοποιήσει κάποιο αισθητήριο όργανό μας.
«Συνείδηση» είναι ένα κέντρο μέσα μας που γνωρίζει με συγκεκριμένο τρόπο τις μεταβολές της ενέργειας και τα αισθητά αποτελέσματά της.
«Συνείδηση» είναι ένα κέντρο που γνωρίζει αισθητήρια ερεθίσματα ως συγκεκριμένα «αισθήματα».

Το αίσθημα
«Αίσθημα» είναι το απλούστερο αισθητήριο γεγονός για τη συνείδηση.
«Αίσθημα» είναι η απλούστερη συνεύρεση της συνείδησης με την ενέργεια του περιβάλλοντος.
Η αφή του βελούδου. (Ενέργεια πίεσης στους απτικούς αισθητήρες).
Η μυρωδιά του σκόρδου. (Χημική ενέργεια στους οσφρητικούς αισθητήρες).
Η γεύση της φράουλας. (Χημική ενέργεια στους γευστικούς κάλυκες).
Το κόκκινο χρώμα. (Φάσμα του φωτός στους οπτικούς αισθητήρες).
Το αίσθημα είναι μια πιστή και υποχρεωτική εμπειρία για την αντίληψη και τη συνείδηση. Ένα κόκκινο μήλο μες στο οπτικό μας πεδίο το βλέπουμε υποχρεωτικά και μάλιστα το βλέπουμε υποχρεωτικά κόκκινο.

Το ενδιαφέρον αίσθημα
Το μάτι πάντα προσέχει ένα αντικείμενο που κινείται ξαφνικά με σχετικά μεγαλύτερη ταχύτητα από το περιβάλλον.
Το μάτι πάντα προσέχει ένα αντικείμενο που λάμπει ξαφνικά με σχετικά μεγαλύτερη ένταση από το περιβάλλον.
Το αυτί πάντα προσέχει έναν ξαφνικό ήχο, μεγαλύτερο από το περιβάλλον.
Τα αισθητήρια όργανα πάντα προσέχουν ιδιαίτερα μια ξαφνική, μεγάλη ή ασυνήθιστη μεταβολή στο περιβάλλον.
Η προσοχή πίσω από τα αισθητήρια όργανα και η συνείδηση πίσω από την προσοχή, πάντα στρέφεται αυτόματα, με φυσικό και ιδιαίτερο ενδιαφέρον προς μια ξαφνική, μεγάλη ή ασυνήθιστη μεταβολή στο περιβάλλον (την προς-έχει).
Η συνείδηση στρέφεται πάντα προς ένα (εν-) ιδιαίτερα ενεργό αίσθημα, ανάμεσα στα άλλα (-δια-), επειδή αυτό έχει (-φέρει) κάτι σπουδαίο μέσα του, που την εν-δια-φέρει.

Το σπουδαίο αίσθημα
«Σπουδαίο» είναι κάτι άξιο παρατήρησης (σπουδής).
«Σπουδαίο» είναι κάτι προς το οποίο στρεφόμαστε εσπευσμένα (με σπουδή).
«Σπουδαίο» είναι κάτι προς το οποίο στρεφόμαστε με σπουδή, με σκοπό να το σπουδάσουμε.
Η σπουδή της ενέργειας είναι φυσική και αυθόρμητη για την επίγνωσή μας.
Η συνείδηση πάντα στρέφεται με σπουδή προς κάποια μεταβολή της ενέργειας.
Η ενέργεια είναι σπουδαία για τη συνείδηση.
Η σπουδαιότητα νοείται ως κάτι που υπάρχει μες στο σπουδαίο αντικείμενο, κάτι ενγενές, μη μεταβαλλόμενο και αμετάβατο. Γι' αυτό είναι αδόκιμη η έκφραση «μη δίνεις σπουδαιότητα (σε κάποιον)».
Σπουδαία είναι η δυνητική ενέργεια.

Το σημαντικό αίσθημα
Οι μεταβολές της ενέργειας είναι σημαντικές για τη συνείδηση.
Το νέο, ξαφνικό και ιδιαίτερα εναργές αίσθημα είναι σημαντικό, επειδή σηματοδοτεί την παρουσία κάποιας ιδιαίτερης ενεργειακής μεταβολής, γι' αυτό έλκει αυτόματα και φυσικά πάντα τη συνείδηση.
Η σπουδαιότητα του σημαντικού είναι ότι μπορεί και σημαίνει κάτι άλλο.
Σημαντικό είναι αυτό που σημαίνει κάτι άλλο.
Η σημασία είναι κάτι που μεταβιβάζεται. Γι' αυτό είναι δόκιμη η έκφραση «δώσε (ή μη δίνεις) σημασία».
Σημαντικό είναι ένα αίσθημα που λειτουργεί ως σήμαντρο, το οποίο σημαίνει (ενεργοποιεί) τη συνείδηση.
Σημαντική είναι η μεταβαλλόμενη ενέργεια.

Η συνείδηση ως ενέργεια
Η συνείδηση είναι μια εσωτερική λειτουργική οντότητα, που μπορεί να σημανθεί και να ενεργοποιηθεί. Η συνείδηση μοιάζει να υπάρχει σαν ένα εσωτερικό ενεργειακό πεδίο, που ανταποκρίνεται συμμετρικά (σαν καθρέφτης ή σαν μίμος) στις μεταβολές της ενέργειας του περιβάλλοντος.
Η συνείδηση «είναι» κάθε φορά το σημαντικό αίσθημα.
Η συνείδηση υπάρχει κάθε φορά που υπάρχει κάποιο ενεστός αίσθημα (εδώ και τώρα) σε κάποιο αισθητήριο όργανο.
Η συνείδηση υπάρχει ως συνεχές παρόν, εδώ και τώρα συνεχώς.
Κάθε νέο αίσθημα ενεργοποιεί τη συνείδηση, ενώ το προηγούμενο αίσθημα υποχωρεί στο παρελθόν, στη λήθη της μνήμης. Μες στην αχανή μνήμη υπάρχουν άπειρα αισθήματα σε λανθάνουσα κατάσταση, σε κατάσταση λήθης ή λάθους.
Η συνείδηση μπορεί να αναπολήσει βουλητικά τα λανθάνοντα απομνημονευμένα αισθήματα, κάτι που σημαίνει ότι η συνείδηση έχει δική της ενέργεια (βούληση), αυτά όμως μπορούν να σημανθούν και από κάποιο νέο παρόμοιο αίσθημα.
Κάθε παράσταση μες στη μνήμη διεγείρεται μόνιμα και σταθερά από κάποιο συγκεκριμένο αίσθημα (αισθητήριο ερέθισμα), έξω στο περιβάλλον.
Κάθε νέο αίσθημα ενεργοποιεί τη συνείδηση σαν σήμαντρο, λειτουργεί ταυτόχρονα και ως σήμα, που σημαίνει, (ενεργοποιεί) και ανασύρει από τη λήθη της μνήμης στο προσκήνιο της συνείδησης, (στη φαντασία), ένα-ένα τα απομνημονευμένα αισθήματα ή πολλά ομοειδή αισθήματα μαζί, σαν πακέτο.

Η συνείδηση ως μνήμη και φαντασία
Στα επόμενα κεφάλαια θα επιχειρήσουμε λεπτομερέστερη χαρτογράφηση της συνείδησης, από τώρα όμως μπορούμε να τη διαχωρίσουμε σε μνήμη και φαντασία, την οποία μπορούμε να διαχωρίσουμε σε προσοχή και αντίληψη.
Η μνήμη είναι το παρασκήνιο της συνείδησης. Ο εσωτερικός ψυχικός χώρος, όπου υπάρχει δομημένη η στατική συνείδηση, ως άπειρες στην ουσία παλιότερες αισθητήριες καταγραφές. Για την εναργή λειτουργούσα συνείδηση, τα αισθήματα στη μνήμη υπάρχουν σε λανθάνουσα κατάσταση, σε κατάσταση λήθης ή λάθους.
Η φαντασία είναι το προσκήνιο της συνείδησης. Επειδή μες στη φαντασία μπορούν και συνδυάζονται διάφορες μνημονικές καταγραφές, για να αποδώσουν νέα σύνολα μη υπαρκτά στην πραγματικότητα, (π.χ. μισό ψάρι και μισή γυναίκα αποδίδουν τη γοργόνα, ένα φανταστικό, μη-υπαρκτό πλάσμα), γι’ αυτό έχουμε συνηθίσει να λέμε «φανταστικό» το «μη-πραγματικό». «Φανταστικό», όμως, στην κυριολεξία του, είναι αυτό που φαίνεται, το «ορατό». Η φαντασία είναι ο εσωτερικός ψυχικός χώρος, όπου είναι ορατά στη συνείδηση τα εναργή αισθήματα σε συνεχή ενεστώτα χρόνο, εδώ και τώρα συνεχώς. Στη φαντασία η συνείδηση έχει επίγνωση (βλέπει) και το δικό της μνημονικό περιεχόμενο (από μέσα) και τις «εικόνες» από το περιβάλλον (από έξω). Στη φαντασία συνευρίσκονται μνήμη και περιβάλλον.

Η φαντασία ως αντίληψη και προσοχή
Η λειτουργούσα εναργής συνείδηση είναι φανερή στη φαντασία ταυτόχρονα ως άχρονη αντίληψη και ως χρονικά γραμμική προσοχή.
Η αντίληψη είναι μια επίγνωση που εγκαθίσταται μόλις ανοίξουμε τα μάτια μας, γιατί βλέπουμε «μεμιάς», (χωρίς δαπάνη χρόνου), όλα τα αντικείμενα γύρω μας μες στο οπτικό μας πεδίο. Αυτή είναι η άχρονη αντίληψη στην πράξη.
Η προσοχή, προσέχει αυτά τα αντικείμενα οπτικά, ένα-ένα, με συγκεκριμένη δαπάνη χρόνου. Αυτή είναι η χρονικά γραμμική προσοχή στην πράξη.
Ό,τι χάνει η προσοχή σε χωρο-χρονικό εύρος, το κερδίζει σε διαύγεια κι ότι χάνει η αντίληψη σε διαύγεια, το κερδίζει σε χωρο-χρονικό εύρος.

Η εικόνα
Πολλά αισθήματα μαζί αποτελούν για την εναργή συνείδηση μια εικόνα.
Η εικόνα είναι ένα συγκεκριμένο πακέτο αισθημάτων.
Τα αισθήματα είναι η πρώτη ύλη, τα «τούβλα» με τα οποία η συνείδηση δομεί για τον εαυτό της κάθε εικόνα, κάθε αισθητήριο σύνολο, κάθε πραγματικότητα.
Η συνείδηση εποπτεύει. Συνείδηση είναι το κέντρο που δομεί τα αισθητήρια ερεθίσματα σε όλο και ευρύτερες εικόνες. Είναι «συν-είδηση» κυριολεκτικά.
Η εικόνα είναι μια συγκεκριμένη δομή αισθητήριων ερεθισμάτων (αισθημάτων).
Η ενέργεια αποδίδει αισθήματα και εικόνες στη συνείδηση, αλλά δεν αποδίδεται με εικόνες.
Ο νους συμπεραίνει την ενέργεια.
Η συνείδηση δεν βλέπει την ενέργεια, βλέπει μόνο δυναμικές μεταβολές στο περιβάλλον και τα στατικά αποτελέσματα αυτών των μεταβολών.
Η εικόνα είναι μια δομή πολλών συγκεκριμένων μεταβολών της ενέργειας, όπως αυτές φαίνονται στα πράγματα.
Η εικόνα μπορεί να αφορά οποιοδήποτε αίσθημα, αλλά παίρνει το όνομά της από το οπτικό αίσθημα, επειδή η όραση είναι η σημαντικότερη αίσθηση.

Η σύνθεση
Εικόνα είναι μια συγκεκριμένη σύνθεση (ένα πλέγμα) αισθημάτων.
Η συν-είδηση συν-θέτει εικόνες αυτόματα και ενεργητικά.
Η εικόνα υπάρχει όπως την βλέπει η συνείδηση, όταν τη βλέπει η συνείδηση, επειδή την βλέπει η συνείδηση.
Η συνείδηση συνθέτει τα αισθήματα σε εικόνες με απόλυτες αρχές. Υπάγει το μικρότερο αίσθημα στο μεγαλύτερο και το όμοιο με το όμοιο απέναντι σε ό,τι ανόμοιο.
«Μεγαλύτερο» αίσθημα εννοείται το πιο έντονο, πιο εναργές, πιο χρήσιμο, πιο ενδιαφέρον, σημαντικό ή σπουδαίο.
Δύο αισθήματα μπορεί να είναι «όμοια» στο ποιόν (όμοιο χρώμα) ή στο χώρο και το χρόνο που συνέβησαν για τη συνείδηση (χωροχρονικά συναφής ενέργεια).
Η συνείδηση δεν μπορεί να αντιθέσει δύο όμοια αισθήματα. Η συνείδηση δεν μπορεί να διακρίνει μια κόκκινη βούλα πάνω σε ένα εξίσου κόκκινο τοίχο.
Η συνείδηση αντιθέτει (δια-κρίνει) οπωσδήποτε δύο ανόμοια αισθήματα, στον τρόπο και στο βαθμό που διαφέρουν μεταξύ τους. Η κόκκινη βούλα γίνεται αντιληπτή ως ξεχωριστή και συγκεκριμένη οντότητα στο βαθμό που διαφέρει από το χρώμα του τοίχου.
Η συνείδηση αντιλαμβάνεται ποιοτικές σχέσεις, στο βαθμό που υπάρχουν διαφορές μεταξύ αισθημάτων.
Για τη συνείδηση, «εικόνα» είναι μια συγκεκριμένη σύνθεση όμοιων και ανόμοιων αισθημάτων με συγκεκριμένη εσωτερική δομή, ειρμό και τελική αρμονία.

Ένας κόσμος στον εαυτό του
Η εικόνα είναι ένα αυτοαναφερόμενο σύνολο, ένας κόσμος στον εαυτό του. Η εικόνα είναι μια αναλογία της πραγματικότητας και μπορεί να υπάρχει υπό οποιαδήποτε κλίμακα της πραγματικότητας. Η εικόνα έχει συγκεκριμένη έκταση ή διάρκεια, είναι, δηλαδή, μια αισθητήρια οντότητα με συγκεκριμένα χωροχρονικά όρια.
Η εικαστική οπτική εικόνα είναι στατική μίμηση της δυναμικής πραγματικότητας.
Η εικαστική οπτική εικόνα είναι μια στατική πραγματικότητα με έκταση στο χώρο, που παριστάνει κάποια δυναμική πραγματικότητα.
Η στατική εικόνα αποκτά δυναμική, όταν τη βλέπει κάποια συνείδηση και επειδή τη βλέπει κάποια συνείδηση.
Η συνείδηση ανταποκρίνεται στην στατική εικαστική εικόνα με τη δική της εσωτερική δυναμική επίγνωση.
Η συνείδηση ανταποκρίνεται ως δυναμικός εσωτερικός χρόνος, στον στατικό χώρο της εικαστικής εικόνας.
Παραδείγματα: μια φωτογραφία ή ένας πίνακας ζωγραφικής, που είναι στατικές (στιγμιαίες) απεικονίσεις με συγκεκριμένες διαστάσεις και σε συγκεκριμένη κλίμακα της δυναμικής και μεταβαλλόμενης πραγματικότητας.
Η ακουστική εικόνα είναι μια δυναμική πραγματικότητα με συγκεκριμένη διάρκεια στο χρόνο.
Η ακουστική εικόνα σημαίνει και ενεργοποιεί τη συνείδηση, που ανταποκρίνεται ως εσωτερικός χώρος στο χρόνο μιας δυναμικής ακουστικής εικόνας.
Παραδείγματα: ένας ήχος ή ένα τραγούδι, το οποίο είναι μια ενιαία μουσική σύνθεση πολλών ηχητικών τόνων, τα οποία είναι δυναμικά ηχητικά γεγονότα με συγκεκριμένη αλληλουχία και διάρκεια στο χρόνο.

Η κεντρική ιδέα
Επειδή η συνείδηση υπάγει πάντα το μικρότερο αίσθημα σε κάποιο μεγαλύτερο, το πιο μεγάλο αίσθημα της εικόνας αποτελεί για τη συνείδηση τη βάση της εικόνας.
Το «μεγαλύτερο» αίσθημα είναι το θεμέλιο της εικόνας.
Η εικόνα είναι μια συγκεκριμένη δομή αισθημάτων στη βάση του μεγαλύτερου αισθήματος.
Σημαντικότερο αίσθημα είναι συνήθως το οπτικό. Κάποιο οπτικό αίσθημα είναι συνήθως το θεμέλιο της εικόνας. Κάποιο οπτικό αίσθημα είναι συνήθως η κεντρική ιδέα της εικόνας.
Η οπτική εικόνα αφορά κάποια στοιχεία του χώρου με έκταση, όπως η ακουστική εικόνα αφορά κάποιους ήχους με χρονική ανέλιξη.
Επομένως, αν δεν υπάρχουν άλλες προτεραιότητες και δεδομένα, για τη συνείδηση, η οπτική εικόνα είναι η βάση της ακουστικής εικόνας και ο χώρος είναι η βάση του χρόνου.
Στις μη-οπτικές εικόνες, το μεγαλύτερο αίσθημα (ακουστικό, γευστικό, κτλ), είναι η «κεντρική ιδέα» της εικόνας, το «βασικό αίσθημα» πάνω στο οποίο δομούνται όλα τα μικρότερα.

Η ιδέα
«Ιδέα» είναι ένας ενεργός θεμέλιος φθόγγος, ικανός να ανακαλέσει από τη λήθη της μνήμης στο προσκήνιο της φαντασίας ένα συγκεκριμένο σύνολο απομνημονευμένων αισθημάτων.
«Ιδέα» σημαίνει κάτι ελάχιστο.
«Ιδέα» σημαίνει κάτι βασικό.
«Ιδέα» σημαίνει κάτι θεμέλιο.
«Ιδέα» σημαίνει κάτι κυριολεκτικά σημαντικό.
«Ιδέα» σημαίνει κάτι δυσδιάκριτο και ασαφές στον εαυτό του.
Η ιδέα, στην κυριολεξία της, σημαίνει κάτι ορατό.
Η ιδέα μπορεί να αφορά οποιοδήποτε αίσθημα, αλλά παίρνει το όνομά της από το οπτικό αίσθημα, επειδή η όραση είναι η σημαντικότερη αίσθηση. Η «ιδέα» προέκυψε από το απαρέμφατο «ιδείν» ή «ιδέειν» του ρήματος είδω ή οίδα, (προστακτική ίδε ή ιδέ, υποτακτική Ίδω, ίδωμι), που σημαίνει: ορώ, βλέπω, παρατηρώ, επιτηρώ, προσβλέπω, συναντώμαι, συνομιλώ, απολαμβάνω. Και στη μέση φωνή (είδομαι) σημαίνει: φαίνομαι, μοιάζω με κάποιον, προσποιούμαι ότι είμαι κάποιος, μιμούμαι κάποιον.

Η ταξινομούσα ιδέα
Δέκα κόκκινα μήλα μπορούν να διευθετηθούν σε κυκλική διάταξη πάνω σε ένα πράσινο τραπεζομάντιλο.
Στην περίπτωση αυτή, ο κύκλος είναι η ταξινομούσα αρχή, η ιδέα, σύμφωνα με την οποία διευθετήθηκαν αυτά τα συγκεκριμένα μήλα.
Τα ίδια μήλα μπορούν να διευθετηθούν και σε παραλληλόγραμμο ή τρίγωνο ή οποιοδήποτε άλλο σχήμα ή ιδέα.
«Ιδέα» είναι το θεμέλιο σχήμα, βάση του οποίου τακτοποιείται ένα πλήθος στοιχείων. «Ιδέα» είναι μια σταθερή και συγκεκριμένη ταξινομούσα αρχή. «Ιδέα» είναι μια παράσταση σε πλεονεκτική θεμέλια θέση μες στη συνείδηση. «Ιδέα» είναι μια θεμέλια παράσταση, στη βάση της οποίας οφείλουν να ανακληθούν στο προσκήνιο της συνείδησης όλες οι ομοειδείς παραστάσεις.

Η ιδέα ως εξωτερική ενέργεια
Η ιδέα μπορεί να υποβληθεί στη συνείδησή μας, μπορεί να επιβληθεί στη βούλησή μας, μπορεί να επιλεχθεί και από τη βούλησή μας.
Το ψηφιδωτό αποτελείται από πολλές πολύχρωμες ψηφίδες σε μια συγκεκριμένη σύνθεση στη βάση κάποιας οπτικής ιδέας.
Η επίγνωση του ψηφιδωτού είναι υποχρεωτική για τη συνείδησή μας, όπως ακριβώς αυτό υπάρχει. Αν θέλουμε, όμως, μπορούμε να εστιάσουμε βουλητικά την προσοχή μας μόνο στις ψηφίδες ενός χρώματος (κόκκινες, άσπρες, μαύρες), ανάλογα με την χρωματική ιδέα που θα επιλέξουμε νοερά κάθε φορά μέσα μας. Έτσι κι αλλιώς η εικαστική ιδέα είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο διευθετείται ένα πλήθος αισθημάτων.

Η ιδέα ως εσωτερική ενέργεια
Η ιδέα λειτουργεί εσωτερικά ως ένα σήμαντρο, που σημαίνει και ενεργοποιεί ταυτόχρονα πολλά ομοειδή αισθήματα που λανθάνουν μες στη μνήμη.
Αν θέλω, από όλες τις γυναίκες που γνώρισα στη ζωή μου, μπορώ να αναπολήσω μόνο τις ξανθές, αρκεί να σκεφτώ ακριβώς αυτό: «ποιες ξανθές γυναίκες γνώρισα προσωπικά στη ζωή μου;» Μία-μία αυτές οι ξανθές γυναίκες θα αναδυθούν στη φαντασία μου. Το ξανθό χρώμα των μαλλιών τους θα είναι η επιλεγμένη κοινή ιδέα που θα τις ενεργοποιήσει μες στη μνήμη μου και θα τις ξεχωρίσει από τις άλλες ως ένα συγκεκριμένο ομοειδές σύνολο.
«Ιδέα» είναι ένα ελάχιστο αλλά σημαντικό αίσθημα, στο οποίο ανταποκρίνεται αυτόματα και υποχρεωτικά και αναδύεται στη φαντασία ένα συγκεκριμένο πλήθος αισθημάτων από τα άπειρα που υπάρχουν αποθησαυρισμένα στη μνήμη σε ανενεργό λανθάνουσα κατάσταση.
«Ιδέα» είναι ένα ελάχιστου μεγέθους, αλλά μεγίστης σημασίας θεμέλιο γεγονός, στο οποίο ανταποκρίνεται ένα σύνολο συναφών γεγονότων.
Η ιδέα μπορεί να νοηθεί ως ένα συγκεκριμένο σχήμα χωρίς περιεχόμενο, στο οποίο οφείλει να ανταποκριθεί κάθε κατάλληλο περιεχόμενο. Όπως ένα ερώτημα είναι μια απορία και μια απουσία νοήματος που αποζητά μια λύση, μια απάντηση, ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο, η ιδέα είναι μια απουσία συγκεκριμένου περιεχομένου που αποζητά και μπορεί να βρει αυτό ακριβώς το συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Η ενέργεια είναι η μέγιστη ιδέα και η μέγιστη απορία.

Η εμπειρία
Σύμφωνα με τα λεξικά όλου του κόσμου, «κατάσταση» είναι ο τρόπος που υπάρχουν τα πράγματα στο χώρο και συμβαίνουν στο χρόνο.
«Εικόνα» είναι ο τρόπος που μια κατάσταση γίνεται φανερή στη συνείδησή μας.
«Παράσταση» είναι αυτό που μένει μέσα, όταν κλείσουμε τα μάτια.
Η παράσταση είναι το σταθερό και πιστό αποτύπωμα που αφήνει στη μνήμη (μέσα) κάποια δυναμική μεταβολή της ενέργειας (έξω).
Η συνείδηση μπορεί να δει εναλλακτικά ή ταυτόχρονα και την κατάσταση (έξω) και την παράσταση (μέσα).
Η συνείδηση είναι σαν αμφίπλευρος φακός που αντιλαμβάνεται ταυτόχρονα μια κατάσταση έξω και μια παράσταση μέσα, τη μία ακριβώς πάνω στην άλλη και τις συνθέτει στα σημεία που είναι ίδιες μεταξύ τους, ενώ τις αντιπαραθέτει (τις διαστέλλει) στα σημεία και στο βαθμό που διαφέρουν μεταξύ τους.
Ως κατάσταση, (έξω), τέσσερα κόκκινα μήλα πάνω σε ένα πράσινο τραπεζομάντιλο είναι τέσσερα διαφορετικά αντικείμενα.
Ως παράσταση, (μέσα), είναι όμοια ως προς το κοινό κόκκινο χρώμα και το παρόμοιο σχήμα, είναι ανόμοια όμως, ως προς τη θέση του καθενός στο χώρο.
Ως εικόνα, (έξω και μέσα ταυτόχρονα), τα μήλα αυτά έχουν και τις εντυπώσεις της κατάστασης και τα γνωρίσματα της παράστασης.
Η εξωτερική κατάσταση παρέχει στη συνείδηση το υλικό της εμπειρίας.
Η εσωτερική συνολική παράσταση περιέχει τις παρεμβάσεις της συνείδησης εσωτερικά στη σύνθεση του υλικού σύμφωνα με τις απαράβατες αρχές της (όμοιο-ανόμοιο, το μικρότερο στο μεγαλύτερο).
Η «εικόνα» που βλέπει η συνείδηση, στην ουσία είναι μια τελική διπλή εντύπωση μιας κατάστασης έξω και ταυτόχρονα μιας παράστασης μέσα. Είναι και εξωτερική πραγματικότητα και εσωτερική προβολή ακριβώς πάνω της, σημείο προς σημείο.
Η συνείδηση όμως, βλέπει την εικόνα σαν να υπάρχει μόνο έξω, σαν αυτή η ίδια η συνείδηση να είναι παντελώς αμέτοχη στη δημιουργία της εικόνας. Στη φιλοσοφία, αυτή η στάση λέγεται «αφελής ρεαλισμός» (naive realism), δηλαδή, φιλοσοφικά ανώριμος ρεαλισμός.

Η εικόνα ως ενέργεια
Η εικόνα είναι μια συγκεκριμένη ενεργοποίηση της συνείδησης με ταυτόχρονα εξωτερικά και εσωτερικά αίτια.
Στην πραγματικότητα «εικόνα» για τη συνείδηση είναι μια ενέργεια που προέρχεται, (διαμορφώνεται και προκύπτει) από μια κατάσταση (έξω), σε συνεύρεση με μια ενέργεια που προέρχεται, (διαμορφώνεται και προκύπτει) από μια παράσταση (μέσα).
Οι εικόνες έχουν ως ουσιαστικό περιεχόμενό τους αυτή την ίδια την οπτικοακουστική και γενικότερα κινητική (kinetic) ενέργειά τους, που έρχεται από έξω, σε συνδυασμό με την ενέργεια της ίδιας της συνείδησης, που πηγάζει από μέσα.
Η ένταση της εξωτερικής ενέργειας πρέπει να είναι τόσο μεγάλη που να ερεθίζει (να ενεργοποιεί) τα αισθητήρια όργανα και να κινητοποιεί τη συνείδηση, αλλά να μην είναι μεγαλύτερη από τις φυσικές αντοχές των αισθητηρίων οργάνων, προφανώς και τις φυσικές αντοχές της συνείδησης.
Επομένως, η συνείδηση λειτουργεί σε ένα συγκεκριμένο και βολικό για την ύπαρξή της ενεργειακό επίπεδο και αντιλαμβάνεται ή εννοεί όλα τα άλλα ενεργειακά επίπεδα ως μεταφορές ή αλληγορίες.
Για τη συνείδηση, αυτό το άμεσο και συγκεκριμένο βολικό ενεργειακό επίπεδο είναι η «πραγματικότητα».
Για το νου, το επίπεδο αυτό είναι το «κυριολεκτικό».


Η δομή των εικόνων
Η ιδέα δεν δομεί μόνο στοιχειώδη αισθήματα, αλλά και ολόκληρες εικόνες, αφού οι εικόνες στην ουσία τους είναι πακέτα αισθημάτων.
«Ιδέα» είναι η παράσταση ή το αίσθημα που χρησιμεύει ως θεμέλιο για τη διευθέτηση ενός πλήθους παραστάσεων. «Ιδέα» είναι μια παράσταση σε πλεονεκτική θεμέλια θέση μες στη συνείδηση.
Μπορώ να θυμηθώ τις ξανθές γυναίκες που γνώρισα στη ζωή μου, αλλά και τους καθηγητές που είχα στο γυμνάσιο και σε πόσες λίμνες έχω ψαρέψει και τους πρωταγωνιστές, την πλοκή και πολλές άλλες λεπτομέρειες ενός κινηματογραφικού έργου που είδα πρόσφατα.


Ο κινηματογράφος
Μια φωτογραφία είναι μια εικόνα. Ένα κινηματογραφικό έργο είναι ένα σύνολο φωτογραφιών με συγκεκριμένη εσωτερική δομή, ειρμό και τελική αρμονία.
Οι κινηματογραφικές κάμερες καταγράφουν και προβάλουν εικόνες με συχνότητα είκοσι τεσσάρων καρέ το δευτερόλεπτο. Κι επομένως, ένα κινηματογραφικό έργο διάρκειας μιάμισης ώρας έχει 24Χ60΄΄Χ90΄= 129.600 εικόνες διαφορετικές μεταξύ τους, έστω και ελαφρά.
Όλο αυτό το τεράστιο, περίπλοκο και ετερόκλητο αισθητήριο υλικό, που δομείται (πλέκεται) στη βάση ορισμένων αισθητικών ιδεών και αρχών αρμολόγησης, είναι αφηγηματική επέκταση κάποιας κεντρικής δραματουργικής ιδέας.
Η κεντρική ιδέα του έργου επεκτείνεται σε μια υπόθεση με συγκεκριμένη πλοκή.
Η πλοκή του έργου αφορά τη δράση των πρωταγωνιστών.
Η δράση των πρωταγωνιστών αφορά ενέργεια.
Η ενέργεια είναι ο απόλυτος πυρήνας του έργου.

Το όνομα του κινηματογράφου
Ο κινηματο-γράφος γράφει κίνηση. Η κίνηση είναι ενέργεια. Η κίνηση και η θερμότητα θεωρούνται στη φυσική οι δύο βασικότερες μορφές ενέργειας. Θεωρητικά, όλες οι μορφές ενέργειας μπορούν (μακροσκοπικά ή μικροσκοπικά) να αναχθούν σε κίνηση ή θερμότητα.
Το κινηματογραφικό έργο είναι μια δυναμική (κινούμενη, μεταβαλλόμενη) οπτικοακουστική πραγματικότητα, που προτείνεται και λειτουργεί ως αναλογία (μίμηση, παρομοίωση, μεταφορά, αλληγορία ή συμβολισμός) της πραγματικότητας.
Το κινηματογραφικό έργο είναι μια έντεχνα κατασκευασμένη πραγματικότητα, που σημαίνει αναλογικά μια πραγματική πραγματικότητα.
Το κινηματογραφικό έργο είναι δυναμική μίμηση της πραγματικότητας.
Το κινηματογραφικό έργο είναι δυναμική πραγματικότητα που παριστάνει κάποια δυναμική πραγματικότητα.
Το όνομα «κινηματογραφικό έργο» είναι μια κυριολεξία, που εκφράζει με πιστότητα και ακρίβεια την αλήθεια.

 

Β) Ο ΝΟΥΣ
Το κέντρο του λόγου

Η συνείδηση αντιλαμβάνεται αισθήματα και συνθέτει εικόνες. Η συνείδηση εποπτεύει.
Ο νους σκέφτεται με λόγια πάνω στις εικόνες.
Τα λόγια είναι το όχημα και το εργαλείο με το οποίο λειτουργεί ο νους.
Τα λόγια είναι μικρές τυποποιημένες και κωδικοποιημένες εικόνες.
Ο γραπτός λόγος αποτελείται από οπτικές τυποποιημένες εικόνες, τα γράμματα: α (άλφα), β (βήτα), γ (γάμα), δ (δέλτα), κτλ., που έχουν έκταση (π.χ. στο χώρο μιας σελίδας).
Ο προφορικός λόγος αποτελείται από ακουστικές τυποποιημένες εικόνες, τους φθόγγους: ααα, βββ, γγγ, δδδ, κτλ., που έχουν διάρκεια στο χρόνο που εκφέρονται.
Ο νους είναι ένα εξελιγμένο και εξειδικευμένο συνειδησιακό κέντρο που εποπτεύει τυποποιημένες και κωδικοποιημένες λεκτικές εικόνες (τα λόγια), τις οποίες συνθέτει, αναλύει και συγκρίνει μεταξύ τους για να συμπεράνει και να κατανοήσει αναλογικά/συμβολικά όλη την απέραντη ποικιλία των συγκεκριμένων αισθητήριων εικόνων που μπορεί να αντιληφθεί άμεσα και να συνθέσει η συνείδηση.

Η κατανόηση
Ο λόγος αναπτύσσεται με όλο και μεγαλύτερες λεκτικές δομές: φθόγγος (ή γράμμα), λέξη, πρόταση, παράγραφος, κτλ. Αυτονόητος στόχος και πέρας του λόγου είναι η κατανόηση.
Η κατανόηση αρχίζει με την αναγωγή, (την ταύτιση ή την ζεύξη), μιας άγνωστης εικόνας σε κάποια (παρόμοια) γνωστή.
Η κατανόηση ολοκληρώνεται με την τελική υπαγωγή της άγνωστης εικόνας σε κάποιο γνώριμο γνωστικό σύνολο.
Η παρομοίωση, η μεταφορά, η αλληγορία, ο συμβολισμός είναι τα ποιητικά εργαλεία της αναλογικής αναγωγής του αγνώστου σε κάτι γνώριμο.

Ο αληθής λόγος
Η πραγματικότητα «συμβαίνει» για τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος «λέει» την αλήθεια.
Ο άνθρωπος λέει την αλήθεια, στο βαθμό που την καταλαβαίνει και την κατέχει.
Η αλήθεια «παράγεται» από τον άνθρωπο, συνήθως με το λόγο.
Αληθής λόγος είναι η πιστή και ακριβής περιγραφή πραγμάτων, καταστάσεων, γεγονότων. Ο αληθής λόγος είναι μία πιστή, ορθή και συμμετρική λεκτική αναλογία της πραγματικότητας. Ο αληθής λόγος είναι μία πιστή, ορθή και συμμετρική λεκτική αναλογία των δυναμικών μεταβολών της ενέργειας στο χρόνο, και των στατικών αποτελεσμάτων της στο χώρο.

Η αλήθεια ως ενέργεια
«Λήθη» είναι η ανενεργός (σε σχέση με την ενάργεια της συνείδησης) κατάσταση στην οποία υπάρχουν τα αισθήματα στη μνήμη.
Α-λήθεια στην κυριολεξία σημαίνει μη-λήθη.
Α-ληθής είναι η μνημονική καταγραφή που μπορεί να σημανθεί με το λόγο και να αναδυθεί από τη λήθη της μνήμης στην ενεστώσα ενάργεια της συνείδησης.
Με αυτή την έννοια, αληθές είναι το εναργές ή ενεργές.
Αν πω: «Το μήλο που είδα χθες ήταν κόκκινο», στη φαντασία μου θα αναδυθεί το συγκεκριμένο κόκκινο μήλο, μόνο αν όντως εκείνο το μήλο ήταν κόκκινο.
Α-λήθεια είναι ο λόγος που (κυριολεκτικά) σημαίνει κάτι συγκεκριμένο μες στη μνήμη (μέσα σε κάποια μνήμη).
Για να σημανθεί κάτι μες στη μνήμη πρέπει πρώτα και οπωσδήποτε να υπάρχει μες στη μνήμη. Για να υπάρξει κάτι μες στη μνήμη, πρέπει πρώτα να έχει συμβεί «πραγματικά» για τη συνείδηση και τον νου.
Α-λήθεια είναι ο λόγος που έχει συγκεκριμένη και πραγματική ανάλογη καταγραφή στη μνήμη.
Α-λήθεια είναι η συμφωνία λόγου και εικόνας (έξω) ή/και παράστασης (μέσα).
Α-λήθεια είναι η συμφωνία λόγου, πραγματικότητας και μνήμης.

Το αν-α-ληθές
Αν-α-λήθεια στην κυριολεξία σημαίνει μη-μη-λήθη.
Με αυτό το διπλό στερητικό (αν-α-), αυτοκαταργείται η στέρηση του νοήματος και η «λήθη» της λέξης αν-α-ληθής, παραμένει ως έχει: λήθος ή λάθος.
Αν-α-ληθές είναι το «λάθος», το «λανθασμένο», το «λανθάνον», σε σχέση με την ενάργεια της συνείδησης.
Αν-α-ληθής είναι ο λόγος που δεν έχει και ούτε μπορεί να σημάνει κάποια συγκεκριμένη ανάλογη καταγραφή σε καμία μνήμη, για να την ενεργοποιήσει και να την ανακαλέσει στην ενάργεια της συνείδησης. Ο αναληθής λόγος δεν εκφράζει, ούτε σημαίνει κάποια πραγματική μεταβολή της ενέργειας.
Αν κάποιος μιλά φωναχτά μόνος στο δρόμο, προκαλεί γενική θυμηδία, γιατί στην πράξη όλοι γνωρίζουν πως αυτό είναι λάθος. Λίγοι συνειδητοποιούν, όμως, ότι αυτό είναι λάθος, επειδή ο προφορικός λόγος πρέπει οπωσδήποτε να έχει κάποιον αποδέκτη.
Ο λόγος σημαίνει και οφείλει να σημάνει οπωσδήποτε κάτι μες στη μνήμη κάποιου αποδέκτη. Οι μνημονικές καταγραφές είναι ο πραγματικός αποδέκτης του προφορικού λόγου και η ενεργοποίησή τους είναι η πραγματική ενέργεια που στοχεύει ο εναργής προφορικός λόγος.
Ο αναληθής λόγος κυριολεκτικά δεν σημαίνει τίποτα.
Ο αναληθής λόγος δεν έχει καμιά απολύτως αξία.
Η εγκυρότητα και η αξία μιας ιδέας ή μιας θεωρίας εξαρτώνται από το βαθμό που συμφωνούν με την πραγματικότητα και από το βαθμό που μπορούν να πραγματοποιηθούν ή έχουν πραγματοποιηθεί.
Μια ιδέα ή μια ιδεολογία είναι λανθασμένη ή έχει παρακμάσει, όταν οι ιεροφάντες της άλλα λένε και άλλα κάνουν.
Η διαφορά μεταξύ λόγου και πράξης είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος ανίχνευσης του λανθασμένου ή ψευδούς λόγου.

Λάθος και ψεύδος
Η αισθητήρια επίγνωση της πραγματικότητας είναι υποχρεωτική για τη συνείδηση. Ένα κόκκινο μήλο μες στο οπτικό μας πεδίο το βλέπουμε υποχρεωτικά και μάλιστα το βλέπουμε υποχρεωτικά κόκκινο.
Η ομολογία της αλήθειας είναι προαιρετική, επειδή προαιρετικός είναι ο λόγος στο σύνολό του. Αν θέλουμε, αν δεν βλέπει ο άλλος, ότι το μήλο είναι κόκκινο, (αν του μιλάμε στο τηλέφωνο), μπορούμε να του πούμε ότι είναι πράσινο.
Αν νομίζουμε ότι είναι πράσινο και πούμε ότι είναι πράσινο, τότε κάνουμε λάθος.
Αν γνωρίζουμε ότι είναι κόκκινο και πούμε ότι είναι πράσινο, τότε ψευδόμαστε.
Για το ψεύδος, είναι απαραίτητη η ενσυνείδητη συμμετοχή της βούλησής μας. Ψεύδος είναι η πράξη (η ενέργεια) μιας ενσυνείδητα αναληθούς ρηματικής περιγραφής, που δεν έχει αντιστοιχία με την πραγματικότητα, που δεν έχει καμιά μνημονική αναλογία στη μνήμη κανενός.

Το ρήμα
Το ρήμα εκφράζει πάντα κάποια ενέργεια (πράξη, συμπεριφορά).
Το ρήμα εκφράζει την ενέργεια του υποκειμένου.
Το ρήμα εκφράζει και το πάθος του υποκειμένου από την ενέργεια κάποιου αντικειμένου.
«Υποκείμενο» και «αντικείμενο» αλλάζουν ρόλο ανάλογα με τη σχέση τους προς το ρήμα: «φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό (φοβάται) τον Γιάννη». «Γιάννης» και «θεριό» εναλλάσσουν ιδιότητα «υποκειμένου» και «αντικειμένου» μες στην πρόταση, ανάλογα με τη θέση τους σε σχέση με την ενέργεια του ρήματος, ανάλογα με το ποιος «φοβάται» ποιον.
Το κάθε μέρος του λόγου αποκτά υπόσταση και σημασία, αποκτά θέση και ρόλο μες στην πρόταση, ανάλογα με τη σχέση του προς το ρήμα και προς την ενέργεια που εκφράζει το ρήμα.
Το ρήμα είναι η πιο σημαντική λέξη κάθε πρότασης.
Το ρήμα είναι η μόνη λέξη που μπορεί να σταθεί μόνη της και να αποτελεί μια ολοκληρωμένη πρόταση στον εαυτό του: «Γράφω».
Το ρήμα είναι το απόλυτο μέτρο του λόγου, γιατί εκφράζει άμεσα ή έμμεσα κάποια ενέργεια.
Η ενέργεια είναι το απόλυτο μέτρο του ρήματος και του λόγου στο σύνολό του.

Ο λόγος ως σχέση
Μια κύρια και κυριολεκτική έννοια του «λόγου» είναι η «αιτία».
Π.χ. «Ήταν σοβαρός ο λόγος (η αιτία), που απουσίαζες χθες από το σχολείο;»
Η αιτία (ο λόγος) που υπάρχει ο λόγος είναι η περιγραφή της ενέργειας.
Ο λόγος στο σύνολό του υπάρχει για να εκφράζει την ενέργεια και επειδή εκφράζει την ενέργεια.
Η ενέργεια είναι η πρώτη αιτία, είναι ο λόγος που παράγει κάθε πραγματικότητα ως αναλογία του εαυτού της.
Μια δεύτερη κύρια και κυριολεκτική έννοια του λόγου είναι η «σχέση», η «αναλογία».
Π.χ. «Ο λόγος (η σχέση) του 1 προς το 2 εκφράζεται με το κλάσμα ½».
Ο λόγος είναι μια λεκτική αναλογία της πραγματικότητας.
«Πραγματικότητα» είναι η πράξη (το έργο), είναι και το αποτέλεσμα (το έργο) κάποιας πράξης. Ο λόγος περιγράφει ρηματικά κάποιο έργο της ενέργειας ή την ενέργεια «επί το έργον». Ο λόγος περιγράφει ρηματικά τα περιγράψιμα γνωρίσματα και αποτελέσματα της ενέργειας. Ο λόγος δεν μπορεί να περιγράψει όλη τη μη-λεκτική υπόσταση της ενέργειας.
Ο λόγος εξελίχθηκε μες στους αιώνες σε απόλυτη σχέση με την ενέργεια.
Η ενέργεια είναι η άδηλη γενεσιουργός αιτία του λόγου.
Η ενέργεια είναι η άδηλη γενεσιουργός αιτία όλων των πραγμάτων.

Ο λόγος ως ενέργεια
Ο προφορικός λόγος είναι ηχητική ενέργεια και διεγείρει τα ακουστικά όργανα.
Ο γραπτός λόγος είναι οπτική ενέργεια και διεγείρει τα οπτικά όργανα.
Ο λόγος είναι έλλογα οργανωμένη οπτικοακουστική ενέργεια.
Ο λόγος είναι ενέργεια, που σημαίνει κάθε φορά κάποια μεταβολή της ενέργειας.
Τι σημαίνει ότι ο λόγος σημαίνει;
Αν πω: «Λευκός Πύργος» στη φαντασία όσων Ελλήνων με ακούνε θα αναδυθεί η εικόνα του Λευκού Πύργου της Θεσσαλονίκης.
Αν πω: «Παρθενώνας», στη φαντασία όσων Ελλήνων με ακούνε θα αναδυθεί η εικόνα του πασίγνωστου ναού της παρθένου Αθηνάς.
Ο λόγος είναι ενέργεια που σημαίνει (ενεργοποιεί) ανάλογες παραστάσεις από τη λήθη της μνήμης και τις ανασύρει στην ενάργεια της φαντασίας. Η φαντασία είναι το προσκήνιο της συνείδησης, όπως παρασκήνιο της συνείδησης είναι η μνήμη.

Το όνομα
Κάθε παράσταση μες στη μνήμη διεγείρεται μόνιμα και σταθερά από κάποια συγκεκριμένη λέξη.
Η κάθε λέξη αντιστοιχεί μόνιμα και σταθερά σε κάποια εικόνα: «Μήλο», «πολυκατοικία», «πατίνι», «σταχτοδοχείο».
Ο λόγος μπορεί να απογειωθεί αναλογικά από την πραγματικότητα στην αφαίρεση, με πολύ συγκεκριμένο, κομψό και ορθό τρόπο, αλλά η κάθε λέξη αρχικά είναι μια συγκεκριμένη αναλογία μιας συγκεκριμένης εικόνας, ενός συγκεκριμένου αντικειμένου, μιας συγκεκριμένης κατάστασης.
Το μήλο το βλέπουν όλοι οι άνθρωποι ως μήλο, αλλά ο κάθε λαός το ονομάζει διαφορετικά. Οι Άγγλοι το λένε apple, οι Ιταλοί mela, οι Γάλλοι pomme, οι Γερμανοί apfel, Οι Ισπανοί manzana.
Αυτό σημαίνει ότι όλα τα ονόματα είναι συμβατικά.
«Σύμβαση» είναι η συμφωνία ενός αριθμού ανθρώπων σε μια κοινή βάση (συν-βαση). Η γλωσσική σύμβαση είναι η πρακτική και άρρητη αρχικά συμφωνία όλων των ομόγλωσσων να ονομάζουν με κοινό και συγκεκριμένο όνομα ένα αντικείμενο: μήλο, apple, pomme, apfel, manzana.
Ο λόγος στο σύνολό του είναι συμβατικός.

Το όνομα ενέργεια
Η «ενέργεια» είναι ένα συμβατικό όνομα. Οι άνθρωποι ονομάζουν «ενέργεια» κάποια αόρατη και ανεξιχνίαστη αρχική κινούσα αιτία κάθε πράξης, κάθε πράγματος, κάθε πραγματικότητας.
Στην πράξη, ο άνθρωπος βλέπει μόνο τη δύναμη και το αποτέλεσμα, γι’ αυτό τείνει λανθασμένα να ταυτίσει την ενέργεια με τη δύναμη και το αποτέλεσμα και ακόμα περισσότερο, τείνει να θεωρήσει σημαντικότερο και αιτιοκρατικά πρώτο αυτό που βλέπει από αυτό που λανθάνει. Αυτό είναι βολικό για τη συνείδηση που στηρίζεται αναγκαστικά σε αυτά που βλέπει και επεκτείνει αυτά που βλέπει σε όσα λανθάνουν. Όλοι αυτό κάνουμε πάντα. Αυτό βολεύει και την κοινή αφαίρεση μεταξύ μας, μιας και όλοι μπορούμε να δούμε το ίδιο πράγμα. Βολεύει και την οικονομία του λόγου στην πράξη.
Στη θεωρία, όμως, οφείλουμε να δηλώσουμε τι ακριβώς εννοούμε κάθε φορά που λέμε κάτι. Στην πράξη η αόρατη ενέργεια είναι αξεδιάλυτη με τη δύναμη και το ορατό έργο και για τον πρακτικό νου μπορεί να είναι «ενέργεια» και το ένα και το άλλο. Για τον αναλυτικό νου, όμως, (και για την παρούσα φιλοσοφική εργασία, τουλάχιστον), η ενέργεια είναι η αόρατη αρχική αιτία της δύναμης και του τελικού αποτελέσματος.
Υπό αυτή τη συγκεκριμένη έννοια η ενέργεια μπορεί να εννοηθεί ως το αίτιο μάλλον, παρά ως το αποτέλεσμα του «big bang», αφού η ενέργεια νοείται ως κάτι που υπάρχει μεταβλητό στη μορφή του, αλλά άναρχο και ανάλλακτο στην ουσία του και πριν και μετά και τώρα και πάντα και παντού.

Η αδράνεια ξεπερασμένων θεωρειών
Όσο εξελίσσεται ο άνθρωπος τόσο καλύτερα κατανοεί την πραγματικότητα σε βάθος και διαμορφώνει όλο και πιο εξελιγμένες απόψεις και θεωρίες για την γενεσιουργό της αιτία, ξεσκαρτάροντας παλιότερες και ξεπερασμένες θεωρητικές προσεγγίσεις, στο βαθμό, εννοείται, που μπορεί να ξεπεράσει την αναπόφευκτη ισχυρή τους αδράνεια.
Οι άνθρωποι έχουν δώσει στην ενέργεια πολλά ονόματα κατά καιρούς: ΠΝΕΥΜΑ, ΘΕΟ, ΤΑΟ, ΤΣΙ, ΑΛΛΑΧ, ΚΑΡΜΑ.
Οι περισσότεροι ονοματοδότες χρησιμοποιούν το όνομα ως «εμπορικό σήμα κατατεθέν» για αποκλειστική εκμετάλλευση, προσαρμόζοντας συνεχώς και εμπλουτίζοντας με τον καιρό το εννοιολογικό περιεχόμενο του ονόματος ανάλογα με το οικείο συμφέρον, άσχετα πολλές φορές από την πραγματικότητα. Πίσω από τα μύρια ονόματα που της έχουν δοθεί, η ενέργεια παραμένει μια ανεξιχνίαστη και ακατανόητη στην ουσία της αρχική δυνατότητα παραγωγής κάποιου έργου, αρκεί οι περιστάσεις να είναι κατάλληλες για να πυροδοτήσουν κάποια μεταβολή της στη διάρκεια κάποιου χρόνου.

Το πρόσωπο
Ο άνθρωπος συμπεραίνει την ύπαρξη της αόρατης ενέργειας.
Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται με τα αισθητήρια όργανα όσες μεταβολές στο περιβάλλον είναι ανιχνεύσιμες από το κάθε αισθητήριο όργανο.
Η πραγματικότητα «συμβαίνει» για τον άνθρωπο με συγκεκριμένο τρόπο. Οι άνθρωποι βλέπουν τα πράγματα με συγκεκριμένο πρόσωπο.
Η ενέργεια δεν έχει συγκεκριμένο πρόσωπο. Η ενέργεια είναι το απρόσωπο αρχικό αίτιο κάθε προσώπου. Οι άνθρωποι έχουν αποδώσει κατά καιρούς πολλά πρόσωπα στην ενέργεια.
Η ενέργεια είναι μια απρόσωπη για τη συνείδηση και ανεξιχνίαστη για το νου σταθερά, πίσω από τα μυριάδες πρόσωπα που της έχουν αποδοθεί.

Οπτικοακουστική εγκυρότητα
Ο λόγος, είτε γραπτός (με έκταση στο χώρο), είτε προφορικός (με διάρκεια στο χρόνο) είναι το ίδιο έγκυρος για τη συνείδηση, γιατί η συνείδηση θεωρεί το ίδιο έγκυρες και τις χωρικές και τις χρονικές εκφάνσεις τις πραγματικότητας.
Η λέξη «μήλο» είναι το ίδιο έγκυρη είτε την γράψεις, είτε την πεις, επειδή είναι απόλυτη (οπτική και ηχητική) αναλογία η μία της άλλης, αφού αποτελούνται από ακριβώς τα ίδια στοιχεία (γράμματα ή φθόγγους) με την ίδια ακριβώς σειρά (διευθέτηση στο χώρο ή αλληλουχία στο χρόνο): Μ-ή-λ-ο.
Αν παραληφθεί έστω και ένα στοιχείο, είτε στην προφορική, είτε στη γραπτή εκδοχή μιας λέξης, τότε δεν θα είναι ίδια η λέξη: Μήο.
Αν αλλάξει ένα στοιχείο, δεν θα είναι ίδια η λέξη: Μήκο.
Αν αλλάξει θέση ένα στοιχείο, και πάλι δεν θα είναι ίδια η λέξη: Μήολ.
Είτε γραπτά (στατικές παρουσίες στο χώρο), είτε προφορικά (δυναμικές παρουσίες στο χρόνο), τα λεκτικά αντικείμενα (λέξεις, προτάσεις), είναι απόλυτα έγκυρα για τη συνείδηση, αρκεί να αποτελούν την ίδια ακριβώς αλληλουχία και αντιστοιχία το ένα του άλλου. Αυτό ακριβώς κάνουμε με την ανάγνωση. Μετατρέπουμε για το νου ένα γραπτό (οπτικό) λόγο σε προφορικό (ηχητικό), ως δύο λεκτικά αντικείμενα με πλήρη και ακριβή χωροχρονική αντιστοιχία τον ένα του άλλου.
Έτσι κι αλλιώς ο γραπτός λόγος πρέπει να ηχήσει, για να γίνει αντιληπτός από τη συνείδηση και κατανοητός από το νου. Ακόμα και όταν διαβάζουμε νοερά, ο λόγος ηχεί νοερά, μέσα μας. «Υπάρχει», για τη συνείδησή μας. Στην ανάγνωση η συνείδηση λειτουργεί ως ένας εσωτερικός χώρος, που διεγείρεται από τον ακουστικό χρόνο του προφορικού λόγου.

Ο τόνος της λέξης
Για το νου, αν αλλάξει θέση ο τόνος μιας λέξης, και πάλι δεν θα είναι ίδια η λέξη: Μηλό.
Το «ζήτω» είναι μια ελαφρά, αλλά καθαρά διαφορετική τονική σύνθεση από το «ζητώ», με εντελώς διαφορετική σημασία τελικά και με εντελώς διαφορετικό εννοιολογικό περιεχόμενο. Είναι δυο διαφορετικές λέξεις.
Ο τόνος είναι ένα εντελώς απαραίτητο, καθοριστικό, σπουδαίο και κυριολεκτικά σημαντικό στοιχείο του λόγου.
Ο τόνος είναι μια στιγμιαία μεγαλύτερη ένταση σε σχέση με την γενική ένταση που έχει ο τόνος όλων των άλλων φθόγγων μιας λέξης.
Ο τόνος είναι ένταση, η ένταση είναι δύναμη (ισχύς), η δύναμη είναι ενέργεια.

Η ενάργεια του προφορικού λόγου
Ο προφορικός λόγος είναι δυναμικός.
Ο προφορικός λόγος είναι δυναμική τονική σύνθεση.
Ο προφορικός λόγος είναι κωδικοποιημένη και τυποποιημένη μουσική για τα αυτιά μας: «μήλο», «πολυκατοικία», «πατίνι», «σταχτοδοχείο».
Ο νους καταλαβαίνει τελικά την ηχητική μουσική του προφορικού λόγου. Η προφορική λέξη είναι ένα σταθερό τονικό πακέτο, μια σταθερή και συγκεκριμένη τονική σύνθεση, που σημαίνει σταθερά ένα αντικείμενο ή μια έννοια.
Σε μια εγκυκλοπαίδεια υπάρχουν στατικά χιλιάδες λέξεις (λήμματα) γραμμένα στο χώρο κάποιων σελίδων. Αυτά μπορεί να τα δει αποσπασματικά η συνείδηση (ένα-ένα) σε ενεστώτα χρόνο, με τη δαπάνη κάποιου χρόνου. Λαμβάνει επίγνωση ενός λήμματος κάθε φορά, γράμμα-γράμμα, με την ανάγνωσή του: «Μήλο», «πολυκατοικία», «πατίνι», «σταχτοδοχείο».
Για να γίνει προσιτός ο γραπτός λόγος στην εναργή συνείδηση και το νου, πρέπει να γίνει ανάγνωσή του. Πρέπει να ηχήσει στοιχείο-στοιχείο, πρέπει να συμβεί ξανά και ξανά κάθε φορά. «Ανά-γνωση» σημαίνει ακριβώς ξανά-γνώση.

Ο τόνος της πρότασης
Ιδιαίτερα τονισμένη μπορεί να είναι και η λέξη μιας πρότασης. Δήλωση: «Ο Κώστας έφερε αυτό το μήλο».
Από τις άπειρες στην ουσία νοηματικές ανταποκρίσεις, πιθανές απαντήσεις και συνέχειες σε αυτή τη σύντομη δήλωση, η πιο φυσική θα ακολουθούσε την εντονότερη λέξη.
Πιθανή απάντηση: «Ναι, ο Κώστας το έφερε. Τον είδα κι εγώ».
Η λογική συνέχεια ακολουθεί πάντα, φυσικά και αβίαστα, το ιδιαίτερα τονισμένο μέρος του λόγου. Η συνείδηση του ακροατή ανταποκρίνεται αυτόματα στο μεγαλύτερο ηχητικό τόνο του λόγου και ο νους του ακολουθεί τη συνείδησή του.
Δήλωση: «Ο Κώστας έφερε αυτό το μήλο».
Πιθανή απάντηση: «Ναι, αυτό έφερε μόνο και μετά έφυγε. Τον είδα κι εγώ. Τα άλλα δύο μήλα θα τα έφερε κάποιος άλλος».
Ο νους ακολουθεί πάντα, φυσικά και αβίαστα, τον μεγαλύτερο τόνο του λόγου, επειδή ο μεγαλύτερος τόνος είναι στην κυριολεξία μεγαλύτερη ηχητική ενέργεια και δίνεται στο σημαντικότερο μέρος του λόγου, για να το υπογραμμίσει ηχητικά, για να το δια-κρίνει η συνείδηση.
Γι’ αυτό, όταν θέλουμε να υπογραμμίσουμε κάτι σε κάποιον, υψώνουμε τον τόνο της φωνής μας. Είναι μια αυθόρμητη και πολύ συνηθισμένη συμπεριφορά, που αυξάνει άμεσα και αυτόματα την ένταση του περιγραφικού λόγου, για να υπογραμμιστεί το περιεχόμενό του, για να αποκτήσει αυτόματα μεγαλύτερη σημασία κάποιο ιδιαίτερο μέρος του λόγου.

Στοιχείο και σύνολο
Με την περιγραφή αποκτά η συνείδηση εποπτική επίγνωση κάποιου αντικειμένου ή γεγονότος, ακόμα και αν δεν το έχει δει. Από καταγραμμένες αφηγήσεις αυτοπτών, για παράδειγμα, αποκτούμε εποπτική επίγνωση και της μάχης των Θερμοπυλών.
Με τον ορισμό κατανοεί ο νους τη σημασία ενός αντικειμένου. «Ορίζω» ένα αντικείμενο, σημαίνει βρίσκω τη χωροχρονική θέση του (την ορίζω) μέσα σε ένα γενικότερο χωρο-χρονικό πλαίσιο αναφοράς, όπως ορίζω και τη χρησιμότητα ή λειτουργία του (την ενέργειά του), που είναι η σημαντικότερη εντελέχεια κάθε αντικειμένου.
Για να καταλάβω τι είναι το «τιμόνι», πρέπει να ορίσω τη θέση του και τη χρησιμότητα ή λειτουργία του (την ενέργειά του) στο αυτοκίνητο.
Για να καταλάβω τι είναι το «ασανσέρ», πρέπει να ορίσω τη θέση του και τη χρησιμότητα ή λειτουργία του (την ενέργειά του) μέσα σε μια οικοδομή.
Για να καταλάβω τι είναι το «ποντίκι του κομπιούτερ», πρέπει να ορίσω τη θέση του και τη χρησιμότητα ή λειτουργία του (την ενέργειά του), στο κομπιούτερ.
Το κάθε αντικείμενο κατανοείται ως συγκεκριμένο αισθητικό, δομικό, χρηστικό ή λειτουργικό στοιχείο ενός συγκεκριμένου ευρύτερου συνόλου. Ένα αντικείμενο ανεξάρτητο και άσχετο από κάθε πλαίσιο αναφοράς είναι ένα άγνωστο και ακατανόητο αντικείμενο - όπως θα ήταν το «ποντίκι του κομπιούτερ», αν το ανακάλυπτε ένας πρωτόγονος ιθαγενής στη ζούγκλα του Αμαζονίου. Ο ιθαγενής δεν θα γνώριζε το κομπιούτερ, το ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς στο οποίο ανήκει το «ποντίκι», γι’ αυτό και το «ποντίκι» θα ήταν ένα εντελώς άγνωστο και μυστηριώδες αντικείμενο για εκείνον.

Το μέγιστο πλαίσιο αναφοράς
Ο νους δέχεται χωρίς ανυπέρβλητες λογικές ενστάσεις ότι ο λόγος είναι ένα αναλογικό σύστημα έκφρασης, (περιγραφής και κατανόησης) των μεταβολών της ενέργειας, επειδή θεμέλια δομή κάθε λόγου είναι η πρόταση, η οποία έχει ως συστατικά δομικά της στοιχεία τις λέξεις, σημαντικότερη από τις οποίες είναι το ρήμα, το οποίο εκφράζει κάποια ενέργεια.
Το ρήμα είναι το σημαντικότερο μέρος του λόγου.
Ο λόγος στην ουσία του είναι ενέργεια, αλλά η ενέργεια είναι κάτι απείρως σπουδαιότερο από το λόγο.
Η ενέργεια είναι κύρια έννοια σε σχέση με το λόγο.
Ο λόγος είναι έννοια υπάλληλη ως προς την ενέργεια.
Η ενέργεια ορίζει το λόγο, όπως ορίζει και καθορίζει το κάθε τι.
Για την κατανόηση, το πιο μεγάλο και πιο έγκυρο πλαίσιο αναφοράς είναι η ενέργεια. Όλα τα άλλα πλαίσια αναφοράς είναι υποδεέστερα. Όλες οι άλλες κατανοήσεις είναι υποδεέστερες και υπολειμματικές.
Ο νους οφείλει να συσχετίσει με την ενέργεια κάθε υπό κατανόηση αντικείμενο ή θέμα, για να το κατανοήσει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη κατανόηση.
Παρά το αδύνατο, ουτοπικό και επομένως άσκοπο και άσοφο του εγχειρήματος, η κατανόηση της ενέργειας φαίνεται να είναι η πιο ενδιαφέρουσα, χρήσιμη και σημαντική κατανόηση.


 

Γ) ΘΥΜΙΚΟ
Το κέντρο του θυμού

Το συναίσθημα
Όταν ο Λευκός Πύργος που βλέπω έξω, είναι ακριβώς σαν το είδωλο του Λευκού Πύργου που έχω μες στη μνήμη μου, δημιουργείται μέσα μου μια συγκεκριμένη αίσθηση «ταύτισης», που είναι ευδιάκριτη από τη συνείδησή μου. Αυτή η αίσθηση ταύτισης λέγεται «αναγνώριση».
Αν, όμως, το είδωλο που έχω στη μνήμη, είναι από έναν ηλιόλουστο Λευκό Πύργο και δω χιονισμένο μετά τον Λευκό Πύργο, η διαφορά μεταξύ του ηλιόλουστου ειδώλου (μέσα), και του χιονισμένου αντικειμένου (έξω) θα δημιουργήσει μέσα μου μια μικρή συναισθηματική θύελλα.
Συναίσθημα είναι η ένταση που νιώθω άμεσα μέσα μου, όταν βλέπω μια εικόνα έξω, ελαφρά διαφορετική από αυτήν που έχω μέσα.
Συναίσθημα είναι η διαφορά ψυχικού δυναμικού (έντασης, ενέργειας) μεταξύ εικόνας (έξω) και παράστασης (μέσα).
Αν η διαφορά εικόνας-ειδώλου ήταν μικρότερη θα ήταν μικρότερη και η ένταση του συναισθήματος.
Αν η διαφορά εικόνας-ειδώλου ήταν πολύ μεγάλη, δεν θα ήταν το ίδιο αντικείμενο για τη συνείδηση και η ένταση του συναισθήματος θα μηδενιζόταν.

Το όνομα του συναισθήματος
Ένα συγκεκριμένο συναίσθημα είναι συναφές με τη συγκεκριμένη εικόνα που το δημιούργησε. Γι’ αυτό μια συγκεκριμένη εικόνα ανακαλεί στο θυμικό κάποιο συγκεκριμένο συναίσθημα πάντα και ένα συγκεκριμένο συναίσθημα ανακαλεί στη μνήμη κάποια συγκεκριμένη παράσταση. Εικόνα και συναίσθημα πάνε πάντα μαζί.
Επειδή μάλιστα και η «εικόνα» είναι ένα «πακέτο αισθημάτων», μπορώ να πω ότι το «συν-αίσθημα» είναι μια ένταση που προστίθεται μέσα μου (συν-), όταν κάποια συγκεκριμένη εικόνα (-αίσθημα) ενεργοποιήσει τη συνείδησή μου. Αίσθημα και συναίσθημα πάνε πάντα μαζί. Γι’ αυτό «συν-αίσθημα» κυριολεκτικά σημαίνει το «συν» του «αισθήματος», (συν+αίσθημα). Η ελληνική γλώσσα είναι ένας απίστευτος θησαυρός φιλοσοφικής κυριολεξίας.

Το περιεχόμενο του συναισθήματος
Το «συν-αίσθημα» είναι σύνθετη έννοια, με σύνθετο περιεχόμενο. Το συν-αίσθημα αποτελείται απαραίτητα και από κάποια εικόνα (αίσθημα) και από κάποια θυμική ένταση.
Η συγκεκριμένη εικόνα ενός συγκεκριμένου συναισθήματος υπάρχει έξω στο περιβάλλον και ταυτόχρονα ως είδωλο στη μνήμη, όπως τα είπαμε πολύ αναλυτικά στο κεφάλαιο για τη συνείδηση.
Η συγκεκριμένη θυμική ένταση ενός συγκεκριμένου συναισθήματος υπάρχει μέσα μας αποκλειστικά σε κάποιο υποτιθέμενο σχετικό ψυχικό κέντρο, το θυμικό, που διαχειρίζεται ακριβώς τις ψυχικές εντάσεις (τα θυμικά φορτία). Το «θυμικό» παίρνει το όνομά του από το περιεχόμενό του.
Τον όρο χρησιμοποίησε πρώτος ο Πλάτωνας, ο οποίος χώρισε την ψυχή σε λογιστικό, θυμικό και επιθυμητικό. Αργότερα, άλλοι φιλόσοφοι έκαναν τους δικούς τους διαχωρισμούς της ψυχής με περισσότερους παραπλήσιους όρους. Για την παρούσα εργασία, η ψυχή έχει τρία κύρια λειτουργικά κέντρα: το νου (σκέψη), την συνείδηση (εικόνα) και το θυμικό (θυμός - συναίσθημα).

Το περιεχόμενο του θυμικού
Το κυριολεκτικό περιεχόμενο του θυμικού είναι ο «θυμός», σύμφωνα με την αρχαία ελληνική έννοια περισσότερο, παρά με τη σύγχρονη.
Ο «θυμός» έχει λεξικογραφημένες πολύ ενδιαφέρουσες έννοιες, από τα αρχαία χρόνια ακόμα, μέχρι τα σύγχρονα:
1 (Αρχαία) ψυχή, πνοή, ζωή.
2 (Αρχαία) συνεκδ., η ισχύς του ανθρώπου.
3 (Αρχαία) η καρδία.
4 (Αρχαία) ψυχική διάθεσις, επιθυμία, κλίσις.
5 (Αρχαία) τόλμη, θάρρος.
6 (Αρχαία) νους, σκέψις.
7 (Αρχαία-Νέα) η ψυχή ή το πνεύμα, το στοιχείον της ζωής, της αισθήσεως ή της σκέψεως.
8 (Νέα) οργή, αγανάκτησις.
Όλες αυτές οι έννοιες παίρνουν βαθύτερο, ουσιαστικότερο και ενιαίο νόημα, αν ταυτίσουμε το «θυμό» με τη «θυμική ενέργεια» και γενικότερα με την «ψυχική ενέργεια» ή με την «ενέργεια» σκέτα. Ταιριάζει γάντι. Όταν λέμε «λιγο-θυμία», για παράδειγμα, εννοούμε ακριβώς κάποια απώλεια ψυχικής ενέργειας, όπως και η λιπο-θυμία» εκφράζει την πρόσκαιρη παντελή απώλεια ενέργειας. Η απουσία «θυμού», δηλαδή, ταυτίζεται με την απουσία «ενέργειας» και έτσι η έννοια «θυμός» ταυτίζεται με την έννοια «ενέργεια» με πολύ συγκεκριμένο, απλό και κατανοητό τρόπο.

Η διαχειριστική ικανότητα
Από όλες αυτές τις λεξικογραφημένες σημασίες της λέξης, είναι ολοφάνερο επίσης, ότι σε έναν υψηλό πολιτισμό, όπως ο αρχαίος Ελληνικός, ο «θυμός-ενέργεια» δηλώνει μια υπερθετικά θετική έννοια (ψυχή, πνοή, ζωή, τόλμη, θάρρος), δηλώνει μια ζωογόνο, παραγωγική και δημιουργική ψυχική δύναμη. Ενώ σε ένα μη-κορυφαίο πολιτισμό, όπως ο σημερινός Ελληνικός πολιτισμός, «ο θυμός» δηλώνει γενικευμένα μια μεγάλη και ανεξέλεγκτη εν πολλοίς ψυχική δύναμη (οργή, αγανάκτηση), που καταλήγει συχνά σε μια ανεξέλεγκτη και καταστροφική έκρηξη της ψυχικής ενέργειας.
Οι πολιτισμοί ακμάζουν όταν καταφέρνουν να βρουν λειτουργικούς τρόπους διαχείρισης της ενέργειας, της ψυχικής πρώτα. Ενώ οι πολιτισμοί που κακοδιαχειρίζονται την ενέργεια είναι υποδεέστεροι.
Σύμφωνα με αυτή την ιδέα, λοιπόν, ο βαθμός πολιτισμού ενός ατόμου ή ενός λαού εξαρτάται από την ικανότητά τους να διαχειριστούν νηφάλια και σωστά μεγάλες ποσότητες ενέργειας, ψυχικής πρώτα και άμεσα, σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο.

Το συναίσθημα ως ενέργεια
Η εικόνα του χιονισμένου Λευκού Πύργου προκάλεσε αυτή τη μικρή συναισθηματική θύελλα μέσα μου, επειδή η ελαφρά διαφορετική νέα εικόνα άλλαξε έστω και ελαφρά το αποθησαυρισμένο μες στη μνήμη ηλιόλουστο είδωλο του Λευκού Πύργου. Η διαφορά εικόνας (έξω) και παράστασης (μέσα) προκαλεί συγκεκριμένη ένταση (συναίσθημα).
Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται ενέργεια για να αλλάξει κάτι στη μνήμη, για να προστεθεί ή να αφαιρεθεί κάτι.
Συναίσθημα είναι η διαφορά δυναμικού μεταξύ πραγματικότητας και μνήμης, είναι η ενέργεια που παράγεται αυτόματα στο θυμικό για να ισοσκελιστεί η διαφορά αντικειμένου (έξω) και ειδώλου (μέσα).
Το θυμικό είναι η ψυχική έδρα που μοιάζει να λειτουργεί σαν ενεργειακό αντίβαρο, για να ισοσκελίζονται οποιεσδήποτε ενεργειακές διαφορές στην ψυχή, όπως μεταξύ εικόνας έξω και ειδώλου μέσα. Αυτό σημαίνει ότι η συνείδηση έχει ανάγκη να ισοσκελίζει την πραγματικότητα έξω με την πραγματικότητα μέσα, έχει ανάγκη την ισορροπία μέσα-έξω, γιατί μόνο η ενεργειακή ισορροπία μέσα-έξω μπορεί να αποφέρει τη γαλήνη μέσα. Αυτή η γαλήνη (μέσα) είναι ο απόλυτος, αυτόματος και φυσικός στόχος και η συνεχής επιδίωξη της συνείδησης.


Το συγκεκριμένο συναίσθημα
Το συναίσθημα είναι «θυμική ένταση» συνδεδεμένη απαραίτητα με κάποια «εικόνα» (συν+αίσθημα). Ο νους αδυνατεί να κατανοήσει την ίδια τη θυμική ένταση, κατανοεί όμως τις συναισθηματικές ποιότητες (φόβος, αγαλλίαση, θλίψη, κ.τ.λ.), επειδή κατανοεί με κάθε λεπτομέρεια τις εικόνες που είναι συνδεδεμένες κάθε φορά με το συναίσθημα.
Έτσι, συγκεκριμένο, είναι πάντα το συναίσθημα για το νου. Μπορεί να είναι λύπη, γιατί αρρώστησε η μητέρα μας, και τότε θα συνδέεται με εικόνες γιατρών, φαρμάκων, νοσοκομείων, κτλ. Μπορεί να είναι συγκεκριμένη χαρά, γιατί περάσαμε ένα συγκεκριμένο τεστ ή ενθουσιασμός που η ομάδα μας έβαλε γκολ, κοκ. Κάθε φορά το συναίσθημα θα συνδέεται υποχρεωτικά και απαραίτητα με κάποιες ανάλογες εικόνες, που θα το ερμηνεύουν και θα του δίνουν σαφή νοηματική υπόσταση.

Το απρόσωπο θυμικό φορτίο
Πολύ συχνά υπάρχουν μέσα μας και πολλές θυμικές εντάσεις χωρίς εικόνα, από αδυναμία ή απροθυμία της συνείδησης να προσλάβει σαφή και συγκεκριμένη εικόνα, με αποτέλεσμα και ο νους να αδυνατεί να καταλάβει τι συμβαίνει, γιατί ο νους δεν μπορεί να σκεφτεί χωρίς μια εικόνα. Τότε, αυτό δε λέγεται «συναίσθημα», λέγεται απλά «απρόσωπη θυμική ένταση» και απλούστερα «θυμικό φορτίο», «θυμική ένταση» ή σκέτα «ένταση» ή «ψυχικό βάρος» ή σκέτα «βάρος», άγχος, αγωνία, στρες.

Η αδυναμία επίγνωσης
Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένες τέτοιες περιπτώσεις «αδυναμίας επίγνωσης» κάποιας εικόνας, από τις άπειρες που μπορούν να μας συμβούν στην πραγματικότητα. Είναι πιθανό, για παράδειγμα, όπως και συμβαίνει συχνά, να μας τρομάξει κάτι, που δεν το είδαμε καθαρά, επειδή ήταν σκοτάδι γύρω μας. Μπορεί πάλι, κάποια εικόνα που μας φόρτισε να συνέβη πολύ γρήγορα και να μην προλάβαμε να τη δούμε καθαρά. Άλλες φορές είμαστε αφηρημένοι, άλλοτε κάποιος μας μιλάει με πολύ χαμηλή φωνή, και γενικά η «εικόνα» μπορεί να είναι θολή, ασαφής, ημιτελής, αδιευκρίνιστη, για κάποιο απλό, φυσικό και πρακτικό λόγο.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις (και άλλες πολλές παραπλήσιες) θα έχουμε θυμική ένταση, που δε θα συνοδεύεται όμως από κάποια συγκεκριμένη εικόνα, που να την αντιλαμβάνεται με σαφήνεια η συνείδηση και να την ερμηνεύει με ακρίβεια ο νους.

Η απροθυμία επίγνωσης
Ακόμα και όταν η εικόνα είναι καθαρή, όμως, μπορεί ο νους μας να πάρει κάποιες αποστάσεις από αυτήν, αυτόματα ή βουλητικά, επειδή θα τη θεωρήσει δυσάρεστη, προσβλητική, ανήθικη, απωθητική, κ.τ.λ., όπως, μια αράχνη, για παράδειγμα, ένα σκουλήκι, μια ανήθικη πρόταση που θα μας κάνει κάποιος, κάτι προσβλητικό που θα μας πει κάποιος άλλος, κοκ. Όλοι «αποστρέφουμε το βλέμμα», «γυρίζουμε την πλάτη», «παίρνουμε αποστάσεις» από μια κατάσταση άσχημη, ασύμφορη, δυσάρεστη, κτλ. Αυτή η «απροθυμία επίγνωσης», υλοποιείται ως αυτόματη ή βουλητική αποστασιοποίηση (displacement) της συνείδησης και του νου από τα πράγματα και άμεσα από τις εικόνες των πραγμάτων.
Αυτή η στάση της συνείδησης απέναντι σε κάποιο ακατανόητο ή ανεπιθύμητο αντικείμενο, είναι κάτι φυσικό, κοινό, και πολύ συνηθισμένο, αλλά έχει ως κόστος μια μικρή ή μεγάλη θυμική ένταση μέσα μας, που δημιουργείται από τη διαφορά του νου από τη συνείδηση, και υπάρχει σε εκκρεμότητα μέσα μας, ακριβώς επειδή αυτή η ένταση είναι αποκομμένη από τη συνείδηση και το νου, τα μόνα εργαλεία με τα οποία η ψυχή μπορεί να διαπραγματευτεί και να διευθετήσει τα θυμικά φορτία ως αισθητήριες ή νοητικές αναλογίες.
Τελικά, είτε ο νους «θέλει να δει μια εικόνα, αλλά δεν μπορεί», είτε «μπορεί, αλλά δε θέλει», μια θυμική ένταση μέσα μας θα έχει προβληματική ζεύξη με κάποια εικόνα, θα είναι μια θυμική ένταση χωρίς σαφή, συγκεκριμένη και αποδεκτή αισθητήρια εκπροσώπηση και θα υπάρχει σε ενοχλητική εκκρεμότητα μέσα μας, όχι ως συγκεκριμένο «συναίσθημα», αλλά ως «θυμικό φορτίο», απρόσωπο και μη-κατανοημένο.

 

 

 

Δ

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Το σύστημα επίγνωσης και ισορροπίας

Στο κεφάλαιο αυτό, που είναι αναλυτικότερο από το προηγούμενο, θα δούμε πως τα τρία κύρια λειτουργικά ψυχικά κέντρα (συνείδηση, νους, θυμικό) συνεργάζονται μεταξύ τους, ως ενιαίο σύστημα επίγνωσης και ισορροπίας, με στόχο την καλύτερη διαχείριση της ενέργειας και ειδικά των στάσιμων, ακατανόητων ή ανεπιθύμητων θυμικών φορτίων.

1) ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

Σύμφωνα με όσα είπαμε ως εδώ, η συνείδηση είναι η επίγνωση μιας εικόνας. Πολυτιμότερο αντικείμενο για τη συνεχώς ενεστώσα συνείδηση είναι η εκάστοτε ενεστώσα εικόνα, γιατί η συνείδηση είναι η ενεστώσα εικόνα.
Η ύπαρξη της συνείδησης εξαρτάται από την ύπαρξη της εικόνας.
Η εικόνα δανείζει το χώρο και το χρόνο της, την ενεστώσα ενέργειά της, για την ύπαρξη της συνείδησης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η συνείδηση παρασιτεί στο χώρο και το χρόνο της εικόνας. Η προσήλωση της συνείδησης στην εικόνα έχει όλη τη δύναμη του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, της αυτοεπιβεβαίωσης, της επιβίωσης.
Η συνείδηση είναι μια συγκεκριμένη ενεργειακή μεταβολή μέσα, μίμηση κάποιας συγκεκριμένης ενεργειακής μεταβολής έξω.
Η νέα εικόνα συμβαίνει μια φορά για τη συνείδηση με όλο το μέγιστο ενεργειακό της δυναμικό και μειώνεται συνεχώς μετά μες στη μνήμη, σαν αποσβένουσα ταλάντωση.
Μέγιστος αποθησαυρισμένος αισθητήριος θησαυρός για τη συνείδηση είναι οι απομνημονευμένες εικόνες.
Για τη συνείδηση η μνήμη είναι ένα λανθάνον σύμπαν από κάποτε εναργείς (πραγματικές και ενεστώσες) εικόνες, που συνεχώς σβήνουν με τον καιρό, για να χαθούν για τη συνείδηση μία-μία τελικά αργά ή γρήγορα.
Η συνείδηση υπάρχει, όσο υπάρχουν μνήμες αισθημάτων και εναργή αισθήματα από το περιβάλλον.
Η συνείδηση θάλλει μες στην ποικιλία των αισθημάτων, ενώ ανιά και αποσυντονίζεται και σβήνει μες στη μονοτονία του περιβάλλοντος. Η μεγαλύτερη άμεση τιμωρία της συνείδησης και έμμεσα όλης της ψυχής, είναι το μονότονο περιβάλλον.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι τα περιβόητα «λευκά κελιά», όπου το μονότονο λευκό χρώμα παντού ήταν μια απάνθρωπη τιμωρία, επειδή ήταν μια φυλακή ειδικά για τη συνείδηση και μια αναπάντεχη τιμωρία για την ψυχή, που έχανε την ακριβή ισορροπία της, χωρίς μια ελάχιστη απαραίτητη ποικιλία αισθημάτων από το περιβάλλον.

Ενεργή και λανθάνουσα εικόνα
Οι λανθάνουσες μνημονικές καταγραφές μπορούν να σημανθούν, ανακτώντας κάποια πρόσκαιρη ενάργεια, που τις ανακαλεί από τη μνήμη στη φαντασία, ως αναμνήσεις.
Μία παράσταση μες στη μνήμη διεγείρεται από κάποια «εικόνα» από έξω, από το περιβάλλον. Η παράσταση μπορεί να σημανθεί και με το λόγο, που στην ουσία του είναι μια τυποποιημένη και κωδικοποιημένη εικόνα.
Αν δω τον Λευκό Πύργο (έξω), στη φαντασία μου θα αναδυθεί η παράσταση του Λευκού Πύργου (από μέσα).
Αν πω, «Λευκός Πύργος», στη φαντασία όσων Ελλήνων με ακούνε θα αναδυθεί η παράσταση (η εικόνα) του Λευκού Πύργου της Θεσσαλονίκης (από μέσα).
Η κάθε λέξη σημαίνει κάποια εικόνα, επειδή η κάθε λέξη είναι συνδεδεμένη μες στη συνείδηση με κάποια απομνημονευμένη εικόνα. Λέξη και εικόνα πάνε πακέτο.
Η κάθε λέξη είναι ήχος (ηχητική ενέργεια) που σημαίνει κάποια λανθάνουσα και ανενεργή εικόνα στη μνήμη, την ενεργοποιεί, δίνοντάς της στιγμιαία κάποιο μεγαλύτερο ενεργειακό δυναμικό, καθιστώντας την προσιτή στην εναργή συνείδηση, η οποία λειτουργεί αναγκαστικά σε υψηλότερο ενεργειακό επίπεδο από αυτό που υπάρχουν τα λανθάνοντα είδωλα στη μνήμη.
Η «πραγματικότητα» είναι το κύριο πλαίσιο αναφοράς για τη συνείδηση, είναι κυριολεξία και για το νου. Η συνείδηση υπάρχει μες στην πραγματικότητα, ως ένα συγκεκριμένο ενεργειακό πλαίσιο αναφοράς, μέσα σε ένα ευρύτερο ενεργειακό πλαίσιο αναφοράς.
Σε σχέση με την πραγματικότητα, η «μνήμη» είναι ένα ενεργειακό πλαίσιο αναφοράς σε μικρότερο ενεργειακό επίπεδο, αναλογικά υποπολλαπλάσιο της πραγματικότητας.

Ισορροπία μέσα-έξω
Η συνείδηση αντιδρά αυτόματα και υποχρεωτικά στα αισθητήρια ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Κάθε νέο αίσθημα σηκώνει και μια μικρή ενεργειακή θύελλα μες στη μνήμη, αφού το νέο αίσθημα (από έξω) διεγείρει κάθε άλλο συναφές απομνημονευμένο αίσθημα (μέσα).
Η συνείδηση είναι ένα σημείο θέασης μέσα-έξω.
Η συνείδηση είναι ένα σημείο ισορροπίας μέσα-έξω.
Η συνείδηση ισορροπεί, όταν μες στη μνήμη υπάρχει ή δημιουργείται ένα είδωλο ακριβώς σαν αυτό που βλέπει έξω.
Η «εικόνα» έξω δεν είναι ίση με το είδωλο μέσα, αλλά ανάλογη. Η «αναλογία» είναι η λέξη κλειδί, μεταξύ πραγματικότητας και μνήμης.
Ανα-λογία θα πει «ξανά λόγος» (ξανά σχέση) και εννοεί μια σχέση που επαναλαμβάνεται η ίδια ακριβώς σε ένα άλλο επίπεδο, σε ένα άλλο πλαίσιο αναφοράς, μικρότερο ή μεγαλύτερο.
Η παράσταση είναι η υπό κλίμακα αναλογία μιας πραγματικής εικόνας, η οποία είναι η αισθητήρια αναλογία μιας πραγματικής κατάστασης.
Ο «πραγματικός» ήχος ενός πυροβολισμού, υπάρχει «πραγματικά» και στη μνήμη, αλλά υπό κλίμακα και με συμμετρική αναλογική σχέση με κάθε άλλο ήχο μέσα και έξω.
Σε ό,τι αφορά την ενέργεια, η μνήμη στο σύνολό της είναι μια ρεπλίκα του κόσμου υπό κλίμακα, που βοηθά τη συνείδηση να ισορροπεί ενεργειακά μέσα-έξω, κάτι που επιτυγχάνεται στο βαθμό που η μνήμη (μέσα) είναι όντως μια αναλογικά πιστή (αληθής) ρεπλίκα του κόσμου (έξω). Η ισορροπία μεταξύ συνείδησης και περιβάλλοντος είναι αυτόματη κατά κανόνα, αφού η συνείδηση, κάτω από κανονικές φυσιολογικές συνθήκες, αντιλαμβάνεται αυτόματα, πιστά και υποχρεωτικά την πραγματικότητα.

Ισορροπία μεταξύ νου και συνείδησης
Για να υπάρξει εσωτερική γαλήνη, όμως, πρέπει υποχρεωτικά να υπάρχει συμφωνία και ενεργειακή ισορροπία και μεταξύ των εσωτερικών γνωστικών κέντρων του λόγου και της εικόνας. Αυτή είναι η ύστατη αλλά και η πιο άμεση και σημαντική ισορροπία για την ψυχή, γιατί αφορά τα δύο κύρια ψυχικά κέντρα, το νου και τη συνείδηση αντίστοιχα.
Αυτή η συγκεκριμένη ισορροπία μάλιστα, δεν είναι αυτόματη, ούτε εύκολη. Είναι αποτέλεσμα βουλητικής και συχνά κοπιώδους νοητικής εργασίας, αφού ο νους οφείλει πάντα να παράγει την «αλήθεια», ως συμμετρική αναλογία της πραγματικότητας. Οφείλει, δηλαδή, ο νους να παράγει ή να αναπαράγει κάθε φορά κάποιον λόγο, που να είναι αληθής, που να είναι, δηλαδή, συμμετρικά ανάλογος με την εκάστοτε πραγματικότητα, την οποία αντιλαμβάνεται άμεσα, υποχρεωτικά και αυτόματα κάθε φορά η συνείδηση.
Με δυο λόγια, ο «λόγος» πρέπει να εκφράζει ακριβώς την «εικόνα» κάθε φορά και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, γιατί συχνά ο νους δεν μπορεί ή δεν θέλει να αποδώσει κάποια εικόνα. Ο αληθής λόγος, οφείλει παρ’ όλ’ αυτά να κάνει πάντα και οπωσδήποτε ακριβώς αυτό, να εξυπηρετεί την ακριβή ισορροπία μεταξύ του νου και της συνείδησης, μεταξύ κάθε νοητικής και αντιληπτικής δραστηριότητας, ξεπερνώντας ανυπέρβλητες πολλές φορές ψυχικές αδυναμίες και απροθυμίες.

Η ψυχική ανισορροπία
Σε περίπτωση, είτε αδυναμίας είτε απροθυμίας ακριβούς λεκτικής περιγραφής, προκύπτει ασυμφωνία (και ενεργειακή διαφορά) μεταξύ νου και συνείδησης πρώτα και κύρια. Αυτό έχει συγκεκριμένο κόστος για την ψυχή, κάποιο στάσιμο φορτίο στο θυμικό, αυτό που το αισθανόμαστε και το λέμε «ψυχικό βάρος».
Το εκκρεμές φορτίο στην ψυχή, και πιο συγκεκριμένα στο θυμικό, είναι πολύ υπαρκτό και συγκεκριμένο. Το καταλαβαίνουμε, επειδή πυροδοτεί συγκεκριμένες μικρές ή μεγάλες οργανικές αντιδράσεις, που μπορούν να τις καταγράψουν και τα μηχανήματα ανίχνευσης του ψεύδους.
Όταν λέμε ψέματα, δηλαδή, η διαφορά μεταξύ λόγου (στο νου) και εικόνας (στη συνείδηση), προκαλεί κάποια αύξηση της θυμικής έντασης (στο θυμικό), η οποία προκαλεί κάποιες ανεπαίσθητες οργανικές αντιδράσεις (επιτάχυνση των κτύπων της καρδιάς, αύξηση της εφίδρωσης, ή της πίεσης του αίματος, διεύρυνση της κόρης των ματιών, κτλ), που τις καταγράφουν με ακρίβεια τα μηχανήματα ανίχνευσης του ψεύδους.

Τρία κέντρα - ένα σύστημα
Αυτά όλα σημαίνουν, ότι η συνείδηση, ο νους και το θυμικό, είναι τρία διαφορετικά λειτουργικά ψυχικά κέντρα, που δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Είναι συνδεδεμένα και συνεργάζονται μεταξύ τους με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, αποτελώντας ένα συγκεκριμένο ψυχικό σύστημα, που έχει ένα πολύ συγκεκριμένο άμεσο στόχο κάθε φορά, την σωστή αναλογία λόγου και εικόνας, με απόλυτο έμμεσο στόχο την ψυχική ισορροπία και τη σωστή διαχείριση εσωτερικά της ενέργειας και τη σωστή προσαρμογή μας στην πραγματικότητα.

Παραδείγματα

Υπάρχουν πολλοί πρακτικοί τρόποι και απλά παραδείγματα που μας βοηθούν να καταλάβουμε την αλληλεξάρτηση των τριών ψυχικών κέντρων.
Αν, για παράδειγμα, δω μια φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου, στη φαντασία μου θα αναδυθεί εσωτερικά και η εικόνα (η παράσταση) του εκλιπόντος πολιτικού, θα αναδυθεί μέσα μου και ένα χαρακτηριστικό συναίσθημα (ευχάριστο ή δυσάρεστο, ανάλογα με τις πολιτικές μου πεποιθήσεις και τις λοιπές αναμνήσεις μου από τον πολιτικό άνδρα).
Αν ακούσω το όνομα: «Ανδρέας Παπανδρέου», στη φαντασία μου θα αναδυθεί και πάλι η εικόνα (η παράσταση) του εκλιπόντος πολιτικού, θα αναδυθεί μέσα μου και το ίδιο συναίσθημα (ευχάριστο ή δυσάρεστο).
Αυτά όλα σημαίνουν, ότι εικόνα, λόγος και συναίσθημα συνδέονται και αλληλοεπηρεάζονται, αφού όταν υπάρχει το ένα, εμφανίζεται αυτόματα και το άλλο. Σημαίνουν ότι και τα τρία ανάλογα ψυχικά κέντρα, συνείδηση, νους, θυμικό, συνδέονται και συλλειτουργούν αναλογικά μεταξύ τους, ως ένα σύστημα.

Σύντομη θεωρητική ανάλυση
του ενιαίου βάθους
των διαφορετικών ψυχικών φαινομένων

Το τριπλό αντικείμενο επίγνωσης
Όλα όσα είπαμε ως εδώ, σημαίνουν πολύ απλά, ότι και το αντικείμενο της επίγνωσης είναι τριπλό:
Α) Είναι εικόνα μες στη συνείδηση (όπως η εικόνα του Λευκού Πύργου)
Β) Είναι λόγος μες στο νου (όπως το όνομα «Λευκός Πύργος»
Γ) Είναι συγκεκριμένο συναίσθημα μες στο θυμικό (όπως το συγκεκριμένο συναίσθημα που νιώθουμε, όταν βλέπουμε τον Λευκό Πύργο). Το ίδιο αντικείμενο είναι ταυτόχρονα «εικόνα», «λόγος» και «συναίσθημα».
Εξυπακούεται ότι η παραδοξολογία του τριπλού αντικειμένου ισχύει αποκλειστικά για την επίγνωσή μας, που είναι τριπλή, αφού επιτυγχάνεται από τρία κέντρα επίγνωσης, έτσι που το ίδιο αντικείμενο μπορούμε και να το δούμε και να το σκεφτούμε και να το νιώσουμε.

Σχετικό και απόλυτο αντικειμενο
Εξυπακούεται ότι αυτό είναι το σχετικό αντικείμενο, όπως το γνωρίζει η τριπλή επίγνωσή μας και όχι το απόλυτο αντικείμενο, στην καθαυτό ύπαρξή του, στην ουσία του. Η επίγνωση της ουσίας του αντικειμένου είναι αδύνατη, γιατί η ουσία του αντικειμένου είναι η ενέργεια και την ενέργεια δεν μπορούμε να την ορίσουμε, ούτε να την κατανοήσουμε. Μπορούμε μόνο να αντιληφθούμε (ως εικόνα) τα αποτελέσματά της πάνω στα πράγματα ή στα αισθητήριά μας, μπορούμε να την περιγράψουμε, (με το λόγο), περιγράφοντας με λεκτικές αναλογίες τα αποτελέσματά της πάνω στα πράγματα, μπορούμε και να νιώσουμε άμεσα την έντασή της, (ως θυμικό φορτίο μέσα μας), όπως περίπου νιώθουμε και μια μικρή ή μεγαλύτερη ηλεκτρική ένταση, όταν μας «κτυπήσει» το ηλεκτρικό ρεύμα.

Τρία αντικείμενα, μια ενέργεια
Το γεγονός ότι έχουμε ταυτόχρονη τριπλή επίγνωση, σημαίνει ότι «νους», «συνείδηση» και «θυμικό» είναι τρεις διαφορετικοί εσωτερικοί χώροι που μοιράζονται την ίδια ενέργεια στον ίδιο (συνεχή ενεστώτα) χρόνο.

Είμαι αυτό που κάνω
Γενικότερα μιλώντας, η ίδια ενέργεια πραγματικά μπορεί να διεγείρει ταυτόχρονα και να ταυτοποιήσει έτσι δύο ή περισσότερα αντικείμενα. Η συνείδηση, για παράδειγμα, είναι η ενεστώσα εικόνα, επειδή συνείδηση και ενεστώσα εικόνα διεγείρονται «μαζί» και ταυτόχρονα (εδώ και τώρα), ως «μία ενέργεια».
Στην ψυχολογία και την αισθητική, το φαινόμενο της ταύτισης υποκειμένου και αντικειμένου εκφράζεται με συγκεκριμένο όρο, την «εμπάθεια» (empathy). Εμπάθεια λέγεται η ιδιότητα και η δυνατότητα του υποκειμένου να ταυτίζεται με το εκάστοτε αντικείμενο που αντιλαμβάνεται, και ιδιαίτερα με την ενέργεια του. Είμαι αυτό που κάνω, γι’ αυτό όταν κάνω ό,τι κάνει κάτι άλλο, εγώ είμαι το άλλο.
Το ρήμα «είμαι» φανερώνει την κατάσταση της ύπαρξης και δηλώνει συνήθως αυτό ακριβώς, την ψυχική ή σωματική κατάσταση («είμαι καλά», «είμαι χοντρός», «είμαι χορτάτος»), όπως δηλώνει και την τρέχουσα θυμική διάθεση («είμαι λυπημένος», «είμαι χαρούμενος»). Ιδιαίτερα, το ρήμα «είμαι» δηλώνει γενικευμένα το επάγγελμα του ανθρώπου («είμαι γιατρός», «είμαι μανάβης», «είμαι οξυγονοκολλητής»), γιατί το επάγγελμα δηλώνει αυτό που κάνει τακτικά ο άνθρωπος, σε καθημερινή βάση. Ο καθένας είναι αυτό που κάνει. Οι καθημερινές μας ενέργειες (πράξεις, συμπεριφορές) καθορίζουν την ύπαρξή μας. Ο άνθρωπος ταυτίζει φυσικά και αυθόρμητα την υπόστασή του με το επάγγελμά του, γιατί ταυτίζεται με το πολύ σημαντικό αντικείμενο της τακτικότερης και σημαντικότερης ενασχόλησής του.
Η ταύτιση υποκειμένου και αντικειμένου συμβαίνει με συγκεκριμένες πράξεις (ενέργειες), λειτουργώντας πρώτα και παράλληλα στο επίπεδο των ιδεών. Ο άνθρωπος είναι αυτό που κάνει, γιατί η συνείδηση του πρώτα είναι αυτό που βλέπει.

Ο τοτεμισμός
Από τα πρωτόγονα χρόνια ακόμα ο άνθρωπος πίστευε σε αυτή τη ταύτιση με αφελή, αλλά ισχυρή κυριολεξία. Πίστευε ότι «ήταν» ένα συγκεκριμένο εξαιρετικό ζώο (αετός, λιοντάρι, πάνθηρας), αν ντυνόταν (ίδια εικόνα) και συμπεριφερόταν (ίδια ενέργεια) όπως το συγκεκριμένο ζώο. Η ταύτιση με το ζώο στο φυσικό ρεαλιστικό επίπεδο, επαναλάμβανε την ταύτιση της συνείδησης με την δυναμική εικόνα του ζώου, που γινόταν στο ψυχικό επίπεδο. Η συνείδηση πάντα «είναι» η εικόνα που βλέπει και ιδιαίτερα είναι η ενέργεια αυτής της εικόνας.
Ακόμη περισσότερο, μια ολόκληρη φυλή ταυτιζόταν με ένα συγκεκριμένο ζώο, ιδέα, ή πρόγονο, που ήταν το τοτέμ της φυλής. Ο τοτεμισμός στηριζόταν στην κοινή επιθυμία των μελών της φυλής να ταυτιστούν με ένα κοινό πρότυπο εξαιρετικής συμπεριφοράς και επιτυγχανόταν συνήθως με τακτές φυσικές πράξεις που εκτελούσε συλλογικά, τελετουργικά και δημόσια όλη η φυλή. Οι ομαδικές λατρευτικές τελετουργικές πράξεις προς ένα κοινό τοτέμ, ένωναν και ενδυνάμωναν τη φυλή. Ο ομαδικός χορός και το τραγούδι στην πλατεία του χωριού, ήταν οι συνηθέστερες πράξεις που έκαναν τη φυλή μία συμφυή μάζα, στη βάση μιας κεντρικής ιδέας-ταξινομούσας αρχής, που ήταν το εξαιρετικό ζώο-τοτέμ, που είχε επιλέξει η φυλή.
Ακόμη και σήμερα όλα τα μέλη μιας χορωδίας γίνονται μια συμφυής μάζα, για όσο τραγουδάνε συντονισμένα ένα τραγούδι «όλοι μαζί».
Όλα τα μέλη μιας χορευτικής ομάδας γίνονται μια συμφυής μάζα για όσο χορεύουνε συντονισμένα ένα σκοπό.
Ακόμα και ένα ετερόκλητο σύνολο θεατών στο θέατρο γίνεται μία ευκαιριακή συμφυής μάζα για όσο χειροκροτούν «όλοι μαζί» το τέλος μιας παράστασης.

Ο πολιτισμός
Ο πολιτισμός συνεπάγεται την ίδρυση και συνεχή εξυπηρέτηση και συντήρηση τέτοιων ευκαιριακών ή τακτικότερων ενεργών συνόλων που μαζικοποιούνται με ταυτόχρονες ομαδικές δραστηριότητες.
Στον πολιτισμό συμβάλλουν τα μέγιστα οι οργανωμένες και θεσμοποιημένες ομαδικές και πατροπαράδοτα εθιμικές δραστηριότητες (καλλιτεχνικές, αθλητικές, πολιτικές, θρησκευτικές), με τις οποίες ενορχηστρώνεται και εκτονώνεται μαζικά η ψυχική ενέργεια των ατόμων με οργανωμένο και ελεγχόμενο (αναίμακτο) τρόπο, σε τακτά χρονικά διαστήματα ή σε έκτακτες περιπτώσεις.
Οι εκδηλώσεις αυτές συμβαίνουν ταυτόχρονα σε πραγματικό και σε μεταφορικό ψυχικό επίπεδο, ως κυριολεξία ταυτόχρονα και ως μεταφορά, και μέσα και έξω, και είναι τρόποι μαζικής διαχείρισης της ενέργειας σε όλα τα επίπεδα. Στις μαζικές εκδηλώσεις, το άτομο εκτονώνει έμμεσα και άμεσα μες στο τεράστιο σώμα της μάζας την προσωπική του διλημματική, αδιέξοδη και λιμνάζουσα μέσα του ψυχική ενέργεια.
Κοινωνική μάζα είναι ένα σύνολο ανθρώπων που ενεργούν (ή οργανώνονται για να μπορούν να ενεργήσουν) συντονισμένα, με την ίδια ενέργεια. Μάζα είναι ένα σύνολο στοιχείων ή μονάδων, που έχουν την ίδια εικόνα (π.χ. άνθρωποι που φοράν την ίδια στολή ή την ίδια κονκάρδα στο πέτο, έστω) και ενεργοποιούνται με την ίδια ενέργεια (με παρόμοιες πράξεις, συμπεριφορές). Η κοινή ενέργεια είναι το έσχατο περιεχόμενο της αντικειμενικοποιημένης μάζας.

Η ποικίλη επίγνωση
Με όλα αυτά καταλαβαίνουμε ότι, στην ουσία της, η ενέργεια είναι μία, ενώ η επίγνωσή της είναι ποικίλη.
Τα αισθητήρια όργανα πρώτα-πρώτα καταγράφουν την ενέργεια ως ποικίλο αισθητήριο περιεχόμενο, (τα μάτια βλέπουν εικαστικές εικόνες, τα αυτιά ακουστικές, η μύτη συλλαμβάνει μυρωδιές, κοκ).
Το κάθε ψυχικό κέντρο, μετά, αποκτά διαφορετική επίγνωση της ενέργειας, η συνείδηση αντιλαμβάνεται «εικόνες», ο νους κατανοεί τον «λόγο» και στο θυμικό αναπτύσσονται «θυμικές εντάσεις».

Η κοινή ενέργεια
Κάποια ενέργεια είναι πάντα το ύστατο κοινό περιεχόμενο κάθε ψυχικού κέντρου, κάθε δραστηριότητας. Η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου είναι κοινή για όλα τα κέντρα επίγνωσης, και αυτό είναι κοινός τόπος στη νευρολογία. Μπορούμε, λοιπόν, να καταλάβουμε καλύτερα την ενιαία κοινή ουσία των ποικίλων αισθημάτων, αν αναλογιστούμε ότι:
- το θυμικό φορτίο, στην ουσία του, δεν είναι παρά ηλεκτρική ένταση και «ηλεκτρικό φορτίο», κάπου μέσα μας.
- η εικόνα, στην ουσία της, είναι επίσης «ηλεκτρικό φορτίο» σε κάποιο αντίστοιχο εγκεφαλικό κέντρο.
- ο λόγος, στην ουσία του, είναι επίσης «ηλεκτρικό φορτίο» σε κάποιο άλλο αντίστοιχο εγκεφαλικό κέντρο.
Έτσι, «θυμός», «εικόνα» και «λόγος» στην ουσία τους είναι συναφή, αντίστοιχα και ανάλογα, «ηλεκτρικά φορτία» σε κάποιο διαφορετικό εγκεφαλικό κέντρο, που το ένα συμβαίνει, όταν και επειδή συμβαίνει το άλλο, όχι ως ίσα φορτία μεταξύ τους, ίσως, αλλά σίγουρα ως συμμετρική αναλογία το ένα του άλλου με συγκεκριμένη χρονική συνάφεια μεταξύ τους.
Μ’ αυτά καταλαβαίνουμε και ότι η συμφωνία μεταξύ λόγου και εικόνας αφορά κάποια μεταξύ τους σύμφωνα, συμμετρικά και ανάλογα ηλεκτρικά φορτία, μεταξύ νοητικών και αντιληπτικών εγκεφαλικών κέντρων, μεταξύ νου και συνείδησης, δηλαδή.


Επίγνωση και ισορροπία
Όταν ο νους λέει την αλήθεια, περιγράφει λεκτικά ακριβώς αυτά που αντιλαμβάνεται αισθητικά η συνείδηση. Μ’ αυτό καταλαβαίνουμε ότι στην ουσία η ενέργεια του νου ισοσκελίζει την ενέργεια της συνείδησης. Καταλαβαίνουμε και ότι έχουμε εδώ ένα απλό σύστημα εξισορρόπησης της ενέργειας, όπου η ενέργεια στο ένα ψυχικό κέντρο ισοσκελίζει ακριβώς την ενέργεια στο άλλο.
Επειδή μάλιστα και το θυμικό διεγείρεται, όταν υπάρξει κάποια ενεργειακή διαφορά δυναμικού μεταξύ νου και συνείδησης (μεταξύ λόγου και εικόνας), καταλαβαίνουμε ότι έχουμε εδώ ένα τριπλό εσωτερικό σύστημα εξισορρόπησης της ενέργειας, με το κάθε κέντρο να αναλαμβάνει ένα συγκεκριμένο καθήκον και να παίζει ένα συγκεκριμένο ρόλο μες στο σύστημα.
Με άλλα λόγια, το «σύστημα επίγνωσης» λειτουργεί ταυτόχρονα και ως «σύστημα ψυχικής εξισορρόπησης», με την εξισορρόπηση να επιτυγχάνεται ταυτόχρονα με την επίγνωση.
Μπορούμε να φανταστούμε το σύστημα αυτό σαν μια ζυγαριά μεγάλης ευαισθησίας και ακρίβειας, με το ένα σκέλος της ζυγαριάς να είναι η συνείδηση και το άλλο ο νους, ενώ το θυμικό να παίζει το ρόλο του αντίβαρου που επωμίζεται πρόσκαιρα τα φορτία από κάθε ανισορροπία του συστήματος, από κάθε διαφορά δυναμικού μεταξύ νου και συνείδησης, μέχρι να επιτευχθεί μεταξύ τους η τελική ισορροπία, ταυτόχρονα με την επίγνωση, εφόσον, δηλαδή, και μόλις ο νους αναγνωρίσει ή κατανοήσει κάποιο αντικείμενο ή κατάσταση της πραγματικότητας - που αρχικά αντιλαμβάνεται ως «εικόνα» η συνείδηση.
Αυτή η συνεργασία και η τελική συμφωνία, δηλαδή, επιτυγχάνεται με τις απλές ψυχικές λειτουργίες, που είναι η «αναγνώριση» και η «κατανόηση», πολύ οικίες και οι δύο σε όλους, από την πιο κοινή μας καθημερινότητα και στη ουσία συνιστούν την «επίγνωση».

Η αναγνώριση
Η «αναγνώριση» είναι δυνατή, όταν υπάρχει ήδη μες στη μνήμη από παλιά κάποιο είδωλο (παράσταση) της ενεστώσας εικόνας, αυτής που φορτίζει τη συνείδηση εδώ και τώρα. «Αναγνώριση» στην ουσία σημαίνει ταύτιση της ενεστώσας εικόνας (έξω, στο περιβάλλον) με το αντίστοιχο μνημονικό είδωλο (μέσα, στη μνήμη) και με το αντίστοιχο όνομα της εικόνας αυτής, όπως με το γνωστό παράδειγμα του Λευκού Πύργου.
Στην ουσία, «αναγνώριση» σημαίνει ταύτιση του λόγου (άρα και του νου) με κάποια εικόνα (άρα και με τη συνείδηση). Η αναγνώριση, δηλαδή, είναι μια ταύτιση νου και συνείδησης, μέσω της ταύτισης του ονόματος και της εικόνας του ιδίου αντικειμένου.
Για παράδειγμα, το «αντικείμενο-μήλο», παρουσιάζεται στη συνείδηση ως «εικόνα-μήλο», η οποία εκφράζεται από το νου ως «όνομα-μήλο». Η αναγνώριση, επομένως, του «αντικειμένου-μήλο», επιτυγχάνεται με την ταύτιση της συνείδησης και του νου, όταν και επειδή το «όνομα-μήλο» ταυτίζεται με την «εικόνα-μήλο».

Μια τυπική αναγνώριση
Η αναγνώριση συμβαίνει με τον εξής τρόπο:
Η ισορροπία: Κανονικά το σύστημα επίγνωσης βρίσκεται σε ηρεμία και ισορροπία, που σημαίνει ότι ο νους, η συνείδηση και το θυμικό είναι απενεργοποιημένα και ηρεμούν, ώσπου κάποτε μια «εικόνα» ενεργοποιεί κάποιο αισθητήριο όργανο και αμέσως τη συνείδηση, που ενεργοποιείται αυτόματα με την παρουσία κάποιας αισθητήριας διέγερσης.
Η ανισορροπία: Η ενεργοποίηση της συνείδησης είναι μια μονόπλευρη δραστηριοποίηση του συστήματος και μπορούμε να τη φανταστούμε σαν να γέρνει τη «ζυγαριά» του συστήματος επίγνωσης προς την πλευρά της συνείδησης.
Η αισθητική αναγνώριση της εικόνας: Αυτόματα ενεργοποιείται και το είδωλο της εικόνας μες στη μνήμη (από κάποια προγενέστερη εμπειρία) και γίνεται φανερό στη φαντασία (από μέσα). Η συνείδηση πρώτα αναγνωρίζει την ενεστώσα εικόνα (έξω) στο βαθμό που υπάρχει στη μνήμη (μέσα) κάποιο προγενέστερο μνημονικό είδωλο που να της ταιριάζει. Αυτή η αναγνώριση λέγεται αισθητική, γιατί αφορά αναγνώριση της εικόνας ως εικόνα.
Το θυμικό: Αυτή η μονόπαντη ενεργοποίηση της συνείδησης με κάποια εικόνα, προκαλεί αμέσως μια διαφορά δυναμικού (διαφορά ενέργειας) μεταξύ συνείδησης και νου, κάτι που φορτίζει αμέσως το θυμικό, γιατί το θυμικό φορτίζεται αμέσως μόλις προκύψει κάποια διαφορά δυναμικού μεταξύ των δύο κύριων ψυχικών κέντρων, νου και συνείδησης.
Ο νους: Με την ενεργοποίηση της συνείδησης και του θυμικού, ενεργοποιείται αυτόματα και ο νους, που σπεύδει με κάποια λεκτική σκέψη, ώσπου να ισοσκελιστεί ακριβώς η ενεργειακή διαφορά του με τη συνείδηση.
Αυτή η διέγερση του νου, που ακολουθεί τη διέγερση της συνείδησης και του θυμικού, συμφωνεί με τα φιλοσοφικά λεξικά, που αναφέρουν ότι «τα ελατήρια της νοητικής λειτουργίας είναι οι παραστάσεις και τα συναισθήματα». Ακριβώς. Γιατί, ο νους διεγείρεται αυτόματα, όταν διεγείρεται πρώτα η συνείδηση με κάποια εικόνα και το θυμικό με κάποιο συναίσθημα.
Η νοητική αναγνώριση της εικόνας: Ο νους αναγνωρίζει και αυτός την εικόνα (με λόγια) στο βαθμό που βρίσκει μες στη μνήμη κάποια έτοιμη λεκτική περιγραφή (ερμηνεία, εξήγηση, η έστω και ένα απλό όνομα πολύ συχνά), που να αποδίδει ακριβώς ή επαρκώς την συγκεκριμένη εικόνα. Αυτή είναι η νοητική αναγνώριση, με την οποία ο νους αναγνωρίζει με λόγια την εικαστική ή όποια αισθητήρια εικόνα.
Με δυο λόγια, η αναγνώριση αρχίζει με την ενεργοποίηση της συνείδησης από κάποια εικόνα (αισθητική αναγνώριση), συνεχίζεται με κάποια παράλληλη ανάλογη φόρτιση του θυμικού (συναίσθημα) και ολοκληρώνεται με την ευτυχή ενεργοποίηση του νου, (νοητική αναγνώριση), η οποία ισοσκελίζει την εικόνα στη συνείδηση και αποφορτίζει το θυμικό.
Εκτενές παράδειγμα: Εγώ πριν λίγο καιρό είδα στην τηλεόραση έναν πολύ γνωστό μου ηθοποιό, (αναγνώρισα αμέσως το πρόσωπό του, την «εικόνα» του), αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομά του. Μέσα μου ένιωθα ενοχλητικά ότι η αναγνώριση δεν είχε ολοκληρωθεί. Είχε ολοκληρωθεί μόνο η αισθητήρια αναγνώριση (της εικόνας του), αλλά όχι και η νοητική (αφού δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομά του). Πάσχισα για λίγο να το θυμηθώ, αλλά δεν μου ερχόταν. Ώσπου τελικά μπήκε στο δωμάτιο ο ένας μου γιος και τον ρώτησα, ποιος ήταν αυτός ο πολύ γνωστός ηθοποιός. Ήταν ο Ντάστιν Χόφμαν. Έτσι ησύχασα τελικά, μόνο όταν βρέθηκε και το σωστό όνομα για την εικόνα. Ο νους ολοκληρώνει και επιστεγάζει πάντα την εμπειρία επίγνωσης και ισορροπίας, έστω και με ένα όνομα, καμιά φορά, όμως και με ένα εκτενέστατο εξειδικευμένο βιβλίο.
Κι ένα πολύ απλό παράδειγμα: Όταν δούμε τον Λευκό Πύργο, και πούμε μέσα μας: «α, να ο Λευκός Πύργος», έχει συντελεστεί η αναγνώριση, η οποία είναι αυτόματη και άκοπη συνήθως, σε αντίθεση με την κατανόηση που συνεπάγεται κάποια μικρή ή μεγάλη ψυχική δαπάνη.


Η κατανόηση
Η κατανόηση αφορά ένα άγνωστο αντικείμενο και επομένως μια άγνωστη εικόνα για τη συνείδηση, κάτι που σημαίνει ότι δεν υπάρχει ακριβώς παρόμοια προσλαμβάνουσα παράσταση μες στη μνήμη, ούτε γνωστό όνομα στο νου.
Μια τυπική κατανόηση μπορεί να συμβεί ως εξής: Η αρχική ηρεμία και ισορροπία μεταξύ νου, συνείδησης και θυμικού, ανατρέπεται κάποτε από τη νέα και άγνωστη «εικόνα», που ενεργοποιεί κάποιο αισθητήριο όργανο, αμέσως και τη συνείδηση, που πάντα ενεργοποιείται αυτόματα με την παρουσία κάποιας εικόνας, με αποτέλεσμα να γείρει η «ζυγαριά» του συστήματος επίγνωσης προς την πλευρά της συνείδησης, χάνοντας την εσωτερική του ισορροπία.
Η αισθητήρια αναγνώριση της εικόνας είναι αδύνατη, μιας και αυτή η κατανόηση αφορά κάποιο άγνωστο αντικείμενο, που είναι αδύνατο να αναγνωρισθεί από τη συνείδηση.
Το θυμικό διεγείρεται αυτόματα με την εγκατάσταση κάποιας ανισορροπίας στο σύστημα, που προκύπτει από οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ συνείδησης, νου και περιβάλλοντος.
Και μάλιστα η αδυναμία αναγνώρισης της νέας και άγνωστης εικόνας, έχει σαν αποτέλεσμα κάποια μονιμότερη ανισορροπία του συστήματος και την ανάλογα μονιμότερη διέγερση του θυμικού.

Η τέχνη της κατανόησης
Ο νους έχει το τελικό και μεγαλύτερο πρόβλημα, που γεννά η ενεστώσα νέα και άγνωστη εικόνα, αφού ο νους αδυνατεί να την αναγνωρίσει λεκτικά, για να φέρει έτσι σε ένα νοητικό πέρας την ανισορροπία του συστήματος.
Φανταζόμαστε, για παράδειγμα, τη σύγχυση του πρωτόγονου ιθαγενή από την αδυναμία του να κατανοήσει ένα πλαστικό «ποντίκι» κομπιούτερ, που βρήκε πεταμένο στη ζούγκλα του Αμαζονίου. Για την ψυχή, δεν υπάρχει τίποτα ενοχλητικότερο από ένα αντικείμενο που αντιστέκεται στην έλλογη κατανόηση. Αυτός ο ιθαγενής, δεν μπορεί να ορίσει το «ποντίκι», γιατί δεν γνωρίζει τη θέση του στο κομπιούτερ και την λειτουργική του χρησιμότητα, μπορεί μόνο να το περιγράψει. Η κατανόηση ολοκληρώνεται με την υπαγωγή και τον ορισμό ενός αντικειμένου σε ένα ευρύτερο γνώριμο πλαίσιο αναφοράς, αλλά αρχίζει με τη λεκτική του περιγραφή, ανάλογα με τη θυμική διέγερση που προκάλεσε το «ποντίκι» στον ιθαγενή, ανάλογα με το πόσο του κέντρισε το ενδιαφέρον, την απορία, το δέος, από το πόσο τον ενόχλησε η αδυναμία κατανόησης του άγνωστου αντικειμένου.
Η παρομοίωση: Κατ’ αρχάς, για να συμπληρώσει τα κενά κατανόησης αυτός ο ιθαγενής, μπορεί να περιγράψει το ποντίκι, επιδιώκωντας τη συνάφεια και την υπαγωγή του, χρησιμοποιώντας κατάλληλες παρομοιώσεις, ανάλογα με την ευαισθησία του και την ποιητική περιγραφική του ευχέρεια.
Είναι σκληρό σαν το κέρατο της κατσίκας.
Είναι λείο και στρόγγυλο σαν βότσαλο στο ποτάμι.
Είναι άγευστο και άοσμο και άψυχο σαν κοινό βότσαλο.
Έχει ουρά σαν το ποντίκι.
Η παρομοίωση είναι το πρώτο και δεινότερο δημιουργικό εργαλείο της κατανόησης και της ποίησης. Με την παρομοίωση ταυτίζουμε τα μέρη του αγνώστου αντικειμένου με γνωστά επί μέρους αντικείμενα, καθιστώντας έτσι, κομμάτι-κομμάτι, πιο οικείο το άγνωστο αντικείμενο στο σύνολό του, ηρεμώντας κάπως το θυμικό, καθιστώντας έτσι και λιγότερο ενοχλητική την παρουσία του αγνώστου αντικειμένου, ακόμα και αν δεν έχουμε τελική και ολοκληρωτική κατανόησή του.

Η ποίηση
Η ποίηση είναι πρώτα και οπωσδήποτε η τέχνη της άμεσης, μερικής και αποσπασματικής σύγκρισης και παρομοίωσης, χωρίς απαραίτητα κάποια τελική συνολική κατανόηση. Το «ακαταλαβίστικο ποίημα» είναι κάτι συνηθισμένο, φυσιολογικό και αναμενόμενο. Η ποίηση αρχίζει από ανάγκη να κατανοήσουμε το άγνωστο.
Καζαντζάκης: Ο κόσμος είναι σαν ένα φύλλο σ’ ένα μεγάλο δέντρο και ο άνθρωπος ένα μικρό σκουληκάκι που σέρνεται πάνω στο φύλλο και νομίζει ότι τα ξέρει όλα, ώσπου φτάνει στην άκρη του φύλλου και βλέπει το χάος.
Ζορμπάς: Και τότε;
Καζαντζάκης: Και τότε αρχίζει η ποίηση.

Ποίηση είναι η πάλη του νου με το άγνωστο, με άμεσο εργαλείο το λόγο, με κύριο μέσο την αναλογία (παρομοίωση, αλληγορία, μεταφορά, συμβολισμό), με κινητήρια δύναμη την ανάγκη και άμεσο στόχο την ανακούφιση από τις μύχιες απορίες και ιδίως τις αδιέξοδες κι ενοχλητικές εσωτερικές ανισορροπίες και εντάσεις. Η ποίηση δεν λέει μονοδιάστατες αλήθειες ή ψέματα. Η ποίηση παράγει νέες αλήθειες, παράγοντας νέες παρομοιώσεις και αναλογίες της πραγματικότητας, διευρύνοντας έτσι αέναα την πραγματικότητα.
Η ποίηση θάλλει, όταν η ψυχή τολμά να ξανοιχτεί στο άγνωστο, για να παλέψει, για να βρει νέες ιδέες, να παράγει νέες κατανοήσεις, να βρει νέους τρόπους αντιμετώπισης παλιών ή αιώνιων διλημμάτων.
Η ποίηση παρακμάζει, όταν η ψυχή εφησυχάζει σε γνώριμα, άκοπα και ακίνδυνα νοητικά μοτίβα. Βέβαια, η συντήρηση κατακτημένων αληθειών, η στήριξη εγκαταστημένων κοινωνικών δομών και βολικών συμπεριφορών, είναι εντελώς απαραίτητη για την επιβίωση και το ευ ζην της κοινωνίας, αλλά η υπερβολική συντήρηση κι επανάληψη, οδηγεί στην ψυχική ατροφία, στον εκφυλισμό, στον ψυχικό μαρασμό.
Μέτρο της μέτριας ποίησης είναι τα επαναλαμβανόμενα θέματα και μοτίβα, ο ακκισμός, ο ναρκισσιστικός αυτισμός, η ανούσια ομφαλοσκόπηση των ποιητών, ο βερμπαλισμός, η εξάντληση των ποιημάτων σε ωραία αλλά κούφια λόγια. Μέτρο παρακμής μιας ποίησης και μιας κοινωνίας είναι η επανάληψη, ο εφησυχασμός και η ανικανότητα ή απροθυμία για πραγματικά ψυχικά (ή όποια) ρίσκα.

Η πεζογραφία
Η πεζογραφία είναι ένα πολύ λειτουργικό όχημα αναλυτικής περιγραφής, παρουσίασης και αποσαφήνισης ρεαλιστικών καταστάσεων, παράλληλα με την διερεύνηση ψυχολογικών καταστάσεων, στη βάση γενικότερων φιλοσοφικών ιδεών.
Πεζογραφία είναι η λεπτομερειακή λεκτική έκθεση κάποιων διλημματικών, ασαφών, αποσπασματικών ή αντιφατικών μεταξύ τους καταστάσεων και ιδεών, ως ενιαίο σύνολο.
Η «συγγραφή» (συν-γραφή) διαφέρει από τη «γραφή» ακριβώς στο «συν». Συγγραφέας είναι αυτός που γράφοντας και περιγράφοντας ένα ετερόκλητο υλικό, το συν-θέτει σε κάποιο ενιαίο σύνολο. Η λογοτεχνική συγγραφή-σύνθεση επιτυγχάνεται στη βάση του κοινού θυμικού φορτίου. Η δραματουργική πλοκή κάθε λογοτεχνικού έργου προϋποθέτει κάποιο δράμα αναγκαστικά, κι επομένως κάποια θυμική εκκρεμότητα, κι επομένως κάποια διάσταση μεταξύ συνείδησης και νου, η τελική τακτοποίηση, ικανοποίηση και εξάλειψη της οποίας είναι το ζητούμενο σε κάθε λογοτεχνικό έργο. Το δράμα προκύπτει από την ασάφεια, τη διάσταση και την σύγκρουση των καταστάσεων και των ιδεών, που βρίσκονται στον πυρήνα της συγκεκριμένης πραγματικότητας, του συγκεκριμένου θέματος, που η πεζογραφία συνθέτει περιγράφοντας.
Αυτές οι καταστάσεις πρέπει να αποσαφηνιστούν και να διευθετηθούν, με αυτήν την ίδια τη λογοτεχνική περιγραφή τους, για να ανακουφιστεί έμμεσα και το θυμικό. Διευθετώντας άμεσα το αντικείμενο που είναι άγνωστο για τη συνείδηση, ακατανόητο για το νου και ενοχλητικό για το θυμικό, η πεζογραφία εκτονώνει έμμεσα και το θυμικό φορτίο. Το δραματουργικό έργο είναι ένα τεχνητό κανάλι, που χτίζεται έντεχνα με λόγια και εικόνες, έτσι που να μπορεί να οδηγήσει το εκκρεμές θυμικό φορτίο στις εκβολές του.
Όταν διευθετηθούν άμεσα τα λόγια (στο νου) και οι εικόνες (στη συνείδηση), διευθετείται έμμεσα και το συναίσθημα (στο θυμικό).
Όλες οι «καλές τέχνες» δεν είναι παρά άμεσος χειρισμός εικαστικών ή λεκτικών εικόνων, για την έμμεση διευθέτηση κάποιου θυμικού φορτίου.

Το ζητούμενο πλαίσιο αναφοράς
Με την πεζογραφία επιτυγχάνεται η λεπτομερής περιγραφή μιας διλημματικής κατάστασης και η τελική κατανόησή της με την υπαγωγή της σε ένα ευρύτερο γνωστικό πλαίσιο αναφοράς.
Πεζογραφία είναι η σύλληψη μια νέας θέσης και μιας νέας γωνίας θέασης, που να βλέπει μια κατάσταση ή μια θεματική ενότητα διαφορετικά και ευρύτερα από πριν, έτσι που να μπορούν να επανακαθοριστούν συνθετικά ακόμα και δύο αντίθετα και εχθρικά μεταξύ τους αντικείμενα και να βρουν θέση και τα δύο μες στο νέο και ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς.
Η φιλοσοφικά ανώριμη πεζογραφία χωρίζει τους ανθρώπους, με την έννοια ότι προτείνει λύσεις για ένα αριθμό ανθρώπων σε βάρος ενός άλλου αριθμού ανθρώπων. Απαραίτητη προϋπόθεση της ανώριμης πεζογραφίας είναι ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε «καλούς» και «κακούς». Χαρακτηριστική είναι η ευχέρειά της να αναγορεύει ορισμένους ανθρώπους σε «κακούς», χαρακτηριστική είναι και η ταύτισή της με τους «καλούς», που τους στηρίζει μόνιμα και σταθερά.
Αυτή η πεζογραφία έχει ως αυτονόητο στόχο την κατατρόπωση του «άλλου», του άγνωστου, ενοχλητικού και μισητού «αντιπάλου». Αυτή η πεζογραφία δίνει προτεραιότητα και υμνεί την αντίθεση, την αντιπαλότητα, τον ανταγωνισμό, τη μάχη για την επιβολή ή την επιβίωση κάτω από δύσκολες συνθήκες. Υμνεί τα ανδραγαθήματα ορισμένων εξαιρετικών πρωταγωνιστών (Ράμπο, Ζορό, Μπάτμαν, κτλ). Στη χειρότερη περίπτωση υμνεί τις απόπειρες επιβολής με πρόσχημα την επιβίωση. Όλα τα υπουργεία στρατιωτικών στον κόσμο λέγονται υπουργεία «άμυνας», ακόμα και αυτά που διεξάγουν κατακτητικούς πολέμους.
Aρχετυπική έκφραση της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς είναι ο επικός άνθρωπος, ο πολεμιστής. Eξευγενισμένη εκδοχή του είναι ο αθλητής και απόλυτη έκφρασή του ο πυγμάχος, που ανταγωνίζεται άμεσα κάποιον «άλλον», κάποιον αντίπαλο, με σκοπό να τον καταβάλλει με την ωμή δύναμη των μυώνων του.
Η φιλοσοφικά ώριμη πεζογραφία ενώνει τους ανθρώπους, με την έννοια ότι προτείνει λειτουργικές λύσεις για το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων. Η φιλοσοφικά ώριμη λογοτεχνία χαρακτηρίζεται από την οικουμενικότητα των συλλήψεών της. Αναζητά ένα νέο ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς, μες στο οποίο να φωτίζονται οι σκιές, να γεμίζουν τα κενά και να αίρονται τα διλήμματα και οι διαφορές μεταξύ καταστάσεων, ιδεών και ανθρώπων.
Για παράδειγμα, οι οπαδοί δύο αντίπαλων και εχθρικών μεταξύ τους ποδοσφαιρικών συλλόγων μισούνται βαθύτατα σε όλη τη διάρκεια του εθνικού πρωταθλήματος. Όταν όμως αγωνίζεται η εθνική Ελλάδας με κάποια αλλοδαπή εθνική ομάδα, αυτοί οι ίδιοι οι εχθρικοί μεταξύ τους Έλληνες φίλαθλοι, μπορούν να καθίσουν στην ίδια κερκίδα, ντυμένοι με τα ίδια εθνικά χρώματα σαν κοινοί φίλοι και οπαδοί της εθνικής μας ομάδας. Η υπαγωγή των αντιπάλων Ελλήνων φιλάθλων στο ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου (Γιούρο) ή του Παγκόσμιου Κυπέλλου (Μουντιάλ), αίρει αυτόματα τις όποιες αντιθέσεις υπάρχουν μεταξύ τους στο υποδεέστερο επίπεδο του εθνικού πρωταθλήματος.
Άλλο ένα παράδειγμα, Έλληνες και Τούρκοι, είμαστε παραδοσιακοί εχθροί μέσα στα στενά πλαίσια των συνόρων μας, των εθνικών μας υποστάσεων και της συγκεκριμένης μας ιστορίας. Αν όμως κατορθώσει ποτέ να γίνει και η Τουρκία ισότιμο μέλος της Ενωμένης Ευρώπης, τότε θα ανήκουμε και οι δύο σε ένα κοινό και ευρύτερο γεωγραφικό, εμπορικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο αναφοράς, και αυτές οι διαφορές μεταξύ μας θα αρθούν, γιατί τότε θα είμαστε εκ των πραγμάτων «σύμμαχοι», «φίλοι» και «συνεταίροι».
Η φιλοσοφικά ώριμη λογοτεχνία περιγράφει με ακρίβεια τον ανταγωνισμό, αλλά δεν μπαίνει στην υπηρεσία του, ούτε στην υπηρεσία της μιας ή της άλλη πλευράς. Δεν αποζητά να εξοντώσει τον άγνωστο και ενοχλητικό «άλλο». Δεν αποζητά να αποδείξει ότι ο άλλος είναι ο «κακός». Δεν τον χρωματίζει με τα μελανότερα χρώματα. Δεν προσπαθεί καν να χωρίσει σε καλούς και κακούς τους ανθρώπους. Περιγράφει με σαφήνεια, οικονομία, πιστότητα και ακρίβεια, με «ομορφιά» τελικά, τα πράγματα ως έχουν μέσα σε ένα νέο, πρωτότυπο και ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς και γενικότερης ερμηνείας των πραγμάτων. Αυτό το όλο και ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς αναζητά και στην ουσία παράγει, με στόχο την τελική άρση των διαφορών και των διλημμάτων με οποιοδήποτε «άλλον», «εχθρό», «αντίπαλο».
Η λογοτεχνία που αναζητά, έστω, ένα τέτοιο νέο και ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς είναι φιλοσοφικά ώριμη, είναι ήδη φιλοσοφία.

Η φιλοσοφία
Φιλοσοφία είναι η απόπειρα κατανόησης της πραγματικότητας με κάποιον συστηματικό διανοητικό τρόπο, με άμεσο πρακτικό στόχο την καλύτερη προσαρμογή των ανθρώπων στα πράγματα και μέγιστο απώτερο στόχο την ευτυχέστερη διαβίωσή μας.
Η οικουμενικότητα είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των φιλοσοφικών αναζητήσεων, γιατί μια φιλοσοφική αναζήτηση άξια του ονόματός της δεν μπορεί να έχει ως στόχο κάτι υποδεέστερο. Δεν μπορεί να ισχύει μόνο για λίγους ανθρώπους και ιδιαίτερα όχι σε βάρος άλλων ανθρώπων.
Η επιστήμη επιζητά την εξειδικευμένη ασφαλή και βεβαιωμένη γνώση στο μερικό. Η φιλοσοφία αποζητά τη γενική και ολοκληρωτική αλήθεια.
Η φιλοσοφία δεν μπορεί να υπηρετεί κάποιους ημετέρους «καλούς» στον αγώνα τους ενάντια σε κάποιους άλλους, «κακούς». Για τη φιλοσοφία, το «καλό» και το «κακό» δεν είναι αποδεκτά απόλυτα πρόσημα, είναι από πάντα ένα ζωτικό και δυσεπίλυτο φιλοσοφικό ζήτημα.
«Μνήμη» είναι όλα όσα γνωρίζουμε για τον κόσμο. Η φιλοσοφική αξιολογική διευθέτηση της μνήμης μπορεί να γίνει στη βάση της μέγιστης ιδέας-ταξινομούσας αρχής. «Φιλοσοφία» είναι η αναζήτηση μιας κατανοητής και λειτουργικής αρχικής αιτίας, ενός πλαισίου αναφοράς, που να τα χωράει όλα. Η ενέργεια είναι το ευρύτερο δυνατό πλαίσιο αναφοράς, το οποίο όλα τα χωράει και τα εξισώνει, αφού όλα εξαρτώνται από την ενέργεια.
Παρά το αδύνατο και ουτοπικό του εγχειρήματος της πλήρους και ολοκληρωτικής κατανόησης της ενέργειας, η απόπειρα κατανόησης της πραγματικότητας με βάση την ενέργεια, βάζει τα πράγματα στη σωστή τους φιλοσοφική βάση, γιατί μια τέτοια κατανόηση διευθετεί τη μνήμη με βάση τη μέγιστη δυνατή ιδέα-ταξινομούσα αρχή.
Όπως έχουμε ήδη πει, η σπουδή της ενέργειας φαίνεται πως είναι κάτι φυσικό και αυθόρμητο για την επίγνωσή μας. Η διάνοιά μας και η βούλησή μας κι εμείς οι ίδιοι ως την τελευταία λεπτομέρεια, είμαστε εξελιγμένα δημιουργήματα σε απόλυτη σχέση και εξάρτηση με τις απαιτήσεις της ενέργειας του περιβάλλοντός μας, η οποία, εκτός των άλλων, μας προικίζει με αυτή την αυθόρμητη και φυσική τάση να σπουδάσουμε την ενέργεια, η οποία έτσι κι αλλιώς είναι διαθέσιμη για σπουδή, αφού είναι παντού γύρω μας και μέσα μας συνεχώς, υπάρχει πίσω από κάθε στατική ή δυναμική έκφανση της πραγματικότητας.
Η σπουδή της πραγματικότητας με βάση την ενέργεια, είναι η αποδοτικότερη και ωριμότερη φιλοσοφία.

Η σοφία
Η αποδοτική φιλοσοφία στην πράξη είναι σοφία.
Φιλοσοφία είναι η προσέγγιση της σοφίας με θεωρητικό τρόπο.
«Φιλοσοφία» στην κυριολεξία σημαίνει «η αγάπη της σοφίας», η επιθυμία να γίνει κάποιος σοφός.
Σοφός είναι ο συνετός.
Σοφός είναι αυτός που κατέχει σημαντικές και σπουδαίες γνώσεις.
Σοφός είναι αυτός που δεν κατατρίβεται και δεν ξοδεύεται άσκοπα στη ζωή.
Σοφός είναι αυτός που αποφέρει μέγιστα αποτελέσματα με τη μεγαλύτερη οικονομία στις κινήσεις του και τα λιγότερα λάθη.
Σοφός στην αρχαία Ελλάδα λεγόταν αρχικά αυτός που κατείχε καλά την τέχνη του, το επιτήδευμά του, τη δουλειά του. Πολύ σωστά. Όποιος κατέχει καλά τη δουλειά του, κάνει τα λιγότερα λάθη, καταφέρνει και το καλύτερο αποτέλεσμα με τη μεγαλύτερη οικονομία στις πράξεις του.
Αφού, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, μια συγκεκριμένη μεταβολή της ενέργειας παράγει συγκεκριμένη δύναμη, που παράγει συγκεκριμένο έργο στη διάρκεια συγκεκριμένου χρόνου, το επάγγελμα είναι για τον άνθρωπο η σημαντικότερη περίπτωση, που αυτός με κάποια συγκεκριμένη μεταβολή της ενέργειας, παράγει κάποιο συγκεκριμένο έργο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση λέγεται προϊόν.
«Επάγγελμα» είναι η οργάνωση και εξυπηρέτηση των συγκεκριμένων συνθηκών, που αποφέρουν συγκεκριμένες ενεργειακές μεταβολές, που παράγουν συγκεκριμένο έργο (προϊόν).
Σοφός είναι αυτός που υπηρετεί καλύτερα την οργάνωση και λειτουργικότητα των συγκεκριμένων αναγκαίων συνθηκών, που αποφέρουν τις ενεργειακές μεταβολές, που παράγουν το συγκεκριμένο επιθυμητό έργο.
Σοφός είναι εκείνος που εναρμονίζει καλύτερα την συμπεριφορά του με την ενέργεια. Η διαβίωσή μας είναι ευτυχέστερη, όταν η συμπεριφορά μας εναρμονίζεται με την ενέργεια, αυτόματα ή βουλητικά.

Δ


2) ΒΟΥΛΗΣΗ
Η ενέργεια που διαχειρίζεται τον εαυτό της

Σύμφωνα με τα φιλοσοφικά λεξικά, «βούληση» είναι η κινητήρια δύναμη του ανθρώπου, είναι το ψυχικό εκείνο κέντρο που παίρνει αποφάσεις.
Ο συντομότερος και δημοφιλέστερος ορισμός της βούλησης είναι «ο έλεγχος της συμπεριφοράς».
Η βούληση είναι ο διαχειριστής των λειτουργικών κέντρων που αποτελούν την ψυχή (νου, συνείδηση, θυμικό), με κέντρο επιχειρήσεων το νου, με διαχειριστικό εργαλείο το λόγο.
Εξυπακούεται, ότι η βούληση δεν πρέπει να ξεπερνά τις δυνάμεις της φύσης, που στην ουσία είναι ατέρμονες, αλλά να συντονίζεται με αυτές.

ΟΙ ΒΟΥΛΗΤΙΚΕΣ ΨΥΧΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ

Ένας πρακτικός κι εύκολος τρόπος για να καταλάβουμε καλύτερα τη λειτουργία, τις παρεμβάσεις και τις προτεραιότητες της βούλησης, είναι να παρατηρήσουμε ποια ψυχικά κέντρα (νους, συνείδηση, θυμικό) και ποιες συγκεκριμένες ψυχικές λειτουργίες και συμπεριφορές είναι αυτόματες και ποιες βουλητικές.

Βούληση και θυμικό
Η θυμικές φορτίσεις είναι αυτόματες. Είναι εντάσεις που προκαλούνται αυτόματα στο θυμικό από οποιαδήποτε διαφορά ψυχικού δυναμικού, ιδιαίτερα μεταξύ του περιβάλλοντος και της αισθητήριας μνήμης (που αφορά τη συνείδηση) ή και της λεκτικής μνήμης (που αφορά το νου). Στην ηλεκτρολογία, ο ορισμός της ηλεκτρικής έντασης, είναι ακριβώς «η διαφορά δυναμικού μεταξύ δύο σημείων».
Η βούληση αδυνατεί να ελέγξει ή να χειραγωγήσει άμεσα τα θυμικά φορτία, γιατί ο νους, το κατ’ εξοχή ψυχικό εργαλείο της βούλησης, δεν μπορεί ούτε να αναγνωρίσει ούτε να κατανοήσει άμεσα αυτά τα ίδια τα θυμικά φορτία, κάτι που μπορεί να κάνει μόνο έμμεσα, αναγνωρίζοντας ή κατανοώντας τις εικόνες που συνδέονται με αυτά. Όπως στην τέχνη, για παράδειγμα, παράγουμε έντεχνα, άμεσα και βουλητικά κάποια εικαστική, λεκτική ή όποια εικόνα, προκειμένου να εμπνεύσουμε έμμεσα στον εαυτό μας ή στον απέναντι κάποιο συγκεκριμένο συναίσθημα.

Βούληση και συνείδηση
Η συνείδηση έχει δύο ψυχικές λειτουργίες-εργαλεία στην υπηρεσία της, την αντίληψη και την προσοχή.
Η αντίληψη είναι η αυτόματη (κι επομένως, μη βουλητική) επίγνωση κάθε αισθητήριας παρουσίας μες στο αντιληπτικό πεδίο της συνείδησης. Κάτω από κανονικές συνθήκες, η συνείδηση αντιλαμβάνεται άμεσα και υποχρεωτικά κάθε αισθητήρια παρουσία μες στο αντιληπτικό της πεδίο.
Να το ξαναπούμε: ένα κόκκινο μήλο μες στο αντιληπτικό μας πεδίο, το βλέπουμε υποχρεωτικά και μάλιστα το βλέπουμε υποχρεωτικά κόκκινο.
Αντίληψη είναι η άμεση και αυτόματη (χωρίς χρονική καθυστέρηση) εγκατάσταση όλου του οπτικού μου πεδίου κάθε φορά που θα ανοίξω τα μάτια. Μόλις τα ανοίξω βλέπω τα πάντα γύρω μου αμέσως, χωρίς χρονική καθυστέρηση. Είναι το πέπλο της «μάγια» που εγκαθίσταται αμέσως γύρω μου αδιάσπαστος και μόνιμος παντού τριγύρω, όπου και αν ρίξω το βλέμμα, χωρίς κανένα κενό απολύτως για την ενσυνείδητη επίγνωσή μου.
Η προσοχή μπορεί να είναι είτε αυτόματη, είτε ελεγχόμενη από τη βούληση.
Αυτόματη, λόγου χάρη, είναι η έλξη του βλέμματος (και της προσοχής) από ένα αντικείμενο που κινείται ξαφνικά μες στο οπτικό πεδίο.
Βουλητική, μετά, είναι η προσχεδιασμένη κι ελεγχόμενη κίνηση του βλέμματος προς ένα βουλητικά επιλεγμένο αντικείμενο και ιδίως η προσήλωση του βλέμματος σε αυτό και η σπουδή του με βουλητική εμμονή.
Γνωστές είναι οι ασκήσεις προσήλωσης στη Γιόγκα, για την ενίσχυση του βλέμματος, της προσοχής και της βούλησης μέσα από αυτά.
Η προσοχή είναι μια χωρο-χρονική συμπύκνωση της ευρείας και ασαφούς αντίληψης. Η αντίληψη μπορεί να έχει ασαφή, αλλά άμεση συνολική επίγνωση, με μια ματιά, ενός μεγάλου ψηφιδωτού, ενώ η προσοχή μπορεί να προσέξει μία-μία όλες τις ψηφίδες με μεγάλη διαύγεια και βουλητική ευχέρεια, αν και με κάποια δαπάνη χρόνου. Με την προσοχή, η βούλησή μας απέκτησε ένα ελεγχόμενο και λειτουργικό εργαλείο.

Βούληση και νους
Η βούληση ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τη λεκτική δραστηριότητα.
Η λεκτική σκέψη είναι αυτόματη ως ένα βαθμό και βουλητική ή προγραμματιζόμενη ως έναν άλλο.
Αυτόματη είναι η σκέψη, όταν με την αναπόληση ανταποκρίνεται σε κάποιες παραστάσεις ή θυμικές φορτίσεις, που είναι τα ελατήρια για κάθε βουλητική ανταπόκριση, όπως είναι τα ελατήρια και για την (λεκτική) σκέψη. Οι παραστάσεις και οι συγκινήσεις μπορούν να είναι διεγερτικές σε βαθμό που να αναγκάζουν το νου να ανταποκριθεί με λεκτικές σκέψεις.
Βουλητική είναι κατά κανόνα η εκφώνηση του λόγου, για την επικοινωνία με τους άλλους. Κάτω από κανονικές συνθήκες, η εκφώνηση του λόγου είναι στην απόλυτη ευχέρεια της βούλησης. Το «ου προτρεχέτω η γλώττα της διανοίας» δηλώνει χαριτωμένα ως ηθικό ζητούμενο αυτό που κάτω από κανονικές φυσιολογικές συνθήκες είναι πρακτικά μια αναπόφευκτη κυριολεξία. Η γλώσσα (ο λόγος) ακολουθεί πάντα κάποια σκέψη (διανόημα) και οπωσδήποτε ελέγχεται από τη βούληση. Με το λόγο, η βούληση απέκτησε το πιο ελεγχόμενο και δεινό λειτουργικό της ψυχικό εργαλείο.
Υπάρχουν, φυσικά, συχνές περιπτώσεις που έντονα συναισθήματα και εικόνες βιτσίζουν τη λειτουργία του νου και τη λεκτική δραστηριότητα σε σημείο ανεξέλεγκτου παροξυσμού (λογόρροια), αλλά κανονικά, κάτω από κανονικές φυσιολογικές συνθήκες, ο λόγος είναι υπό τον έλεγχο της βούλησης. Όταν θέλω να μιλήσω, μιλάω, και όταν δε θέλω να μιλήσω, δε μιλάω. Στην κατοχή, για παράδειγμα, βασάνιζαν τους πατριώτες, για να ομολογήσουν, γιατί αυτοί απλά δεν ήθελαν να μιλήσουν. Με τα βασανιστήρια μιλάς θες δεν θες, αλλά τα βασανιστήρια δεν είναι μια κανονική κατάσταση.
Ο λόγος, κάτω από κανονικές φυσιολογικές συνθήκες, είναι βουλητικός. Ο νους είναι το πλέον ελεγχόμενο από τη βούληση ψυχικό κέντρο.

Βούληση και εγώ
Αν ζητήσεις από οποιονδήποτε φυσιολογικό άνθρωπο να πει «εγώ» και να δείξει τον εαυτό του. Αυτός θα δείξει αυθόρμητα το κέντρο του στέρνου του: «Εγώ».
Δεν είναι παράξενο που ο Πλάτωνας, χιλιάδες χρόνια πριν, όταν χώρισε την ψυχή του ανθρώπου σε λογιστικό, θυμικό και επιθυμητικό, όρισε ως κέντρο του λογιστικού το κεφάλι, ως κέντρο του θυμικού το στέρνο και ως κέντρο του επιθυμητικού την κοιλιά, ορίζοντας ταυτόχρονα τον φιλόσοφο ως τον άνθρωπο που λειτουργεί με την σκέψη (στο κεφάλι), τον πολεμιστή που λειτουργεί με το θάρρος (στο στέρνο), και τον κατώτερο λαϊκό άνθρωπο, τον έμπορο-τεχνίτη-βιοτέχνη, που λειτουργεί με τις συναισθηματικές παρορμήσεις (στην κοιλιά).

Σύντομη ανάλυση
των συστημάτων του ανθρώπινου οργανισμού
για τη διαχείριση της ενέργειας

Παρενθετικά θα ήθελα εδώ να αναφερθώ πολύ συνοπτικά, σε αυτά τα ολισθηρά θέματα αξιολόγησης, ορισμού και οριοθέτησης εσωτερικών κέντρων, συστημάτων και διεργασιών της ενέργειας. Σε άλλη εργασία μου, πάνω στην οποία εργάζομαι από καιρό, αναλύω τα κύρια οργανικά λειτουργικά συστήματα, αυτά που ο οργανισμός έχει αναπτύξει, για να διαχειρίζεται την ενέργεια με διαφορετικούς τρόπους: το Νευρικό Σύστημα, το Μυοσκελετικό Σύστημα και το Γαστρεντερικό Σύστημα.
- Το Νευρικό Σύστημα διαχειρίζεται ηλεκτρική ενέργεια, ως νευρική αλληγορία κάθε άλλης ενέργειας που αναπτύσσεται στον οργανισμό.
- το Μυοσκελετικό Σύστημα διαχειρίζεται άμεσα κινητική ενέργεια, κυρίως με τα άκρα (χέρια-πόδια).
- το Γαστρεντερικό Σύστημα διαχειρίζεται άμεσα τροφική ενέργεια, είναι και εκείνος ο εσωτερικός χώρος, όπου αναπτύσσονται οι θυμικές φορτίσεις (στα σπλάχνα μας, στα τζιγέρια μας). Το αρχέγονο Γαστρεντερικό Σύστημα, δηλαδή, ταυτίζεται με το «Θυμικό», το οποίο έχει δύο πόλους, που ο ίδιος ο εαυτός αξιολογεί ως «θετικό» και «αρνητικό».
«Θετικός» θυμικός πόλος είναι το στέρνο και τα άνω γαστρεντερικά ανοίγματα (όλα στο πρόσωπο - στόμα, μύτη, αυτιά, μάτια, με τα οποία εκτονώνεται ενέργεια προς τα έξω, ως ομιλία, τραγούδι, κραυγές και ψίθυροι, κτλ).
«Αρνητικός» θυμικός πόλος είναι η κοιλιά και τα κάτω γαστρεντερικά ανοίγματα, αναπαραγωγής και αφόδευσης κυρίως, με τα οποία επίσης εκτονώνεται άμεσα θυμική ενέργεια προς τα έξω, ιδιαίτερα με την σεξουαλική πράξη.
Λεκτικά, το στέρνο (στέρνιξ-στέρνιγος) είναι η «εντεριώνη», το σπογγώδες μέρος που έχουν ορισμένα ποώδη φυτά στο εσωτερικό του κορμού τους, όπου κυκλοφορούν οι ζωτικοί χυμοί και είναι η «καρδιά», η «ψυχή» του φυτού. Το στέρνο στον άνθρωπο είναι ο εσωτερικός χώρος συσσώρευσης και αποθήκευσης (στέρνο=στέρνα) εκείνων των θυμικών εντάσεων, που πρόκειται να εκφραστούν από τα άνω γαστρεντερικά ανοίγματα (από το στόμα κυρίως) ή να εισέλθουν στο σύστημα από έξω, (ως εικόνες κυρίως από τα μάτια, τ’ αυτιά, μύτη, στόμα).
Το «εγώ» (και η βούληση και ο άνθρωπος) ταυτίζει πρόθυμα τον εαυτό του με το στέρνο, με τον πόλο όπου αναπτύσσονται εκείνες οι θυμικές εντάσεις, που εκφράζονται από τα άνω εντερικά ανοίγματα και ο «εαυτός» πιστεύει ότι είναι ή μπορεί να αποβούν ωφέλιμες και «θετικές» για τον ίδιο. Γι’ αυτό, για παράδειγμα, χτυπάμε δυνατά το στέρνο μας, υπογραμμίζοντας το εγώ μας, «εγώ», ταυτίζοντας έτσι το εγώ με το στέρνο (με την ενέργεια μέσα στο στέρνο, για την ακρίβεια). Για τον ίδιο λόγο ταυτίζουμε τον εαυτό μας και με το πρόσωπό μας, όπου τα κυριότερα ανοίγματα εκτόνωσης της ενέργειας και χρήσιμης και θετικής συναλλαγής με το περιβάλλον (στόμα, μάτια, μύτη, αυτιά). Γι’ αυτό, αντίθετα, καλύπτουμε συνεχώς με ρούχα τα κάτω γαστρεντερικά ανοίγματα, (δεν αναφέρουμε τα ονόματά τους καν), ενώ αφήνουμε ακάλυπτο το πρόσωπο, που έτσι κι αλλιώς βρίσκεται σε περίοπτη θέση (ψηλά και μπροστά) και φροντίζουμε ιδιαίτερα την εμφάνισή του, την εικόνα του. Εμείς είμαστε το πρόσωπό μας και ειδικότερα η εικόνα που εμφανίζει το πρόσωπό μας.
Λεκτικά, ωψ-ωπός λέγεται το πρόσωπο (από όπου και η όψις), και ο «άνθρωπος», σύμφωνα με την πλέον αποδεκτή ερμηνεία της λέξης, ετυμολογείται γλωσσολογικά ως παραφθορά του «άνδρωπος», (άνδρας και ωπός = όψις), αυτό, δηλαδή, που έχει την όψη άνδρα, (που παλιότερα σήμαινε και άνθρωπος, όπως και σε πολλές άλλες γλώσσες man, homme, hombre, uomo, κτλ, που σημαίνουν ως σήμερα και άνδρας και άνθρωπος). Για μια ακόμα φορά, δηλαδή, το ον ταυτίζεται με την εικόνα του.
Και τελικά, «στέρνο» και «κοιλιά» δεν είναι δυο διαφορετικά ψυχικά κέντρα, αλλά δύο διαφορετικοί πόλοι του ίδιου ψυχικού κέντρου, του «Θυμικού». Απλά, ο ένας θυμικός πόλος, το στέρνο, θεωρείται από τον ίδιο τον εαυτό «θετικός» (γι’ αυτό και ο άνθρωπος εκφορτίζεται φανερά συνήθως, από τα άνω ανοίγματα του γαστρεντερικού, ταυτίζοντας πρόθυμα, φυσικά και αυθόρμητα το «εγώ» με το στέρνο του και τον «εαυτό» του με το «πρόσωπό» του), ενώ ο άλλος πόλος, η κοιλιά, θεωρείται «αρνητικός» από όλους τους ανθρώπους (γι’ αυτό και εκφορτίζεται κρυφά πάντα, από τα κάτω ανοίγματα του γαστρεντερικού) και μόνο οι εχθροί ενός ανθρώπου μπορούν να τον ταυτίσουν απαξιωτικά και σκωπτικά με αυτό τον πόλο.
Από τώρα, πάντως, μπορούμε να υπογραμμίσουμε την ταύτιση του εγώ με τη βούληση, σε βαθμό που «βούληση» και «εγώ» να είναι έννοιες ταυτόσημες.

…………………………

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Η εντροπία
Σύμφωνα με τη φυσική ένα σύστημα αποδίδει καλύτερα, όταν τα στοιχεία του είναι εύτακτα οργανωμένα. Λέξη-κλειδί στη δυνατότητα διαχείρισης της ενέργειας είναι η εντροπία, η οποία εκφράζει το βαθμό αποδιοργάνωσης ενός συστήματος, εκφράζοντας με την αρνητική τιμή της και τον ανάλογο βαθμό ικανότητας του συστήματος να παράγει έργο και επομένως να διαχειριστεί καλύτερα την ενέργεια.
Η εντροπία, δηλαδή, ταυτίζεται με την αποδιοργάνωση. Όσο περισσότερη εντροπία, τόσο περισσότερη τάση αποδιοργάνωσης, τόσο λιγότερη ικανότητα παραγωγής έργου.
Η αρνητική εντροπία ταυτίζεται με την οργάνωση και την ικανότητα παραγωγής έργου.

Η ατομική οργάνωση
Από τα τρία ψυχικά κέντρα (νου, συνείδηση, θυμικό) το πλέον ελεγχόμενο από τη βούληση είναι το κέντρο του λόγου, ο νους. Κύριο γνώρισμα του νου είναι η λογική, η τακτικότητα, η οργάνωση, η ευταξία. Είτε ως εναργής λεκτική παρουσία στο προσκήνιο της συνείδησης, είτε ως εύτακτα οργανωμένη λεκτική μνήμη, ο νους είναι το ψυχικό κέντρο με τη μεγαλύτερη οργάνωση, ευταξία, καθαρότητα, κι επομένως με τη μεγαλύτερη αρνητική εντροπία και τη μεγαλύτερη δυνατότητα παραγωγής έργου.
Κύρια πηγή δύναμης (ενέργειας) της λογικής, (της έλλογης οργάνωσης των μνημονικών δεδομένων), είναι η ίδια οργάνωση, που διέπει κάθε εύτακτο και ικανό σύστημα διαχείρισης της ενέργειας. Με το νου και την έλλογη οργάνωση παραστάσεων και διανοημάτων, η βούλησή μας απέκτησε ένα ισχυρό εργαλείο στη βουλητική διαχείριση της ενέργειας, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Στο νου, η βούληση βρήκε το ψυχικό χώρο με τις ενεργειακά αποδοτικότερες βουλητικές λειτουργίες, βρήκε κι ένα ισχυρό εργαλείο στη βουλητική διαχείριση της ψυχικής ενέργειας. Γι’ αυτό και είναι ισχυρή η ταύτιση της βούλησης και του «εγώ» με το νου και την έλλογη λεκτική σκέψη.
Είναι λογικό να υποθέσουμε λοιπόν, ότι η βούληση ταυτίζεται με τον τακτοποιημένο νου, για να ελέγξει ευκολότερα τα υπόλοιπα μέρη της ψυχής και την πραγματικότητα γενικότερα. Μέγιστη δύναμη σημαίνει μέγιστη οργάνωση, αλλά και μέγιστη απολαβή με την εφαρμογή πίεσης (με την επένδυση ενέργειας) στο σημείο με τη μεγαλύτερη απόδοση. Όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει με τους μοχλούς, όπου η εφαρμογή πίεσης στο πιο αποδοτικό σημείο, μπορεί να μεγιστοποιήσει την απολαβή δύναμης.
Το εγώ θέλει να έχει τον βουλητικό έλεγχο, γι’ αυτό τα εγωκεντρικά άτομα έχουν τάση για οργάνωση, γιατί αργά ή γρήγορα καταλαβαίνουν ότι η οργάνωση μπορεί να τους δώσει μεγαλύτερη δυνατότητα βουλητικών χειρισμών. Η ατομική οργάνωση επιτυγχάνεται με την αυτοπειθαρχία, που από μόνη της είναι συχνά δηλωτική της ισχυρής βούλησης του ατόμου.

Η κοινωνική οργάνωση
Κύρια γνωρίσματα του υψηλού πολιτισμού είναι η έλλογη οργάνωση της πολλαπλής πραγματικότητας, η ευταξία, η καθαριότητα. Κύρια γνωρίσματα των πολιτών μιας χώρας με υψηλό πολιτισμό, είναι ο επαρκής έλεγχος της συμπεριφοράς μέσα σε αυτά τα πλαίσια της έλλογης και έννομης τάξης, της ευταξίας, της καθαριότητας του σεβασμού της πολλαπλότητας, της ετερότητας, της διαφορετικότητας. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των γνωρισμάτων είναι η σωστή διαχείριση όλο και περισσότερης ενέργειας, ψυχικής πρώτα και άμεσα.

Βίαιη κοινωνική οργάνωση
Μέγιστη βίαιη κοινωνική οργάνωση είναι ο φασισμός σε οποιαδήποτε εκδοχή του, που πυροδοτείται και τροφοδοτείται από τη βουλιμία ή/και απελπισία μιας μαθημένης και στερημένης από προνόμια μάζας, που γνωρίζει καλά τη δύναμη της οργάνωσης και προσπαθεί να ανακτήσει χαμένα κεκτημένα με τη βία και τη δύναμη, που η αρνητική εντροπία της οργάνωσης μπορεί να της δώσει.
Ο φασισμός είναι η αρρώστια του υψηλού πολιτισμού. Είναι η αρρώστια της υπερβολικής οργάνωσης και δύναμης. Φασισμός είναι κάθε οργανωμένη και βίαιη απόπειρα αύξησης κάποιου έθνους, φυλής, τάξης, ιδέας ή οποιουδήποτε σε βάρος κάποιου άλλου. Είναι μια λανθασμένη και άδικη πρακτική, που όσο αυξάνει τόσο μεγαλύτερη αυθόρμητη αντίσταση συναντά εκ μέρους όλων των άλλων. Κάθε απόπειρα βίαιης ανατροπής της φυσικής ισορροπίας αντιμετωπίζει αυτόματα την οργανωμένη αντίσταση όλων των άλλων, γιατί κάθε απόπειρα βίαιης ανατροπής της φυσικής ισορροπίας έχει να αντιμετωπίσει την ίδια την πανίσχυρη φυσική τάση της ενέργειας για ισορροπία.
Φασισμός είναι η απώλεια του μέτρου στην εκμετάλλευση της δύναμης, την οποία μπορεί να αποφέρει η οργάνωση μιας κοινωνίας. Είναι η αφύσικη εμμονή στην εγκατάσταση και στην δια της βίας διατήρηση μιας συγκεκριμένης τάξης πραγμάτων, στη βάση μιας υποδεέστερης ιδέας (έθνος, φυλή, τάξη, κτλ), πέρα από την οικουμενική δυναμική, παράταιρα με τη φυσική φορά των πραγμάτων και κόντρα στην αδράνεια της φύσης.


Η φυσική οργάνωση
Σύμφωνα με την διαλεκτική θεωρία του Friedrich Hegel, (το μοντέλο της οποίας έχει υιοθετήσει και η σύγχρονη φυσική στο υποατομικό κβαντικό επίπεδο), η κάθε κατάσταση πραγμάτων, αποτελεί μια «θέση», η οποία, με την αναπόφευκτη ατέλειά της, εμπνέει μια «αντίθεση», η οποία αργά ή γρήγορα εξελίσσεται σε «σύνθεση», η οποία γίνεται η νέα βελτιωμένη θέση, εμπνέει νέα αντίθεση και αποζητά μια νέα σύνθεση, κ.ο.κ.
Η φυσική και αναπόφευκτη, επομένως, φορά των πραγμάτων, μοιάζει σαν να έχει μια εγγενή φυσική τάση να εξελίσσεται συνεχώς προς μια ιδέα, που δεν θα περιέχει «ατέλεια», προς το άψογο αυτό «κάτι», που εμπνέει και στην ουσία παράγει αυτήν την ατέρμονη διαλεκτική διεργασία, θέσης, αντίθεσης και βελτιωμένης ανασύνθεσης, μέχρι μια ιδανική κατάσταση, μέχρι τον άψογο εαυτό του.
Η μέγιστη φυσική οργάνωση πραγματώνεται αναπόφευκτα από όλους καθημερινά καθώς ο κόσμος οργανώνεται ιδανικά από μόνος του σιγά-σιγά, όσο ωριμάζει μες στους αιώνες, με βάση τη φυσική υπέρτατη θεμέλια ιδέα, που έτσι κι αλλιώς τη νιώθουν και στην οποία υπακούουν φυσικά και αυθόρμητα όλοι και την συνειδητοποιούν όλο και καλύτερα σιγά-σιγά.
Η μέγιστη τάξη υπηρετεί τη μέγιστη ιδέα.
Η μέγιστη ιδέα είναι η ενέργεια.
Η μέγιστη οργάνωση αναπτύσσεται φυσικά και αυθόρμητα γύρω από την ενέργεια.
Όλα τα έμβια όντα πάντα, ακόμα και η άψυχη ύλη, προσαρμόζονται στην ενέργεια του περιβάλλοντος με κάθε τρόπο, σε όλα τα επίπεδα.
Οι άνθρωποι αναπτύσσουν όλο και πιο εξελιγμένα φυσικά ή τεχνητά, ατομικά ή συλλογικά όργανα, εργαλεία και συστήματα διαχείρισης της ενέργειας. Όπως τα ρινίσματα σιδήρου σχηματίζουν θυσάνους γύρω από τους πόλους ενός μαγνήτη, ακολουθώντας τις αόρατες δυναμικές μαγνητικές του γραμμές, έτσι και οι συμπεριφορές των ανθρώπων συντονίζονται και οργανώνονται όλο και καλύτερα με τις απαιτήσεις της ενέργειας με κάθε τρόπο, σε όλα τα επίπεδα.
Η ωρίμανση είναι αργή και με παλινδρομήσεις, αλλά δεδομένη. Ας σκεφτούμε που ήμασταν πριν δέκα χιλιάδες χρόνια, σε ότι αφορά τη συνειδητοποίηση και τη διαχείριση της ενέργειας. Ας σκεφτούμε και που θα είμαστε δέκα χιλιάδες χρόνια μετά, αν μέχρι τότε στις προσπάθειές μας δεν ανατρέψουμε ανεπιστρεπτί κάποτε την παγκόσμια ενεργειακή ισορροπία στον πλανήτη μας, σε βαθμό καταστρεπτικό για το είδος μας. Η ενέργεια δεν είναι ευάλωτη, δεν μπορεί ούτε να παραχθεί από το μηδέν, ούτε να καταστραφεί, ευάλωτο είναι το είδος μας.

 

 

Δ

 

3. Ο ΣΤΟΧΟΣ, ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ
ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ

Η φυσική ισορροπία
Αν υπάρχουν δύο δωμάτια, το ένα ζεστό και το άλλο κρύο, κι ανοίξουμε μια ενδιάμεση πόρτα μεταξύ τους, αργά ή γρήγορα η θερμοκρασία των δύο δωματίων θα εξισωθεί. Η εξισορρόπηση της ενέργειας είναι μια αυτόματη και πανίσχυρη φυσική τάση. Αν θέλουμε να αναπτύξουμε και να διατηρήσουμε διαφορετικές θερμοκρασίες σε διαφορετικά δωμάτια, θα πρέπει να κρατάμε τις πόρτες μεταξύ τους κλειστές.
Η συνείδηση, ο νους και το θυμικό είναι σαν τρία εσωτερικά δωμάτια με πόρτες μεταξύ τους, που ανοιγοκλείνουν με συγκεκριμένο τρόπο, για να επιτευχθούν συγκεκριμένα ψυχικά αποτελέσματα κάθε φορά. Η συνείδηση έχει μια πόρτα και προς την περιβάλλουσα πραγματικότητα. Αυτή πόρτα είναι τα αισθητήρια όργανα.

Η ψυχή ως ποσότητα ενέργειας
Η ατομική συνείδηση είναι μια διάσταση της άπειρης ενέργειας που υπάρχει γύρω μας. Ο άνθρωπος δεν διαχειρίζεται απλά την ενέργεια, ο άνθρωπος είναι ενέργεια. Η ψυχή του ανθρώπου είναι ένα αυτοδιαχειριζόμενο ενεργειακό μέγεθος, μια ενεργειακή ποσότητα.
Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, καλύτερο ορισμό της «ψυχής». «Ποσότητα» στα αγγλικά θα πει quantity, από την λατινική λέξη Quantum με την ίδια σημασία, από όπου εξάγεται και ο σύγχρονος όρος quanta (κβάντα), με έννοια δηλωτική μιας «ενεργειακής ποσότητας» στο ατομικό και υποατομικό επίπεδο σύμφωνα με τη κβαντική θεωρία, που βελτίωσε την ατομική θεωρία, η οποία διατεινόταν ότι σε ατομικό και υπο-ατομικό επίπεδο υπάρχουν σωματίδια ύλης, με θετικά και αρνητικά ηλεκτρικά φορτία. Για την κβαντική θεωρία το ύστατο υπο-ατομικό περιεχόμενο δεν είναι σωματίδια ύλης, αλλά απλά ενεργειακά φορτία, που στην ουσία τους είναι ποσότητες ενέργειας (κβάντα).
Σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά μεγέθη, ο άνθρωπος διαχειρίζεται και στην ουσία «είναι» μια πεπερασμένη ψυχική ενεργειακή ποσότητα (μέσα), που έχει γύρω της (έξω) την άπειρη ενέργεια του περιβάλλοντος.
Ο άνθρωπος μπορεί και αντέχει την άπειρη ενέργεια που τον περιβάλλει από παντού, στο βαθμό που η ψυχή του έχει μηδενικές διαφορές με την ενέργεια του περιβάλλοντος. Η συνείδηση ανιχνεύει διαφορές μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ενέργειας. Η ατομική συνείδηση είναι αναγκαστικά επίγνωση διαφοράς από το περιβάλλον. Είναι αναγκαστικά και η εγκατάσταση κάποιας διαφοράς με το περιβάλλον. Ταυτόχρονα είναι και ένας συνεχής αγώνας για την άρση της διαφοράς από το περιβάλλον και μια συνεχής πορεία εξίσωσης και εξισορρόπησης με την άπειρη ενέργεια του περιβάλλοντος.
Ο άνθρωπος εγκαθιστά διαφορά με το περιβάλλον, κάθε φορά που θα πει «ΟΧΙ» σε κάτι, (από αδυναμία ή απροθυμία ταύτισης με το περιβάλλον), και αποκαθιστά την ισορροπία του κάθε φορά που θα πει «ΝΑΙ». Η αντίθεση προς το περιβάλλον, γεννά κάθε πραγματικότητα, ψυχική πρώτα, όπως κάθε άρνηση αυξάνει και το εγώ, αλλά η κατάφαση προς το περιβάλλον μηδενίζει τις εντάσεις και ανακτά τη χαμένη μας ισορροπία, την ψυχική πρώτα και άμεσα.

Η ευαίσθητη πανίσχυρη ισορροπία
Η ιδεατά ήρεμη ψυχή έχει υπόλοιπο μηδέν με την άπειρη ενέργεια του περιβάλλοντος, δεν έχει ούτε περίσσευμα, ούτε έλλειμμα. Οποιαδήποτε διαφορά ανατρέπει την ισορροπία και οποιαδήποτε διαφορά που επιμένει καταπονεί τον οργανισμό, μερικές φορές βασανιστικά και κάποτε θανατηφόρα.
Στην πράξη, η ψυχή, σαν εξαιρετικά ευαίσθητη ζυγαριά, χάνει αυτόματα την ισορροπία της με την παραμικρή εικόνα που θα φορτίσει τα αισθητήρια όργανα και τη συνείδηση, με τον παραμικρό λόγο που θα ενεργοποιήσει το νου και θα φορτίσει το θυμικό.
Η ψυχή προσπαθεί συνεχώς να ανακτήσει με αυτόματες διεργασίες ή και με βουλητικές παρεμβάσεις την εσωτερική ισορροπία, που χάνει αυτόματα από τις μεταβολές του διαρκώς μεταβαλλόμενου και εχθρικού πολλές φορές περιβάλλοντος.
Η ψυχή προσπαθεί συνεχώς να ισορροπήσει μέσα-έξω, με την ενέργεια του περιβάλλοντος, προσπαθεί να ισορροπήσει και εσωτερικά μεταξύ των διάφορων εσωτερικών κέντρων επίγνωσης και ισορροπίας. Η ιστορία του ανθρώπου παράγεται από τη συνεχή βουλητική προσπάθεια για την ανάκτηση κάποιας πρόσκαιρα χαμένης ψυχικής ισορροπίας. Αυτή η ανισορροπία μπορεί να αφορά ένα απλό πονόδοντο, μπορεί να προκαλέσει και έναν τριακονταετή θρησκευτικό πόλεμο. Μπορεί κάποιος να ανοίξει ένα λεξικό για να βρει την ερμηνεία μιας λέξης, που θα αποκαταστήσει τη χαμένη εσωτερική του ισορροπία. Κάποιος άλλος, ή/και ο ίδιος αργότερα, μπορεί να γίνει δολοφόνος κατά συρροή για τον ίδιο ακριβώς λόγο - για να ξαναβρεί τη χαμένη του ισορροπία. Ανάλογα με το ποια πράξη πιστεύει ο καθένας ότι μπορεί να επαναφέρει τη χαμένη του ισορροπία. Κάθε κόπος ή θυσία, όσο μικρή ή μεγάλη, μπορεί να καταβληθεί προκειμένου να αποκατασταθεί η χαμένη ισορροπία, γιατί μόνο αυτή μπορεί να φέρει την εσωτερική γαλήνη, το απόλυτο ζητούμενο.


Οι κακές συνήθειες
Η ψυχική ισορροπία αποκαθίσταται οπωσδήποτε πάντα, είτε βουλητικά είτε αυτόματα, ακόμα και ξοδεύοντας τον οργανισμό πολύ συχνά. Πολλοί άνθρωποι καταντούν αλκοολικοί, για παράδειγμα, επειδή η ψυχή και ο οργανισμός τους έμαθε να ισορροπεί με την κατανάλωση οινοπνεύματος, άλλοι καταντάν υπέρβαροι, επειδή έμαθαν να ισορροπούν τρώγοντας, άλλοι εθίζονται στα ναρκωτικά, γίνονται κλεπτομανείς και ό,τι χειρότερο. Όλες οι «κακές συνήθειες» εγκαθίστανται επειδή αρχικά εξυπηρετούν βολικά την ψυχική ισορροπία και στη συνέχεια η επανάληψη και η κατάχρησή τους καταντά ένα πρόβλημα στον εαυτό του.
Από τη στιγμή που η ψυχή υιοθετήσει και συνηθίσει μια συμπεριφορά που βολεύει και εξυπηρετεί την ισορροπία της, μπαίνει σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή. Γι’ αυτό είναι καλό να ξέρει από την αρχή κανείς τις ψυχικές λειτουργίες και τις ορμέφυτες τάσεις που εμπλέκονται σε αυτό τον διαρκή αγώνα για εξισορρόπηση, τις ψυχικές ανάγκες και τους τρόπους με τους οποίους αυτές εξυπηρετούνται. Με μια ευχή ή ένα ρητό του στιλ «μηδέν άγαν» δεν λύνεται το πρόβλημα.

Αύξηση και ισορροπία
Το γεγονός ότι σε μια κοινωνία υπάρχει μια σχετικά ισορροπημένη καθημερινότητα, σημαίνει ότι οι πολίτες της κοινωνίας αυτής έχουν πετύχει μια σχετική εσωτερική ισορροπία, την οποία υπηρετούν και προσπαθούν να διατηρήσουν πάση θυσία. Οι όποιες αλλαγές είναι αναγκαστικά μικρές, σταδιακές και ανεπαίσθητες. Χρειάζεται πραγματική επανάσταση, για να αλλάξει σε μεγάλο βαθμό κανείς μια εγκαταστημένη ισορροπία, εγκαταλείποντας κάποιες σημαντικές κατακτημένες ιδέες-πεποιθήσεις της ψυχής πρώτα-πρώτα και κάποιες εγκαταστημένες μνημονικές εγγραφές, για να πάει μετά προς κάποια άλλη ισορροπία, προς κάποια άλλη σπείρα επίγνωσης και ισορροπίας.
Η ψυχή κινείται ευκολότερα προς κάποια ευρύτερη επίγνωση και ισορροπία από αυτήν που έχει ήδη κατακτήσει. Είναι φυσικότερο για την ψυχή να αυξήσει κάτι (π.χ. μια υιοθετημένη ιδέα ή μια εγκαταστημένη συμπεριφορά), παρά να το μειώσει η να το εγκαταλείψει, γιατί το ορμέμφυτο της αύξησης είναι πανίσχυρο και καθορίζει τις πράξεις μας.
Όλοι προσπαθούμε συνεχώς να αυξήσουμε τον εαυτό μας, την περιουσία μας, την οικογένειά μας, τα υπάρχοντά μας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την αύξηση της μνήμης. Κάθε νέα μνημονική εγγραφή που απειλεί να κατεδαφίσει κάποιο μικρό ή μεγάλο τμήμα της μνήμης, αυτόματα θεωρείται «κακή» και αντιμετωπίζεται εχθρικά. Κάθε νέα μνημονική εγγραφή που αυξάνει τη μνήμη κι εξυπηρετεί την εγκαταστημένη ισορροπία, θεωρείται «καλή» και υιοθετείται ισχυρά.

Η εγκαταστημένη ισορροπία
Η εξυπηρέτηση κι ενίσχυση μιας ήδη κατακτημένης ισορροπίας είναι συνηθισμένη, κοινή, φυσική και πολύ σημαντική. Στην πραγματικότητα, αυτό επιδιώκουν συνεχώς πάντα όλοι οι άνθρωποι. Δέχονται ευχάριστα κάθε τι που διευρύνει τη μνήμη και εξυπηρετεί μια ήδη εγκαταστημένη ισορροπία, ενώ είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί με ό,τι εγκυμονεί κάποιον κίνδυνο απώλειας μνημονικού υλικού που στηρίζει την ήδη κατακτημένη ισορροπία. Πολλοί άνθρωποι δίνουν τη ζωή τους, αλλά δεν εγκαταλείπουν κάποιες ιδέες, που έχουν υιοθετήσει, που στηρίζουν πεποιθήσεις και συμπεριφορές.

Η μνημονική λογιστική
Είναι φανερό τελικά, ότι η αύξηση και η ισορροπία είναι ισχυρές (αν όχι οι ισχυρότερες) ορμέμφυτες τάσεις της ψυχής και ανταγωνιστικές από τη φύση τους και είναι δύσκολο συχνά να εξυπηρετηθούν και οι δύο ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μες στην ψυχή ένα διαρκές μπρα-ντε-φερ μεταξύ του ορμέμφυτου αύξησης και την ισχυρή φυσική ανάγκη της ισορροπίας.
Η αναγνώριση ενός αντικειμένου ή μιας κατάστασης είναι η οικονομικότερη ψυχική εμπειρία, αλλά δεν συμβάλλει τίποτα νέο στη μνήμη, αφορά την επανάληψη μιας γνώριμης εμπειρίας και απλά ενισχύει μια ήδη υπάρχουσα μνημονική καταγραφή και μια ήδη κατακτημένη ισορροπία. Η «αναγνώριση», γενικά, δεν αποτελεί απειλή για την ισορροπία, αλλά ούτε υπηρετεί την αύξηση, αφού δεν συμβάλλει τίποτα νέο στη μνήμη. Αν υπήρχε μόνο η αναγνώριση (γνωστών και οικείων αντικειμένων και καταστάσεων, όπως σε μια ιδεωδώς κοινή μικροαστική καθημερινότητα), αργά ή γρήγορα οι ψυχές θα μαράζωναν και θα έσβηναν από ανία.
Η κατανόηση, αντίθετα, πάντα κάτι προσθέτει ή αφαιρεί από τη μνήμη. Η πρόσθεση στη μνήμη αφορά άμεσα μια νέα εικόνα (είδηση), επειδή η κατανόηση αφορά έτσι κι αλλιώς μια νέα εικόνα, η οποία προστίθεται άμεσα στη μνήμη. Αυτή η νέα και άγνωστη εικόνα, φυσικά, δεν αποκλείεται να σημαίνει και κάποια άλλα έμμεσα κέρδη ή ζημίες, που ίσως προκύπτουν.
Για πολύ απλό παράδειγμα, μια φωνή στο τηλέφωνο που μας ανακοίνωσε ότι κερδίσαμε ή χάσαμε κάτι. Μπορεί να μας ανακοίνωσε, ότι το σπίτι μας κάηκε, και τότε διαγράφονται άμεσα από μέσα μας κάποια πολύ σημαντικά δεδομένα, πολύ υπαρκτά και σημαντικά μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η απώλεια αυτή αφορά εξωτερικά υλικά αντικείμενα, αλλά πρώτα και άμεσα αφορά μνημονικά δεδομένα και ιδίως προκαλεί άμεσα την ανατροπή μιας ήδη κατακτημένης ψυχικής ισορροπίας.
Μπορεί πάλι η φωνή αυτή να μας ανακοίνωσε ότι κερδίσαμε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, και τότε προστίθεται κάτι μεγάλο μέσα μας, που αλλάζει τα εσωτερικά (πρώτα-πρώτα) δεδομένα, ανατρέποντας και την ήδη εγκαταστημένη ισορροπία, καθιστώντας αναγκαία και μια νέα ισορροπία η οποία θα πρέπει να επιτευχθεί οπωσδήποτε. Κάθε νέα μνημονική καταγραφή αυξάνει τη μνήμη, (με τον εαυτό της), και ανατρέπει λίγο ή πολύ μια δεδομένη ισορροπία και καθιστά απαραίτητη μια νέα ευρύτερη ισορροπία που θα περιλαμβάνει και τη νέα καταγραφή.
Καμιά ανακατάταξη της μνήμης δεν είναι ανέξοδη για την ψυχή και ορισμένες μπορούν να σημάνουν την κατεδάφιση μικρού ή μεγάλου μέρους της μνήμης ή όλου του οργανισμού. Η μεταβολή της μνήμης είναι η τραυματικότερη ψυχική εμπειρία, γιατί δεν υπάρχει πολυτιμότερος θησαυρός για τη ψυχή από τις αποθησαυρισμένες στη μνήμη αισθητήριες καταγραφές. Στην ουσία, αυτές οι καταγραφές προσφέρουν την πολυπόθητη ισορροπία στον άνθρωπο, προσφέροντας και εγκαθιστώντας λύσεις και τρόπους αποκατάστασης της εσωτερικής ισορροπίας, είτε μετά από μια απώλεια, είτε μετά από ένα κέρδος, έτσι που οι αποθησαυρισμένες μνημονικές καταγραφές να είναι εσωτερικά το ακριβές αντίβαρο του έξω κόσμου πάντα.

Το δίλημμα
Το θυμικό φορτίο δηλώνει με την παρουσία του και στην ουσία είναι μια πλεονάζουσα ενέργεια, αποτέλεσμα ανισορροπίας μεταξύ των κύριων ψυχικών κέντρων. Το πλεόνασμα αυτό πρέπει οπωσδήποτε να εκτονωθεί, γιατί η ψυχή εξαντλείται από τη διαρκή ένταση και εγρήγορση, κάτι που αργά ή γρήγορα εξαντλεί και τον οργανισμό στο σύνολό του.
Η πλεονάζουσα ψυχική ενέργεια: Υπάρχουν συχνές τέτοιες περιπτώσεις που εκκρεμούν πολύ βασανιστικά μέσα μας μικρά ή μεγάλα θυμικά φορτία, μετά από κάποιες έντονες και αδιέξοδες τραυματικές ιδίως εμπειρίες σε ατομικό καθημερινό επίπεδο, όπως είναι όλες οι προσωπικές τραυματικές εμπειρίες ή οι συλλογικές, όπως ήταν ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, ας πούμε.
Η πενία ψυχικής ενέργειας: Το ίδιο επικίνδυνη και όχι λιγότερο βασανιστική, αν και με εντελώς διαφορετικό τρόπο, είναι και η έλλειψη θυμικών φορτίσεων και ψυχικής ενέργειας, η παρατεταμένη αθυμία, που θα μπορούσαμε να την πούμε ενεργειακή πενία. Η ψυχή που δεν φορτίζεται με νέα θυμική ενέργεια, ανιά, ατροφεί, μαραίνεται, εκφυλίζεται και τελικά πεθαίνει.
Με άλλα λόγια, η λειτουργική ψυχή πρέπει να έχει πολύ συγκεκριμένη σχέση με την ενέργεια. Πρέπει να μην εκτίθεται σε φορτία που δεν φτάνουν έγκαιρα σε κάποιο πέρας, ούτε να αποφεύγει εντελώς κάθε ενεργειακή φόρτιση. Μια ποσότητα ενέργειας με υπερβολική ένταση και διάρκεια εξαντλεί και σκοτώνει τον άνθρωπο. Η έλλειψη ενέργειας τον σκοτώνει επίσης. Μια κανονική για τα μέτρα του ποσότητα ενέργειας κάθε φορά όμως, τον τρέφει και τον αναζωογονεί. Μια κανονική ποσότητα ενέργειας με αρχή, μέση και τέλος.
Το δίλημμα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος, λοιπόν, έχει διπλό ζητούμενο:
1) Πρέπει να αποφεύγει τα μεγάλα εκκρεμή θυμικά φορτία, γιατί τον εξαντλούν.
2) Πρέπει να μην αποφεύγει εντελώς τα θυμικά φορτία, γιατί αυτή η πρακτική αποστεγνώνει την ψυχή του και τον εκφυλίζει.
Θα πρέπει, επομένως, να ανανεώνει συνεχώς την εσωτερική του ενέργεια με συγκεκριμένες, κανονικές ενεργειακές ποσότητες κάθε φορά.

Η προσφορά της τέχνης
Τα έργα τέχνης φαίνεται πως δίνουν, αν όχι την τέλεια λύση, τουλάχιστον μια βουλητικά ελεγχόμενη κι ευχάριστη λύση. Μπορούν να μας προσφέρουν και στο σημείο αυτό των αναλύσεών μας, ένα τυπικό μοντέλο διαχείρισης της ψυχικής ενέργειας, μέσα από τη συναλλαγή με συγκεκριμένα αντικείμενα, για να κατανοήσουμε καλύτερα τα μέσα που μετέρχεται η ψυχή προκειμένου να πραγματοποιήσει τη μέγιστη επιδίωξή της, την ισορροπία.
Ένα έργο τέχνης είναι αυτό ακριβώς: μια συγκεκριμένη έντεχνα καλομελετημένη «νέα εικόνα» (ή νέο σύνολο εικόνων) που αποτελεί μια νέα εμπειρία για την ψυχή, με αρχή, μέση και τέλος, που προστίθεται στην ψυχή και την φορτίζει με συγκεκριμένη θυμική ενέργεια, αλλά και την οδηγεί οπωσδήποτε σε μια προγραμματισμένη εκτόνωση, κατά κανόνα «ευτυχή». Με το έργο τέχνης η ψυχή παίρνει ένα καλά μελετημένο ρίσκο, με εκ των προτέρων προγραμματισμένη μια ευτυχή κατάληξη - όπως είναι στον κινηματογράφο το περιβόητο «happy end».
Το ζητούμενο στην τέχνη είναι να ξανοίγεται η ψυχή κάθε φορά σε μια συγκεκριμένη ποσότητα (ψυχικής) ενέργειας με αρχή, μέση και τέλος.
Κάτι παραπλήσιο κάνει και ο οργανωμένος ανταγωνιστικός αθλητισμός (ποδόσφαιρο, μπάσκετ κτλ), αυτό κάνει και κάθε ατομική και συλλογική ανθρώπινη δραστηριότητα, που επαναλαμβάνεται με συγκεκριμένα μοτίβα, που αρχίζουν και τελειώνουν με συγκεκριμένους τρόπους, κανόνες και προϋποθέσεις.
Αυτό κάνουμε και με την καθημερινή μας εργασία. Ο κάθε άνθρωπος σε ατομικό επίπεδο και η οργανωμένη κοινωνία σε συλλογικό επίπεδο ανακαλύπτουν διαρκώς μονιμότερους και λειτουργικότερους τρόπους πρόσληψης αναγκαίας ψυχικής ενέργειας και απαλλαγής από την πλεονασματική. Αυτό κάνουμε με την οργάνωση της εργασίας και της διασκέδασης (θέατρα, στάδια, κινηματογράφοι) και των αθλητικών πρωταθλημάτων. Ανακαλύπτουμε ασφαλείς και λειτουργικούς τρόπους τεχνητής φόρτισης και ευτυχούς τελικής εκφόρτισης. Η πρόσληψη μιας συγκεκριμένης ενεργειακής ποσότητας με αρχή, μέση και τέλος ήταν από πάντα το απόλυτο απαραίτητο ζητούμενο, αλλά και το μέγιστο πρόβλημα του ανθρώπου. Η ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, είναι στην ουσία η καθημερινή αγωνία και η περιπέτεια της ψυχής να πακετάρει για να προσλάβει την απέραντη και αιώνια ενέργεια σε «κανονικά» για τα μέτρα της «ενεργειακά πακέτα» με αρχή, μέση και ιδίως τέλος.

Το αντικείμενο
Αρχή, μέση και τέλος έχει ένα «αντικείμενο». Για να θεωρηθεί κάτι ως «αντικείμενο», θα πρέπει να έχει απαραίτητα κάποιο περιεχόμενο, με χωροχρονική αυτάρκεια και εσωτερική συνοχή.
Το περιεχόμενο: Εξυπακούεται ότι ως πρώτη προϋπόθεση «ένα αντικείμενο» πρέπει πρώτα να έχει κάποιο περιεχόμενο για την επίγνωσή μας, το οποίο να είναι εσωτερικά συνεχές και εξωτερικά ασυνεχές (αύταρκες).
Η αυτάρκεια: «Αντικείμενο» είναι αυτό που «κείται έναντι». (Αντί-κείμενο). Το «αντικείμενο», δηλαδή, δεν είναι συνέχεια κανενός άλλου αντικειμένου, έχει αυτάρκη οντότητα.
Η εσωτερική συνοχή: Επίσης, ένα «αντικείμενο» πρέπει να είναι και «ένα». Το περιεχόμενό του, δηλαδή, θα πρέπει να έχει επαρκή εσωτερική συνοχή. Να μην είναι ούτε φέτες, με άλλα λόγια, ούτε υπερβολικά ρευστό. Να είναι εσωτερικά «ένα».
Με άλλα λόγια, για την επίγνωσή μας, το «αντικείμενο» έχει κάποιο περιεχόμενο με χωροχρονικά όρια. Κάπου (ή κάποτε) αρχίζει, έχει μια συγκεκριμένη έκταση (ή διάρκεια) και κάπου (ή κάποτε) τελειώνει. Όπως λέμε: έχει αρχή, μέση (περιεχόμενο) και τέλος. Τέτοια αντικείμενα υπάρχουν πολλά για την επίγνωσή μας. Ας τα δούμε ένα-ένα.
Το υλικό αντικείμενο είναι το πρώτο, εύλογο και αυτονόητο σχεδόν «αντικείμενο» που μπορούμε να εξετάσουμε, το οποίο έχει την πιο συμπαγή εσωτερική ενότητα και την πιο ξεκάθαρη εξωτερική αυτάρκεια και αυτά τα γνωρίσματα το καθιστούν το περισσότερο αναγνωρίσιμο «αντικείμενο» για την επίγνωσή μας και το πλέον προσφιλές για την ψυχή μας. Το υλικό αντικείμενο (και τα υλικά αγαθά) είναι τα αγαπημένα του ανθρώπου, που καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες συνεχώς να τα αποκτήσει, να τα διατηρήσει και να τα αυξήσει.
Το υλικό αντικείμενο ως περιεχόμενο έχει τη μάζα του, μη αντιληπτή από τη συνείδηση και ένα συμπέρασμα για το νου. Η μάζα ως έννοια εκφράζει τον υποτιθέμενο σταθερό, αν και αόρατο και ανεξιχνίαστο στην ουσία του, φορέα του βάρους και του όγκου των υλικών αντικειμένων, μες τα συγκεκριμένα τους χωρο-χρονικά όρια.
Το υλικό αντικείμενο είναι αντικείμενο, για τη συνείδηση και το νου, γιατί έχει περιεχόμενο τη μάζα του, η οποία έχει συγκεκριμένο όγκο και έκταση. Έχει δηλαδή (χωρική) αρχή, μέση (περιεχόμενο) και (χωρικό) τέλος.
Η εικόνα ενός υλικού αντικειμένου, μετά, είναι για τη συνείδησή μας ένα «αντικείμενο» στον εαυτό της και αυτή.
Αν η μάζα του υλικού αντικειμένου είναι ένα συμπερασματικό περιεχόμενο για το νου, για τη συνείδηση η εικόνα έχει άμεσο και συγκεκριμένο περιεχόμενο, αυτή την ίδια την αισθητήρια εντύπωση, όπως την καταγράφουν τα αισθητήρια όργανα, η αντίληψη, η προσοχή και τελικά αυτή η ίδια η συνείδηση.
Η οπτική εικόνα έχει συγκεκριμένη έκταση στο χώρο (κάπου αρχίζει και κάπου τελειώνει), όπως για παράδειγμα ένας πίνακας ζωγραφικής. Η ακουστική εικόνα έχει συγκεκριμένη διάρκεια στο χρόνο (κάποτε αρχίζει και κάποτε τελειώνει), όπως για παράδειγμα η νότα σολ ή μια μουσική σύνθεση, ένα τραγούδι.
Η εικόνα είναι αντικείμενο για τη συνείδησή μας γιατί έχει (χωρική ή χρονική) αρχή, έχει μέση (το συγκεκριμένο αισθητήριο περιεχόμενο) και (χωρικό ή χρονικό) τέλος.
Εξυπακούεται ότι κάθε «υλικό αντικείμενο» που κατέχουμε, είναι αυτόματα και ένα μια «παράσταση» ή μια «ιδέα» και ένα «αισθητό αντικείμενο» τελικά, που έχουμε στη μνήμη μας, η οποία αυξάνει παράλληλα και ανάλογα με τα υλικά μας αγαθά. Το ίδιο αυξάνεται και το «εγώ» μας, γιατί το «εγώ» μας στο ψυχικό επίπεδο είναι εκείνο το τμήμα της μνήμης με το οποίο ταυτίζουμε τον εαυτό μας. Η μνήμη είναι αχανής και αυξάνεται με κάθε εικόνα που βλέπουμε, (είτε εικόνα κάποιου δικού μας υλικού αντικειμένου, είτε οποιουδήποτε άλλου), αλλά εμείς αποδεχόμαστε και υιοθετούμε ορισμένες μόνο από τις μνημονικές καταγραφές, ενώ απέναντι στις άλλες είμαστε ουδέτεροι, αντίθετοι ή εχθρικοί.
Επόμενο είναι, τα υλικά αγαθά που κατέχουμε στην πραγματικότητα (σπίτια, αυτοκίνητα, χωράφια, κτλ.), να αποτελούν και ένα ιδιαίτερο και ισχυρό περιεχόμενο μες στη μνήμη μας, το οποίο «κατέχουμε», όπως κατέχουμε και τα υλικά αντικείμενα που είναι η ιδιοκτησία μας. Είναι ταυτόχρονα «πραγματικά» και «ψυχικά» αντικείμενα. Όλα τα υλικά αντικείμενα έχουν μια εικόνα και η κάθε εικόνα έχει και ένα όνομα.
Ο λόγος είναι ένα παράλληλο αντικείμενο με την κάθε εικόνα. Ο λόγος είναι διττό αντικείμενο, γιατί έχει δύο παράλληλα περιεχόμενα: αποτελείται από τα λόγια, που είναι άμεσες αισθητήριες εικόνες για τη συνείδηση, αποτελείται και από έννοιες, που σημαίνουν «κάτι» για το νου, σε σχέση με εγκαταστημένες ευρύτερες γνωσιακές μήτρες αναφοράς - τις λογικές. «Το μήλο είναι κόκκινο» σημαίνει για το νου, ότι αυτό το μήλο έχει ένα συγκεκριμένο (γνωστό) χρώμα, σε σχέση με μια γκάμα ήδη γνωστών χρωμάτων (κόκκινο, πράσινο, μπλε, κίτρινο, κτλ).
Το άμεσο οπτικοακουστικό περιεχόμενο του λόγου, τα γράμματα ή φθόγγοι, είναι ομαδοποιημένα σε όλο και ευρύτερες ομαδοποιήσεις (λέξη, πρόταση, παράγραφος κτλ), με ουσιαστικό αισθητήριο περιεχόμενο με χωρο-χρονική αρχή, μέση και τέλος.
Οπτικά, ένα γραπτό λεκτικό αντικείμενο έχει αρχή και τέλος, σε αυτό το ίδιο το φόντο (το λευκό συνήθως χαρτί) πάνω στο οποίο είναι γραμμένο. Γι’ αυτό, γράμματα, λέξεις, προτάσεις αποκτούν συγκεκριμένη έκταση στο χώρο, με τα κενά που υπάρχουν αναγκαστικά μεταξύ τους. Χωρίςκενάμεταξύλέξεωνθαήτανπολύδύσκολοναξεχωρίσουμελέξειςκαιπροτάσεις και θα ήταν αδύνατο να ξεχωρίσουμε γράμματα.
Οι ίδιες ομαδοποιήσεις αναπαράγονται και ηχητικά με τον ακουστικό προφορικό λόγο και καθιστούν τα λόγια αντικείμενα με αρχή, μέση και τέλος.
Το συναίσθημα, μετά, είναι η θυμική ένταση που νιώθουμε (μέσα), όταν βλέπουμε μια συγκεκριμένη εικόνα (έξω) ή όταν λέμε το όνομά της. Το συναίσθημα είναι το συν του αισθήματος. Συν + αίσθημα.
Και το συναίσθημα, λοιπόν, έχει δύο παράλληλα περιεχόμενα: θυμικό φορτίο και εικόνα ή λόγο και γι’ αυτό είναι διττό αντικείμενο.
Το θυμικό περιεχόμενο του συναισθήματος είναι μια θυμική ένταση, η οποία στην ουσία της είναι αυτό ακριβώς: ένταση στο θυμικό, ηλεκτρικό φορτίο, ενέργεια.
Το αισθητό περιεχόμενο του συναισθήματος είναι μια αισθητήρια ή λεκτική εικόνα, η οποία και αυτή στην ουσία της είναι συγκεκριμένη παράλληλη ενέργεια στη συνείδηση.
Το θυμικό φορτίο του συναισθήματος εμπνέεται από κάποια αισθητήρια ή λεκτική εικόνα και λήγει ως ενεστώσα παρουσία στο θυμικό, όταν και αυτή η εικόνα λήγει για τη συνείδησή μας.
Το συναίσθημα είναι στην ουσία του «αντικείμενο», αφού και η εικόνα του και το θυμικό του φορτίο έχουν αρχή, μέση και τέλος. Στη διάρκεια μιας και μόνο μέρας, για παράδειγμα, μπορούμε να αλλάξουμε πολλά συναισθήματα, αλλάζοντας πολλές εικόνες ή παραστάσεις.
Το θυμικό φορτίο, από μόνο του (χωρίς εικόνα ή λόγο), είναι ένα ενεργειακό περιεχόμενο για την ψυχή μας, που το αισθάνεται κανείς άμεσα, ως ένταση. Όπως πραγματικά υπάρχουν συχνά πολλές τέτοιες απρόσωπες και μη-κατανοπημένες θυμικές εντάσεις σε εκκρεμότητα μέσα μας.
Μια τέτοια εκκρεμής, ακατανόητη (χωρίς λόγο) και απρόσωπη (χωρίς εικόνα) θυμική ένταση δεν είναι ακριβώς «συναίσθημα» και δεν μπορεί να θεωρηθεί «αντικείμενο». Έχει αρχή, έχει μέση (περιεχόμενο, ένταση), αλλά δεν έχει τέλος, γιατί δεν έχει πεπερασμένα χρονικά όρια. Είναι ενέργεια, που άρχισε κάπως, κάποτε, φορτίζει ως ένταση το θυμικό, αλλά δεν τελειώνει. Είναι παρούσα συνεχώς μες στο θυμικό. Εξ ορισμού είναι ένα εκκρεμές θυμικό φορτίο, που για να λήξει πρέπει να αποκτήσει όρια, πρέπει να γίνει «συναίσθημα» και «αντικείμενο» με αρχή, μέση και τέλος. Πρέπει να γίνει μια συγκεκριμένη ενεργειακή ποσότητα.
Αυτό είναι το μέλημα και το καθήκον μάλιστα του νου, της βούλησης και γενικότερα της ψυχής. Να βρίσκει τρόπους, για να εκφράζει με πιστότητα και αλήθεια τα εκκρεμή και απρόσωπα θυμικά φορτία, δίνοντάς τους ένα «αισθητήριο πρόσωπο» (με μια εικόνα) και μια «λεκτική περιγραφή» (με κάποιο λόγο).
Αυτό κάνει και η τέχνη. Τέχνη είναι οι τρόποι που έχει βρει ο άνθρωπος να παράγει ή να συνδέει συγκεκριμένες και αληθείς λεκτικές ή οπτικοακουστικές «εικόνες» με κάποια απρόσωπα και εκκρεμή θυμικά φορτία, ακριβώς για να ολοκληρωθούν και να «λήξουν» ως εκκρεμότητες και να απαλλαγεί η ψυχή από το βάρος τους.
Τέχνη είναι να λες την αλήθεια με τέτοιον τρόπο, που η συνείδηση να τη θεωρεί ευχάριστα ως άρτια και ωραία εικόνα, ο νους να την κατανοεί εύκολα ως συμμετρικό, σαφή και αληθή λόγο, και η ψυχή να τη δέχεται πρόθυμα, χωρίς ανυπέρβλητες αισθητικές, ηθικές, ωφελιμιστικές ή όποιες αντιρρήσεις.
Για την ψυχή και την παρούσα εργασία, που αφορά την ενέργεια πίσω από όλα τα φαινόμενα, τέχνη, είναι να παράγεις «αντικείμενα τέχνης» με έμφαση στο «αντικείμενα».-

 

 

Δ

 

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

«Αλήθεια»
(η παγίδα της φύσης)

Ο άνθρωπος λέει την αλήθεια, στο βαθμό που την καταλαβαίνει και την κατέχει, αρκεί, φυσικά, η ομολογία της αλήθειας να μην είναι αντίθετη στα γενικότερα συμφέροντά του. Η βουλητική ομολογία της αλήθειας είναι ο μόνος τρόπος εξισορρόπησης της ψυχής, ο μόνος τρόπος που ο νους ολοκληρώνει και επιστεγάζει την ψυχική διέγερση και οι άνθρωποι πάντα αισθάνονται άμεσα και αυτόματα πόσο σημαντικό είναι να λες την αλήθεια.
Παράλληλα, όμως, έχουν ανυπέρβλητες πολλές φορές δυσκολίες να την ομολογήσουν. Πρέπει να πουν την αλήθεια ακριβώς και οπωσδήποτε, αλλά πολύ συχνά δεν μπορούν ή δε θέλουν να την πουν. Αυτή είναι η μεγάλη παγίδα που βάζει η φύση μέσα μας, επίτηδες, για να βρούμε τρόπους να την υπερβούμε, υπερβαίνοντας τα όριά μας, υπηρετώντας την εξέλιξη.
Ακόμα περισσότερο, η φύση μας οδηγεί στη μεταφορά με αυτόν τον τρόπο. Μας αναγκάζει να μεταφέρουμε αυτό το δίλημμα σε ένα άλλο επίπεδο, για να το λύσουμε εκεί, ως μεταφορά της πραγματικότητας, ως πιστή, συμμετρική και ακριβή αναλογία της πραγματικότητας σημείο προς σημείο. Η φύση, με άλλα λόγια, μας δείχνει τον σωστό δρόμο της αναλογίας, ανάμεσα σε πολλούς άλλους.

Η εύκολη διέξοδος
Η φυσική και αυθόρμητη διέξοδος από αυτό το δίλημμα και η γενικευμένη πρακτική είναι να πεις ψέματα. Με τα ψεύτικα λόγια ξεγελάς εύκολα τους άλλους, αλλά επειδή τα ψεύτικα λόγια είναι άσχετα και αναντίστοιχα με την πραγματικότητα, το δίλημμα παραμένει άλυτο μέσα σου. Δεν υπάρχει πιο δυστυχής άνθρωπος από τον ψεύτη, γιατί ο ψεύτης χάνει τον δρόμο προς την ουσία και την ψυχική ισορροπία. Το ψέμα δεν είναι η πρέπουσα και λειτουργική λύση κι αυτό το καταλαβαίνει αυτόματα κάθε σώφρων, λογικός κι έντιμος άνθρωπος και δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα περισσότερο πάνω σε αυτό. Το αναφέραμε επειδή απλά δεν μπορούσαμε να αγνοήσουμε μια διέξοδο με τόσο γενικευμένη προτίμηση.

Η έντεχνη διέξοδος
Μια περισσότερο εξεζητημένη και επίσης γενικευμένη πρακτική είναι να πεις αλήθεια ή ψέματα, «με τρόπο». Η σύγχρονη ψυχιατρική μάς αποκαλύπτει ότι όλοι μας πάντα μεταχειριζόμαστε πολλές και απίστευτες ψυχικές τεχνικές αυτοεξαπάτησης. Λέμε ψέματα με τέτοιον τρόπο που εμείς οι ίδιοι πιστεύουμε ότι είναι αλήθεια, επιτυγχάνοντας έτσι με άκυρο στην ουσία τρόπο, μια ψευδεπίγραφη επίλυση κάποιων διλημμάτων.

Η ιδανική διέξοδος
Το ιδανικό είναι, βέβαια, να μην πεις ψέματα, να πεις την αλήθεια, αλλά με τέτοιον τρόπο που να ακυρώσεις τις αρνητικές της επιπτώσεις. Και τον σκύλο χορτάτο και την πίττα ολόκληρη. Στην ουσία αυτό κάνουν όλες οι καλές τέχνες. Λένε μια έντεχνα «ωραιοποιημένη» αλήθεια, ως αλληγορία, ως μεταφορά, ως κάποια συμμετρική αναλογία του αρχικού διλήμματος. Αυτό κάνει πάντα η λογοτεχνία και ιδιαίτερα η φανταστική λογοτεχνία, όπως τα παραμύθια. Οι καλές τέχνες είναι «καλές» μόνο όταν αποδίδουν την ουσία της αλήθειας, όσο αλληγορικά, μεταφορικά ή ωραία. Η τέχνη ψευτίζει στο βαθμό που απομακρύνεται από την ουσία της αλήθειας.
Ακόμα και τα όνειρα λένε έντεχνα την αλήθεια, παρουσιάζοντας την πραγματικότητα οπωσδήποτε, αλλά με συμβολικό τρόπο και τη λένε αποκλειστικά στη συνείδηση, όπως αυτή είναι κοιμισμένη και αποκομμένη από την πραγματικότητα. Έτσι, η συνείδηση λέει την αλήθεια στον εαυτό της και μόνο, (για να μην την ακούσουν οι άλλοι), και μάλιστα με έναν τέτοιο έντεχνο τρόπο, που ούτε αυτή η ίδια δεν καταλαβαίνει ότι ομολόγησε την αλήθεια στον εαυτό της, την άλλη μέρα το πρωί που θα ξυπνήσει και θα θυμηθεί το όνειρο, το οποίο απορρίπτει ως κάτι παράλογο και ψεύτικο εξ ολοκλήρου.
Το όνειρο είναι ο αυτόματος τρόπος που έχει βρει η συνείδηση να διευθετεί το ίδιο τον εαυτό της, λέγοντας μόνο στον εαυτό της, (κρυφά από τους άλλους), κάποιες δύσκολες διλημματικές αλήθειες, με συγκεκριμένο και ιδιαίτερο μεταφορικό-συμβολικό τρόπο, με άμεσο στόχο την εκτόνωση πρόσφατων θυμικών εκκρεμοτήτων και τελικό στόχο την εξισορρόπηση και την ηρεμία του θυμικού και της ψυχής.

Τα επίπεδα της ενέργειας
Σε ό,τι αφορά την ενέργεια, η μεταφορά της αλήθειας είναι εφικτή επειδή η ενέργεια μπορεί να υπάρχει σε πολλά επίπεδα και πλαίσια αναφοράς.
Στην ουσία αυτό είναι και η μνήμη, ένα άλλο πλαίσιο αναφοράς από το πραγματικό-ρεαλιστικό, που είναι παράλληλο και συμμετρικό με την πραγματικότητα, σημείο προς σημείο.


Συνείδηση και μνήμη
Όλες οι αισθητήριες καταγραφές στη μνήμη είναι σε κατάσταση λήθης ή «λάθους» για τη συνείδηση, επειδή υπάρχουν σε ένα χαμηλότερο ενεργειακό επίπεδο μη αντιληπτό για τη συνείδηση, η οποία λειτουργεί στην ενάργεια της πραγματικότητας σε κάποιο ενεργειακά υψηλότερο επίπεδο, για να μπορέσει να ανταποκριθεί ο άνθρωπος στις ανάγκες της καθημερινότητας, να οδηγήσει το αυτοκίνητο, να κάνει λογαριασμούς στο ταμείο του σούπερ-μάρκετ, κτλ.
Όταν μια μνημονική καταγραφή σημανθεί με λόγο ή άλλη εικόνα, (όταν ακούσω «Λευκός Πύργος» ή δω τον Λευκό Πύργο), «ενεργοποιείται» η λανθάνουσα παράσταση του Λευκού Πύργου, αποκτά δηλαδή, μια πρόσκαιρη υψηλότερη ενέργεια, αρκετή για τη συνείδηση να την αντιληφθεί.
Όλες οι παραστάσεις στη φαντασία, είναι τέτοιες πρόσκαιρα ενεργοποιημένες μνημονικές καταγραφές. Η φαντασία είναι ένας εσωτερικός χώρος σε ενδιάμεσο ενεργειακό επίπεδο από την εναργή «πραγματικότητα» και τη λανθάνουσα μνήμη.

Συνείδηση και πραγματικότητα
Την ίδια σχέση διαφορετικού ενεργειακού επιπέδου έχει η συνείδηση και με κάθε αισθητήριο ερέθισμα στην πραγματικότητα. Η κάθε «εικόνα» της πραγματικότητας πρέπει να έχει αρκετή ενέργεια ικανή να ενεργοποιήσει τη συνείδηση, αλλά όχι μεγαλύτερη από τις αντοχές των αισθητήριων, προφανώς και της συνείδησης.
Παράδειγμα, ηχητικό (στο χρόνο): Ένας ομιλητής μιλάει στο μικρόφωνο σε μια αίθουσα διαλέξεων και οι ακροατές του τον ακούν στα μεγάφωνα. Αν κάποιος χαμηλώσει σταδιακά την ένταση στη μεγαφωνική συσκευή, κάποτε οι ακροατές του δεν θα τον ακούνε πια. Αυτό σημαίνει ότι οι συνειδήσεις των ακροατών λειτουργούν σε κάποιο επίπεδο έντασης. Αν ο ήχος είναι από ένα σημείο έντασης και κάτω, δεν μπορούν να τον συλλάβουν. Το ίδιο δεν μπορούν να συλλάβουν ήχους και από ένα σημείο και πάνω, φυσικά, γιατί η υπερβολική ένταση των μεγαφώνων θα τους έσπαγε τα ακουστικά τύμπανα.
Παράδειγμα, οπτικό (στο χώρο): Αυτός ο ίδιος ομιλητής είναι μια οπτική εικόνα για τους θεατές, που τη βλέπουν, επειδή ο φωτισμός στην αίθουσα είναι επαρκής. Αν κάποιος χαμηλώσει σταδιακά την ένταση των φώτων, από ένα σημείο και κάτω δε θα τον βλέπουν πια. Το ίδιο δεν θα μπορούσαν να τον δουν και από ένα σημείο και πάνω, γιατί η υπερβολική ένταση του φωτός θα τους έκαιγε τα μάτια.
Αυτά όλα σημαίνουν ότι τα αισθητήρια όργανα και η συνείδηση λειτουργούν σε κάποιο επίπεδο αισθητήριας έντασης, σε κάποιο επίπεδο ενέργειας. Το επίπεδο αυτό είναι για τη συνείδηση η «πραγματικότητα», για το νου είναι η «κυριολεξία».
Η συνείδηση στην εγρήγορση υπάρχει και λειτουργεί σε αυτό το συγκεκριμένο «πραγματικό» επίπεδο ενέργειας και τα άλλα επίπεδα τα καταλαβαίνει ο νους ως συμπεράσματα.

Σχέσεις μεταξύ επιπέδων
Εξυπακούεται, φυσικά, ότι όλα αυτά τα αντικείμενα και οι καταστάσεις στα διάφορα επίπεδα, φαντασίας, μνήμης, πραγματικότητας, είναι πρώτα συμπεράσματα, αλληγορίες, μεταφορές, αναλογίες και άρα είναι περιεχόμενα επίγνωσης, τελικά, αυτής της ίδιας της ψυχής και πρέπει να μην έχουν διαφορές μεταξύ τους. Μπορεί να έχουν διαφορά επιπέδου, αλλά οφείλουν να είναι συμμετρικές αναλογίες το ένα του άλλου, για να μην ανατρέπεται η γενική ισορροπία της ψυχής.
Αυτό σημαίνει ότι στο ψυχικό επίπεδο δεν έχουν σημασία τόσο τα πραγματικά μεγέθη, όσο οι αναλογικές σχέσεις μεταξύ τους. Σε ό,τι αφορά τα πραγματικά μεγέθη, ένας πυροβολισμός μες στη μνήμη υπάρχει σε απειροελάχιστη ένταση σε σχέση με τον «πραγματικό» πυροβολισμό, υπάρχει όμως σε ακριβή αναλογική σχέση με κάθε άλλη μνημονική καταγραφή, όπως και με κάθε άλλη πραγματική αισθητήρια ποσότητα. Υπάρχει, δηλαδή, αναλογικά και συμμετρικά σε πολλά επίπεδα, ταυτόχρονα, κάπως.
Από τις πρακτικές που έχει αναπτύξει φυσικά και αυθόρμητα ο άνθρωπος με τις καλές τέχνες (παρομοιώσεις, μεταφορές, συμβολισμούς, αλληγορίες), για να υπερκεράσει το δίλημμα της αλήθειας, φαίνεται σαν η αλήθεια να υπάρχει ως καλοστημένη παγίδα από τη φύση, για να εξαναγκάσει την ψυχή μας να λειτουργήσει αναλογικά, επίτηδες, για να οδηγηθεί συμμετρικά από το κυριολεκτικό επίπεδο σε κάποιο άλλο. Ως εκτενές παράδειγμα θα αναλύσουμε τον τρόπο που η ποίηση χρησιμοποιεί την αναλογία, (παρομοίωση, συμβολισμό, αλληγορία, μεταφορά), για να επιλύσει κάποια δυσεπίλυτα αλλιώς ψυχικά διλήμματα.

 

 

Δ

 

Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Ποιητικές παρομοιώσεις και συμβολισμοί
Η λέξη «σαν» είναι η πιο συχνή στην ποίηση και μακράν η σημαντικότερη, γιατί η χρησιμότερη δυνατότητα της ποίησης είναι να εγκαθιστά κάποια ομοιότητα μεταξύ δύο θεμάτων με τη χρήση παρομοιώσεων, εκμεταλλευόμενη έτσι το γεγονός ότι κάτι μοιάζει σαν κάτι άλλο.
Αυτή η διττότητα είναι χρήσιμη και στον συμβολισμό, μια άλλη σημαντική λειτουργική δυνατότητα της ποίησης, του νου και της ψυχής. Οι αρχαίοι Έλληνες πρώτοι όρισαν τον (ελληνικό) όρο «σύμβολο», ως «κάτι στη θέση κάτι άλλου», (τι αντί τινος).
Για παράδειγμα, ένα μαχαίρι και ένα πιρούνι χιαστί είναι «κάτι» (μια εικόνα για την αντίληψή μας), η οποία βοηθά το νου μας να σκεφτεί «κάτι άλλο»: το εστιατόριο. Κυριολεκτικά βλέπουμε «κάτι» και σκεφτόμαστε «κάτι άλλο».
Έτσι, σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, σύμφωνα και με το παράδειγμα που φέραμε, «σύμβολο» είναι κάτι απλό, φανερό και ολοκληρωμένο στον εαυτό του, το οποίο ταυτόχρονα σημαίνει κάτι άλλο.
Το ίδιο παράδειγμα κάνει ξεκάθαρο, ότι ο συμβολισμός λειτουργεί ευκολότερα, όταν το σύμβολο (η εικόνα με το μαχαίρι και το πιρούνι χιαστί), μοιάζει με αυτό που συμβολίζεται (το εστιατόριο) ή μας το θυμίζει με ένα φανερό, καθαρό και συγκεκριμένο τρόπο. Μια χούφτα άμμος μπορεί να συμβολίσει μια έρημο και μια σταγόνα νερό έναν ωκεανό. Οι παρομοιώσεις βοηθούν πρακτικά τον συμβολισμό, γιατί παρομοιώσεις και σύμβολα έχουν παρόμοια αμφίσημη φύση και λειτουργούν σε δύο επίπεδα.

Αλληγορία και μεταφορά
Σε ό,τι αφορά την διττότητα της αμφισημίας στην ποίηση, μπορούμε να σημειώσουμε ακόμα ότι «αλληγορία» σημαίνει να λες «κάτι» και να εννοείς «κάτι άλλο». Σε αυτά μπορεί να προστεθεί και ο ορισμός της «μεταφοράς», που είναι: «η μη κυριολεκτική έκφραση μιας ιδέας, με τη χρήση παρομοιώσεων». Στην ουσία, η «μεταφορά» είναι μια παρομοίωση χωρίς τη χρήση της λέξης «σαν».
Με όλα αυτά καταλαβαίνουμε ότι η ποίηση λειτουργεί σε δύο επίπεδα και ότι κάποια διττότητα βρίσκεται πίσω από κάθε ποιητική πράξη, σαν λεκτική γέφυρα που ενώνει δύο επίπεδα, ιδέες, νοήματα ή θέματα. Η αμφισημία είναι το κρυφό κλειδί που παράγει όλη την ποίηση με παρομοιώσεις, συμβολισμούς, μεταφορές και αλληγορίες, ανάλογες κάποιου συγκεκριμένου αρχικού «κάτι».

Ποια είναι η πρακτική αξία όλων αυτών;
Ας αναλογιστούμε πώς ένας αρχιτέκτονας σχεδιάζει και μελετά ένα κτίριο πάνω στο χαρτί πρώτα και μετά εφαρμόζει τις σκέψεις και ιδέες του σε ένα πραγματικό κτίριο, σε πραγματική κλίμακα. Ο αρχιτέκτονας παράγει σε μικρή κλίμακα ένα κτίριο «πάνω στο χαρτί», για να ελέγξει πολύ ευκολότερα όλα τα προβλήματα που μπορούν να προκύψουν στην κατασκευή του πραγματικού κτιρίου.
Ξέρει να λειτουργεί σε δύο επίπεδα, το ένα εικαστικό, μικρό και εύχρηστο, το άλλο κυριολεκτικό και ρεαλιστικό. Ελέγχει το δεύτερο, επειδή ελέγχει εύκολα το πρώτο και επειδή ο νους του, μετά από χρόνια σπουδών σε πολλά και δύσκολα μαθήματα, εκπαιδεύτηκε να λειτουργεί διττά, σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα, το ένα ως πιστή αναλογία του άλλου μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.


Η αναλογία
Λέξη-κλειδί είναι η «αναλογία». Το κτίριο στο χαρτί, είναι ένα δισδιάστατο πλήρες αντίγραφο σε μικρή κλίμακα, αναλογικά παρόμοιο με το τρισδιάστατο πραγματικό κτίριο σημείο προς σημείο.
Ο αρχιτέκτονας, μετά από μακρόχρονη, εξειδικευμένη και δύσκολη εκπαίδευση, αποκτά τη δυνατότητα να εγκαθιστά απόλυτα ακριβείς αναλογικές ομοιότητες ανάμεσα σε ένα πραγματικό κτίριο και σε ένα κτίριο στο χαρτί.
Όμως, κάθε λογικός άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται αναλογίες σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Την έχει και ο αγράμματος μάστορας που καλείται να δει τις ιδέες που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας στο χαρτί και να τις υλοποιήσει στην πράξη. Κάποιοι άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια να σκέφτονται αναλογικά. Όσο μεγαλύτερη τόσο καλύτερα. «Μάστορας», εξάλλου, και όχι «απλός ανειδίκευτος εργάτης», είναι όποιος έχει επαρκή ευχέρεια να σκέφτεται αναλογικά, για να υλοποιεί τις ιδέες του αρχιτέκτονα στα σχέδια.
Όταν ο άνθρωπος έγινε κύριος της αναλογίας, κυρίευσε και την πραγματικότητα. Χωρίς την ευχέρεια της αναλογικής σκέψης, ο άνθρωπος δε θα μπορούσε να κτίσει δομικά θαύματα όπως ο Παρθενώνας, το Σινικό Τείχος, οι Πυραμίδες, το Ταζ-Μαχάλ, το Empire State Building. Ούτε ο Μπετόβεν θα μπορούσε να συνθέσει την Ενάτη Συμφωνία, η οποία είναι μια μεγάλη και αρμονική δομή ήχων, που την ολοκλήρωσε σχετικά εύκολα, γράφοντας βολικές μουσικές νότες στο χαρτί.

Η αναλογία στην ποίηση
Το «Canto General» του Pablo Neruda, το «Leaves of Grass» του Walt Whitman, το «Waste Land» του Thomas Eliot, είναι παρόμοια λεκτικά δομικά θαύματα. Μεγάλος είναι ο ποιητής που μπορεί να δομήσει «στο χαρτί» έναν ολόκληρο κόσμο, για να τον οργανώσει, να τον αναλύσει, να τον μελετήσει, για να αντλήσει από αυτόν την πολύτιμη φιλοσοφική του ουσία.
Τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, αναδομούν τον αρχαίο κόσμο της Ελληνιστικής εποχής. Κάθε ελληνιστικό ποίημα του Καβάφη, είναι μια καθαρή, απλή και πλήρης στον εαυτό της ρεαλιστική εικόνα-κατάσταση εκείνης της συγκεκριμένης ιστορικής εποχής, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να σημαίνει και μια «παρόμοια» και «ανάλογη» σύγχρονη κατάσταση, λειτουργώντας σαν διαχρονικό ηθικό, ψυχολογικό και φιλοσοφικό πρότυπο συμπεριφοράς. Η μία κατάσταση «μοιάζει σαν» και μπορεί να εννοήσει την άλλη σαν αληθινή ποιητική αναλογία. Το μεγαλείο ενός ποιητή μετριέται με την αναπαραστατική του δύναμη, την ακρίβεια και τον πλούτο των ποιητικών του αναλογιών και τη φιλοσοφική του ωριμότητα.
Αυτά τα μέτρα της ευχερούς αναλογικής σκέψης και της φιλοσοφικής ωριμότητας, είναι τόσο σημαντικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κριτήρια και για έναν ολόκληρο πολιτισμό, όπως ο αρχαίος Κινεζικός, ο Αιγυπτιακός, ο πολιτισμός της Μεσοποταμίας, ο αρχαίος Ελληνικός, όλοι.
Λεκτικά, η «αναλογία» αποτελείται από δύο ελληνικές λέξεις «ανα» και «λόγος», που κυριολεκτικά σημαίνουν «ξανά-σχέση» και εννοούν δύο παρόμοιες σχέσεις, που υπάρχουν σε δύο διαφορετικά επίπεδα, μεταξύ δύο κατά τα άλλα ανόμοιων θεμάτων. (Ναι, μεταξύ «κάτι» και «κάτι άλλου»).

Η πρακτική διττότητα
Στους σύγχρονους πεζούς καιρούς μας, η ποιητική αμφισημία έχει καταλήξει να σημαίνει κάτι αρνητικό, κάτι θολό και ενοχλητικό και άχρηστο σίγουρα, για τους πρακτικούς και προσγειωμένους ανθρώπους.
Από παλιά οι έννοιες «αμφίσημος», «διττός», δηλώνονταν με την έκφραση «αμφί άγειν», που δήλωνε το αμφίρροπο, την ταυτόχρονη ροπή (τάση, ενέργεια) προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Η έννοια μεταπήδησε στο λατινικό ambi-agere και μετά ως το σύγχρονο αγγλικό ambiguity, όλα με τις ίδιες έννοιες του αμφίρροπου, του αμφίσημου, του αμφίβολου, του διττού.
Αυτά όλα δεν εννοούν απαραίτητα κάτι κακό, ούτε άχρηστο. Στην πραγματικότητα, αυτή η συγκεκριμένη δυνατότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου για αναλογική σκέψη ξεχώρισε τον άνθρωπο από τα άλλα είδη. Οι άνθρωποι μπορούν να χρησιμοποιήσουν το λόγο, για να σκεφτούν και να εκφράσουν ιδέες και έννοιες, επειδή ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί και έχει μια παράλληλη διττή επίγνωση, σε δύο διαφορετικά, αλλά παράλληλα και κατάλληλα αμφισυνδεδεμένα επίπεδα.
Η γλώσσα είναι μια αληθής και ακριβής (λεκτική) αναλογία της άμεσης (αισθητήριας) επίγνωσης. Η λεκτική λειτουργία αρχίζει, όταν μια «λέξη» σημαίνει ένα «πράγμα», που το βλέπουμε ως «εικόνα». Η λέξη «μήλο», για παράδειγμα, είναι ένα σταθερό πακέτο γραμμάτων (ή ανάλογων προφορικών φθόγγων), που σημαίνει το πράγμα «μήλο», το οποίο είναι φανερό στη συνείδησή μας ως εικόνα «μήλο».
«Λόγος» είναι η ακριβής και συγκεκριμένη «σχέση» μιας λέξης με μια εικόνα. Όλες οι λέξεις είναι συγκεκριμένα και σταθερά πακέτα γραμμάτων (ή προφορικών φθόγγων), που σημαίνουν συγκεκριμένα πράγματα, καταστάσεις, εικόνες, ιδέες, έννοιες. Ο λόγος στο σύνολό του, είναι μια τεράστια λεκτική αναλογία της αχανούς πραγματικότητας, που αντιλαμβανόμαστε άμεσα με τα αισθητήρια όργανά μας.
Δεν είναι έκπληξη που η γλώσσα στα ελληνικά αποδίδεται με τη λέξη «λόγος» που κυριολεκτικά σημαίνει «σχέση» - ναι, μεταξύ «κάτι» και «κάτι άλλου». Όπως ο «λόγος» του ένα προς το δύο, για παράδειγμα, είναι μια «σχέση», που εκφράζεται με το κλάσμα ½.
Μια άλλη κύρια έννοια του λόγου είναι η αιτία, όπως, για παράδειγμα, «ήταν σοβαρός ο λόγος (η αιτία), που άργησες στο σχολείο;»

Η ποίηση που απελευθερώνει
Χωρίς την αμφισημία, την παρομοίωση, τον συμβολισμό, την αναλογία, θα ήμασταν ανίκανοι να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα. Θα παραμέναμε κολλημένοι στο επίπεδο των ανώτερων θηλαστικών - της αγελάδας, για παράδειγμα. Η αγελάδα μπορεί να δει το μήλο μόνο ως μήλο - ως τροφή.
Τα αμφίσημα ποιητικά μέσα βοηθούν τη σκέψη μας να ξεφύγει από την παγίδα της μονοδιάστατης πραγματικότητας, όπου τα «σύκα» είναι πάντα μόνο «σύκα» και η «σκάφη» είναι πάντα μόνο «σκάφη» και ποτέ «σαν» κάτι άλλο.
Η ποίηση οξύνει και διευρύνει τον ανθρώπινο νου και προάγει τη δυνατότητά του να άγει αναλογικά σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις, να σκέφτεται σε δύο διαφορετικά επίπεδα.

Η δημιουργική ποιητική πράξη
Ποιητική πράξη είναι να εγκαταστήσεις μια πρωτότυπη, χρήσιμη και λειτουργική σχέση (ένα λόγο) μεταξύ δύο φαινομενικά ανόμοιων και άσχετων πραγμάτων, μεταξύ του «φάντη» και του «ρετσινόλαδου», όπως πάει η γνωστή έκφραση.
Η ποίηση υφαίνει πρωτότυπες, χρήσιμες και λειτουργικές λεκτικές αναλογίες αισθητήριων εικόνων, διευρύνοντας με ολοένα νεότερο, μεγαλύτερο και ωραιότερο περιεχόμενο τη μνήμη. Κάθε νέα και ωραία εικαστική ή λεκτική εικόνα είναι άμεσο όφελος (κέρδος!) για τη μνήμη, που στην ουσία της αποθησαυρίζει αισθητήριες αναμνήσεις - εικόνες. Η διεύρυνση της μνήμης είναι διεύρυνση της δομημένης συνείδησης.
Με αυτή την έννοια, η αισθητική εμπειρία είναι ωφελιμιστική για τη συνείδηση, αφού οι «εικόνες» είναι ο κυριολεκτικός θησαυρός της συνείδησης. Η συνείδηση μπορεί να οριστεί ως «η επίγνωση των αισθητήριων καταγραφών», αυτών των καταγραφών που ερεθίζουν τα αισθητήρια όργανα ως απλά αισθήματα και δομούνται από αυτήν την ίδια την συν-είδηση σε πιο σύνθετες εικόνες, που αποθησαυρίζονται στη μνήμη τελικά.
Η ποίηση είναι το λεκτικό ακόνι που ακονίζει την επίγνωσή μας, για να άγει σε περισσότερες κατευθύνσεις από τη μία, δεδομένη, αυτονόητη, καθαγιασμένη και μόνη αποδεκτή από τους πρακτικούς και προσγειωμένους ανθρώπους μονοσήμαντη «ρεαλιστική πραγματικότητα». Η ποιητική πράξη είναι η μόνη διέξοδος προς τα μπρος, η μόνη δυνατότητα να διευρυνθεί η όποια ανάλλακτη υποτίθεται (εσωτερική και εξωτερική) πραγματικότητα, όταν αυτή καταντήσει πρόβλημα ή εξαντλήσει τον δυναμισμό της.

Η αναλογία του λόγου
Η ποίηση δε λέει την αλήθεια, την παράγει. Η ποίηση δεν υπακούει στους ρητούς και συγκεκριμένους νόμους κάποιας δεδομένης και παγιωμένης λεκτικής επίγνωσης της πραγματικότητας. Η ποίηση παράγει κάθε λεκτική επίγνωση της πραγματικότητας, παράγοντας όλο και ευρύτερες αναλογίες ενός αόρατου, δυναμικού και ζωηφόρου αρχικού «κάτι».
Η ποίηση είναι μια αέναη «ανα-λογία» ενός αρχικού «λόγου» (αιτίας).


Η πηγή της αναλογίας
Ποίηση είναι η δυνατότητα που μεταφέρει συμμετρικά την ψυχή σε πολλά επίπεδα. Μας άγει και προς την αόρατη πανταχού παρούσα πηγή των πάντων. Προς τα εκεί πηγαίνουμε όλοι πάντα, έτσι κι αλλιώς. Και δεν εννοώ κάποιον συγκεκριμένο θεό, από τους πολλούς που έχει δημιουργήσει πολύ ευφάνταστα κατά καιρούς ο ποιητικός νους του ανθρώπου. Εννοώ την κρυφή, παντοδύναμη «ενέργεια» που ποιεί τα πάντα, ακόμα και τους θεούς, ως συγκεκριμένη αναλογία του μυστηριώδους εαυτού της. Μέγιστος λόγος είναι η ενέργεια.
«Η ενέργεια μοιάζει να υπάρχει πριν από τους θεούς».
Λάο Τσε, Τάο Τε Τσινγκ

Ο λόγος κάθε αναλογίας
Επειδή η αναλογία είναι το ακριβό εργαλείο της ποίησης, η ποιητική σκέψη, ως συγκεκριμένη ψυχική πράξη, διευρύνει αέναα την επίγνωση προς τα μπρος κι έρχεται όλο και πιο κοντά στην αρχική ουσία, στα αληθινά μέτρα της οποίας δημιουργείται αναλογικά το κάθε επιστητό.
Ο άνθρωπος είπε «ποιητή» τον Θεό, που ο ίδιος του έπλασε από ανάγκη να ερμηνεύσει το παντοδύναμο αρχικό αίτιο (το λόγο) κάθε αναλογίας.-

σ.τ./Έδεσσα 7/7/2007